Του Ηλία Δημητρίου*

Η Κύπρος, αν και χώρα που ανήκει στην Ευρώπη όσον αφορά τις σχέσεις θρησκείας και κράτους, παρουσίαζε διαχρονικά αναχρονιστικά στοιχεία σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Πολύ χαρακτηριστικά, μέχρι το 1977, ο θρησκευτικός ηγέτης του τόπου ήταν και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο παγκόσμιας εμβέλειας Μακάριος ο Γ’. Στο σήμερα, αν και πολλά πράγματα άλλαξαν, ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος διατηρεί την εμπλοκή του στα πολιτικά πράγματα του τόπου. Επιλέγει το αγαπημένο του κόμμα και υποψήφιο σε κάθε εκλογική διαδικασία. Οι δηλώσεις του συχνά απασχολούν τις πολιτικές εξελίξεις στο κυπριακό πρόβλημα, τις επενδύσεις της Εκκλησίας, το χρηματιστήριο ή την εξωτερική πολιτική της χώρας. Και σε αυτό τον παροξυσμό πάντα βρίσκει μια κάμερα για να καλύπτει την κάθε του δήλωση, ενώ έχει και τους πολιτικούς του συμμάχους στο πολιτικό σύστημα του τόπου, από το κέντρο μέχρι την ακροδεξιά.

Βέβαια αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν κάποιος δεν δει και το ιστορικό υπόβαθρο αυτών των σχέσεων. Η Εκκλησία της Κύπρου από τη Βυζαντινή Περίοδο (4ος – 12ος αιώνας) είχε καταστεί το προπύργιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προς την Ανατολή, γεγονός που της προσέδωσε σειρά πολιτικών προνομίων από το αυτοκρατορικό κέντρο.

Παρά την έντονη περιθωριοποίηση της ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τη Λατινική περίοδο (12ος – 15ος αιώνας), κατάφερε να επανακτήσει το σημαντικό της πολιτικό και οικονομικό ρόλο στην Οθωμανική περίοδο (15ος – 19ος αιώνας). Το οθωμανικό σύστημα διοίκησης, αν και έδινε ηγεμονικό ρόλο στο Ισλάμ, καθιστούσε τις υπόλοιπες θρησκευτικές ηγεσίες ως πολιτικούς ηγεμονικούς φορείς για τους πληθυσμούς στους οποίους υπάγονταν σε κάθε θρησκεία. Έτσι η Εκκλησία της Κύπρου τότε απέκτησε τεράστια πολιτικά και οικονομικά οφέλη, ενώ την καθιστούσε φορέα που ηγείτο ή εμπλεκόταν σε όλες τις μορφές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής (κεντρική και τοπική αυτοδιοίκηση, φοροεισπρακτικός ρόλος, εμπόριο, εκπαίδευση, κοινωνική θεσμοί κ.ά.). Επίσης, μέσω των μεγάλων εμπορικών εταιρειών της, είχε καταστεί πρωταγωνιστικός παράγοντας στη δημιουργία των σύγχρονων καπιταλιστικών σχέσεων στο νησί.

Όταν κατέφθασαν οι Βρετανοί στο νησί το 1878, προσπάθησαν να αμφισβητήσουν το ρόλο της Εκκλησίας. Αν και σταδιακά άρχισε να εκκοσμικεύεται η αστική τάξη του τόπου, η Εκκλησία ελισσόμενη καταφέρνει να κυριαρχήσει στο πολιτικό γίγνεσθαι αναπτύσσοντας πιο ριζοσπαστική και εθνοκεντρική ρητορική. Ουσιαστικά οδηγήθηκε σε αυτό το ρόλο για να μπορέσει να ταυτιστεί με τις λαϊκές μάζες των οποίων η στήριξη ήταν πλέον αναγκαία για να διατηρήσει την πολιτική πρωτοκαθεδρία της. Η αποκορύφωση αυτής της διαδικασίας ήταν η υιοθέτηση της πολιτικής της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, η οποία εδραιώνεται επίσημα από το 1910 και ως βασικό πολιτικό αίτημα της ελληνοκυπριακής κοινότητας.

Στη μετέπειτα περίοδο, ο πρώτος πολιτικός φορέας που αμφισβήτησε έντονα το ρόλο της Εκκλησίας στην κοινωνία και την πολιτική ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου με την ίδρυσή του το 1926. Από τότε και ακολούθως η ηγεσία της Εκκλησίας ήταν σφοδρός αντίπαλος της Αριστεράς και των αγώνων του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος ειδικότερα τη δεκαετία του ’40. Πρέπει να τονιστεί ότι σε λαϊκό επίπεδο η συνύπαρξη της Αριστεράς με την Εκκλησία εξελισσόταν σε πιο ήπιους ρυθμούς. Αρκετός κόσμος της Αριστεράς συμμετείχε στους κόλπους της Εκκλησίας και το αντίστροφο.

