Η δική μου 15η Ιουλίου 1974



Του Ιωάννη Λεοντίου


Από το βράδυ μας είχε πει η μάνα μου ότι θα μας έφτιαχνε γλύκυσμα για να γιορτάσουμε τα γενέθλια του αδελφού μου που θα ήταν την επομένη. Η φτώχια μας δεν μας επέτρεπε άλλη πολυτέλεια – τούρτα από το ζαχαροπλαστείο ας πούμε – άσε που και αυτή θα έπρεπε να έρθει από Λευκωσία.

Οχτώ χρονών πιτσιρίκι ήμουν το 1974. Πρωί πρωί λοιπόν, με τον κατά τέσσερα μόνο χρόνια μεγαλύτερο θείο μου, κινήσαμε με κάτι γρόσια στην τσέπη να φέρουμε αλεύρι και ζάχαρη από τον μπακάλη ως οι εντολές της μάνας, τις οποίες συνόδευαν ένα σωρό παραινέσεις του τύπου: «Όι ν’ αρκήσετε» «Με το νου σας». Αχ αυτός ο νους ο παιδικός που έβγαινε και έμπαινε όπως το καπέλο! Παρεμπιπτόντως τώρα το λέω εγώ στα δικά μου παιδιά.


Ο μπακάλης δεκαπέντε λεπτά από το σπίτι. Ζέστη αφόρητη από το πρωί. Εμείς τα δεκαπέντε λεπτά, μπορεί και περισσότερα, να τα αναλώσαμε μόνο μέχρι τα μισά του δρόμου. Αφού ο νους έμεινε στο σπίτι και ‘μεις το χαβά μας, αφού ότι βλέπαμε στο δρόμο είχε σημασία και όλα άξιζαν σχολιασμού.
Εκεί στα μισά του δρόμου περίπου, περνώντας έξω από το σπίτι ενός από τους συγχωριανούς με τις ξώπορτες διάπλατα ανοικτές, ακούσαμε το ραδιόφωνο, που το ειχε στη διαπασών να ανακοινώνει διάφορα «ακαταλαβίστικα» για μας, από τα οποία συγκρατήσαμε το: «ο Μακάριος είναι νεκρός».
Σταματήσαμε στη μέση του δρόμου. Σαστίσαμε, αλληλοκοιταχτήκαμε φοβισμένοι. Ο Μακάριος νεκρός; Γιατί; Και τώρα ΤΙ;

Ο Μακάριος για μας ήταν τα πάντα, ήταν Κύπρος, ήταν η ζωή. Έτσι μάθαμε, έτσι μεγαλώσαμε, παρόλο που τα βράδια ομάδες νέων γύριζαν στο χωριό και φώναζαν συνθήματα για την Ένωση και βρισιές για τον Μακάριο, «τον Μούσκο». Παρόλο που κάποιοι δάσκαλοι μας εκφράζονταν απαξιωτικά και υβριστικά στο πρόσωπο του Προέδρου της Κύπρου.

Χωρίς περεταίρω καθυστέρηση, αυθόρμητα και σχεδόν ταυτόχρονα ξεκινήσαμε να τρέχουμε, μα όχι προς τη κατεύθυνση του μπακάλη μα προς το σπίτι. Τέτοιο τρέξιμο, από φόβο, δεν θυμάμαι να ξανάκανα από τότε. Στα λεπτά που μεσολάβησαν για να φτάσουμε στο σπίτι άρχισαν και οι καμπάνες να ηχούν χαρμόσυνα. Η μάνα μου που συνήθιζε να έχει πάντα συντροφιά το ράδιο είχε ακούσει την είδηση. Μας είδε που επιστρέφαμε σα σίφουνας και βγήκε έξω. Μας άρπαξε από τα χέρια και μας έβαλε μέσα. Έκλεισε πόρτες και παράθυρα και μας μάζεψε όλους σε ένα υπνοδωμάτιο. Τη ζέστη δεν τη νοιώθαμε πια από το φόβο. Τέσσερα πιτσιρίκια, ο θείος μου και αυτή να περιμένουμε, κλειστοί στο σπίτι.

«Έκαμαν πραξικόπημα» μας είπε η μάνα μου. «Σκότωσαν το Μακάριο». «Θα μείνουμε σπίτι ώσπου νάρτει ο παπάς σας».