Τη δεκαετία του ’50 η Εκκλησία, σε ταύτιση με την αντικομουνιστική δεξιά, πρωτοστατεί στην ένοπλη διάσταση του αντιαποικιακού αγώνα. Ο αγώνας δίνει την ευκαιρία στους Βρετανούς να διεμβολίσουν περαιτέρω το διχασμό μεταξύ των δύο κοινοτήτων, γεγονός που προσδίδει στο αντιαποικιακό πρόβλημα τη διακοινοτική του διάσταση. Αυτό οδήγησε τελικά στην άμεση εμπλοκή της Τουρκίας στο μετα-αποικιακό μέλλον της Κύπρου.

Το ανεξάρτητο κυπριακό κράτος ιδρύεται υπό την ηγεσία της Εκκλησίας στην ε/κ κοινότητα. Επίσης, η Εκκλησία ήταν βασικός παράγοντας συγγραφής των προνοιών της εσωτερικής πτυχής του Συντάγματος. Δεν είναι άσχετος ο προσδιορισμός του πληθυσμού στο Σύνταγμα στη βάση της θρησκευτικής ιδιότητας των πολιτών, καθώς και άλλων προνομίων που δίνονται στην Εκκλησία ως θεσμού.

Με το θάνατο του Μακαρίου το 1977 η Εκκλησία προσπάθησε να διατηρήσει το ρόλο της στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι του τόπου, προσαρμοζόμενη στα νέα δεδομένα. Η διαχρονική ταύτιση της θρησκευτικής με την εθνική ταυτότητα που καλλιεργούσε η αστική τάξη ήταν βασικό στοιχείο για τη συντήρηση αυτής της σχέσης.

Είναι γεγονός πως η ελληνοκυπριακή κοινότητα, κουβαλώντας μια μακροχρόνια παράδοση σχέσεων με τη θρησκεία, δεν απέκτησε σθεναρές αντιστάσεις ως προς το ρόλο της Εκκλησίας στην κοινωνία. Αντίθετα, οι κύριες φωνές αντιστάσεις, που εκφράστηκαν σε πολιτικό επίπεδο μέσω του ΑΚΕΛ, θεωρήθηκαν ως «αιρετικές» ακόμα και από φορείς που προβάλλονται ως σύγχρονοι.

Για παράδειγμα είναι αναχρονιστική η άμεση εμπλοκή της Εκκλησίας στην παιδεία. Οι δεξιές και κεντρώες κυβερνήσεις έδιναν αυτό το ρόλο ξεκινώντας από το θέμα του διορισμού του Υπουργού Παιδείας μέχρι και την υποχρεωτική διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών. Τα παιδιά ξεκινούν τη μέρα τους με προσευχή κάτω από θρησκευτικά σύμβολα και φωτογραφίες του εθνάρχη Μακαρίου.

Είναι επίσης ιδιαίτερη η φυσιογνωμία του νυν Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, ο οποίος παρουσιάζει ενδιαφέρον ως φαινόμενο, αφού συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της ιστορίας της Εκκλησίας. Εκφράζεται με αυταρχισμό ως ένας αδιαμφισβήτητος παράγοντας επί παντός επιστητού. Στηρίζει ακροδεξιές, ρατσιστικές και εθνικιστικές αντιλήψεις. Την ίδια στιγμή λειτουργεί με το ρεαλισμό ενός σύγχρονου καπιταλιστή.

Η στάση του Αρχιεπισκόπου και ο συντηρητισμός των δομών της Εκκλησίας της Κύπρου την φέρνει σε σύγκρουση με τις ιδέες της σύγχρονης κοινωνίας. Η ταύτιση με την ακροδεξιά, η προαγωγή του εθνικισμού, η αντίθεση στα δικαιώματα των ΛΟΑΤΙ, στο δικαίωμα της άμβλωσης κ.ά. την φέρνουν αυτόματα απέναντι από τις γενικές τάσεις στην κοινωνία.

Τελικά όμως το ζήτημα του διαχωρισμού κράτους και θρησκείας στα σημερινά δεδομένα δεν είναι απλά θέμα νομικών και συνταγματικών σχέσεων. Είναι κύρια ζήτημα πολιτικής κουλτούρας, η οποία καλλιεργείται με μετόχους όλους τους φορείς μιας κοινωνίας, από την εξουσία στους θεσμούς, τα πολιτικά κόμματα μέχρι τα ΜΜΕ. Η χάραξη της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ θρησκείας και κράτους από μια κοινωνία γίνεται εκεί που δίνεται λιγότερη κάλυψη από δημοσιογράφους στον Αρχιεπίσκοπο για πολιτικές δηλώσεις, εκεί που οι πολιτικοί δεν κάνουν πολιτικά κηρύγματα από εκκλησιαστικούς ναούς, εκεί που τα κόμματα δεν συνδιαλέγονται με την Εκκλησία για εσωτερικά της ζητήματα, εκεί που δεν διορίζονται Υπουργοί Παιδείας με τις ευλογίες του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου.

(Η παρούσα ανάλυση θα δημοσιευτεί στα αγγλικά στο «AKEL Bulletin» Μαρτίου, την αγγλική έκδοση του Γραφείου Διεθνών Σχέσεων του ΑΚΕΛ)

* Μέλος Γραφείου Διεθνών Σχέσεων ΑΚΕΛ