Ο παπάς μας εργαζόταν στην Αστυνομία. Όχι δεν ήταν αστυνομικός. Ράφτης ήταν και τότε δούλευε ράβοντας στολές για τους αστυνομικούς. Η βάση του εκεί κοντά στο ΡΙΚ που είναι η Αστυνομική Ακαδημία. Θυμάμαι που με πήρε στη δουλειά του κάποτε. Από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου που έβλεπε προς τη σχολή μου άρεσε να βλέπω τους αστυνομικούς να κάνουν ασκήσεις, να παρελαύνουν και να φωνάζουν συνθήματα υπέρ της Κύπρου και του Μακαρίου.

«Κτύπησαν στο ΡΙΚ αρά θα πρέπει να κτύπησαν και στην Αστυνομία» συνειρμικά ψιθύριζε η μάνα μου και δεν κατάφερνε να κρύψει την αγωνία της καθώς οι καμπάνες σταματούσαν και άρχιζαν πάλι. Κάτι έλεγε για Τούρκους ότι θα έρθουν και αυτοί και τι θα κάνουμε και διάφορα άλλα που δεν μπορούσα να κατανοήσω τότε.

Οι ώρες περνούσαν και ‘μεις κλεισμένοι μέσα. Σε κάποια φάση μας άφησε να βγούμε στην αυλή κάτω από το κλήμα. Μας πήρε τελικά όλους και πήγαμε στο σπίτι του παππού μου όπου είχαν συγκεντρωθεί και άλλοι συγχωριανοί. Οι συζητήσεις των μεγάλων περιστρέφονταν για τους ΕΟΚΑβητατζήδες που τόλμησαν να κάνουν πραξικόπημα, που θα κατέστρεφαν την Κύπρο που θα σκότωναν αδέλφια και συγγενείς.

Τηλέφωνα στο χωρίο δεν είχαμε. Ένα μόνο τηλεφωνικό θάλαμο στην πλατεία απέναντι από την εκκλησία, το οποίο κάποιος γείτονας μας είπε ότι φρουρείται και δεν τολμούσε κανείς να πάει. Εξάλλου, κυκλοφορούσαν οπλισμένοι άνδρες και ήλεγχαν τα πάντα. Τους βλέπαμε άλλωστε έξω στο δρόμο. Ο πιο παράξενος ήταν κάποιος που κρατούσε μπουκάλι μπύρας στο ένα χέρι και έπινε, ενώ στο άλλο κρατούσε το όπλο.

Νέα από τη Λευκωσία θα μαθαίναμε από τους εργαζόμενους που θα επέστρεφαν με το λεωφορείο. Όταν στο πρώτο λεωφορείο που επέστρεψε δεν ήταν ο παπάς άρχισα το κλάμα • περισσότερο νομίζω επειδή είδα τη μάνα μου να προσπαθεί να κρύψει την ανησυχία, μαζί με τα δάκρυα της.

Στο επόμενο λεωφορείο ήρθε ο παπάς. Χωρίς πουκάμισο, ταλαιπωρημένος, θλιμμένος σιωπηλός. Κάθισε, του ‘φεραν νερό και όλοι ανυπόμονοι περίμεναν να μας πει τι έγινε. Μας είπε πως εισέβαλαν οπλισμένοι στην Αστυνομία πως ξυλοκόπησαν και ανέκριναν αστυνομικούς, πως έβαλαν και αυτόν και τους άλλους εργαζόμενους στο ραφείο στον τοίχο και πως τους ανέκριναν. Μας είπε πόσο «τυχερός» ήταν που μια ριπή ήρθε «καθυστερημένα» αφού μετακινήθηκε από την τουαλέτα την ώρα της επίθεσης στην Αστυνομία και άλλα πολλά.

Εκ τότε, μας διηγήθηκε με πολλές λεπτομέρειες τις στιγμές που έζησε. Τις ημέρες που ακολούθησαν μέχρι την εισβολή τις ζήσαμε με τα μάτια της παιδικής μας ψυχής. Τον πόνο, το κλάμα, την προσφυγιά και τις εκφάνσεις της φασιστικής νοοτροπίας των ΕΟΚΑβητατζήδων του χωριού.