Η επιδίωξη της Τουρκίας για απόκτηση ρυθμιστικού ρόλου στη «γαλάζια πατρίδα»

  • Η Τουρκία επιδιώκει να καταγράψει τη βούλησή της για απόκτηση ρυθμιστικού ρόλου στην περίφημη «γαλάζια πατρίδα», εξέλιξη η οποία θα της επιτρέψει να καταστεί «ισότιμος συνομιλητής» των μεγάλων πλανητικών δυνάμεων, όπως με κομπορρημοσύνη διαλαλεί σε κάθε ευκαιρία.
  • Ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας είναι φαινόμενο εγγενές και κορυφώνεται στην παρούσα ιστορική συγκυρία λόγω της εκτίμησής της ότι η περιφερειακή ισορροπία ισχύος επιτρέπει επιθετικής φύσης εγχειρήματα.
  • Όσο η Άγκυρα νομίζει, λοιπόν, ότι η συγκυρία την ευνοεί για να επιβάλλει τις διαχρονικές αξιώσεις της εις βάρος του Ελληνισμού, θα επιχειρεί διαρκώς να προκαλεί την Ελλάδα και την Κύπρο, ώστε αυτές να αναλάβουν το «επικοινωνιακό κόστος» της έναρξης μιας σύγκρουσης.
  • Δυστυχώς, λοιπόν, οι εξοπλισμοί είναι μέρος της «καθημερινότητας» της διεθνούς πολιτικής και όσο ζούμε στον πλανήτη Γη, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά διάρθρωσης των κοινωνικών οντοτήτων, οφείλουμε να τους εντάξουμε στους ευρύτερους -οικονομικούς και στρατηγικούς- σχεδιασμούς μας.

 

Του

Κυριάκου Λοΐζου

Tην τελευταία μέρα του Ιουλίου η Άγκυρα έβγαλε για δοκιμές το “Abdulhamid Han”, το τέταρτο γεωτρύπανό της, ως πρόβα για τις έρευνες που θα ξεκινήσει στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με τον Υπουργό Ενέργειας και Φυσικών Πόρων, Φατίχ Ντονμέζ.

Φυσικά, η αναμενόμενη αλλά και προκλητική κίνηση και εξαγγελία εκ μέρους της Άγκυρας, πυροδοτεί ένα νέο γύρο έντασης τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο, όσο και στο Αιγαίο, ενώ η ρητορική που χρησιμοποιεί η Τουρκία μόνο κατευναστική δεν είναι.

Όπως εξήγησε στη «Χαραυγή» ο διεθνολόγος στο Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μάρκος Τρούλης, οι προκλήσεις της Τουρκίας συνυφαίνονται με τη σταθερή στρατηγική στόχευσή της να καταστεί ηγεμονικός και κατ’ επέκταση ρυθμιστικός παράγοντας στην ευρύτερη περιφέρεια της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου.

«Μία εξόχως ελκυστική δίοδος επιβολής της νεο-οθωμανικής ατζέντας της εντοπίζεται στο ενεργειακό παίγνιο, καθώς τις τελευταίες τρεις δεκαετίες η Τουρκία επίμονα έχει διακηρύξει την πρόθεσή της να καταστεί “energy hub”, ήτοι ένας κομβικός ενεργειακός δρων, ο οποίος θα αποθηκεύει, θα μεταπωλεί και θα εργαλειοποιεί κατά το δοκούν τη διαμετακίνηση υδρογονανθράκων από τα κράτη-παραγωγούς της Ανατολής στα κράτη-καταναλωτές της Δύσης», υπογράμμισε ο καθηγητής του ΕΚΠΑ, ο οποίος σημείωσε και το γεωστρατηγικό σκέλος: Η Τουρκία επιδιώκει να καταγράψει τη βούλησή της για απόκτηση ρυθμιστικού ρόλου στην περίφημη «γαλάζια πατρίδα», εξέλιξη η οποία θα της επιτρέψει να καταστεί «ισότιμος συνομιλητής» των μεγάλων πλανητικών δυνάμεων, όπως με κομπορρημοσύνη διαλαλεί σε κάθε ευκαιρία. Ο τουρκικός αναθεωρητισμός εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου και η επιτυχής πραγμάτωση των τουρκικών στοχεύσεων συνιστούν τα προαπαιτούμενα ανόδου της Άγκυρας στην κλίμακα ισχύος και προς τούτο, η προκλητική έξοδος του γεωτρύπανου “Abdulhamid Han” στις θαλάσσιες περιοχές ελληνικής και κυπριακής κυριαρχίας αποτελεί ένα μόνο επεισόδιο σε ένα κρεσέντο επιθετικότητας και σε μια σειρά προκλήσεων, στις οποίες έχουμε γίνει και δυστυχώς θα συνεχίσουμε να γινόμαστε μάρτυρες.

Ένα ερώτημα το οποίο εκφράζεται ολοένα και εντονότερα -αφού η σημερινή συγκυρία είναι άκρως ανησυχητική- είναι το «πού μπορεί να φτάσει η Άγκυρα» με τις κινήσεις αυτές.

Η Τουρκία, εξήγησε ο κ. Τρούλης, θα εξακολουθήσει να είναι επιθετική και να αποσταθεροποιεί, με την πολιτική της, την περιοχή, όσο εκτιμά ότι η ισορροπία δυνάμεων είναι ευνοϊκή για την ίδια.

«Υπογραμμίζω τη λέξη “εκτιμά”, καθώς στην πραγματικότητα το αξιόμαχο των ελληνικών και των κυπριακών ενόπλων δυνάμεων είναι υψηλό και διαψεύδει εν τοις πράγμασι τις ονειρώξεις του κ. Ερντογάν και των συν αυτώ. Όσο η Άγκυρα νομίζει, λοιπόν, ότι η συγκυρία την ευνοεί για να επιβάλλει τις διαχρονικές αξιώσεις της εις βάρος του Ελληνισμού, θα επιχειρεί διαρκώς να προκαλεί την Ελλάδα και την Κύπρο, ώστε αυτές να αναλάβουν το “επικοινωνιακό κόστος” της έναρξης μιας σύγκρουσης. Αυτή είναι και η προϋπόθεση για να επιτύχει την αναγκαία διεθνή “νομιμοποίηση” των ενεργειών της», εξήγησε ο καθηγητής.

Από την άλλη, πόσο κρίσιμος είναι ο ρόλος της ελληνικής και κυπριακής ηγεσίας; Σε αυτό το ερώτημα, ο κ. Τρούλης είπε πως, πέραν των αναμφίλεκτων δυνατοτήτων των δύο ελληνικών κρατών, είναι αναγκαία η επίδειξη πολιτικής βούλησης, η οποία θα διατρανώνει τη διεθνή θέση της Ελλάδας και της Κύπρου και θα αναδεικνύει την επικινδυνότητα των τουρκικών κινήσεων για τη διεθνή ασφάλεια και την ειρήνη. «Τέτοιου περιεχομένου πολιτικές πρωτοβουλίες εκ μέρους μας θα αναστείλουν την τουρκική επιθετικότητα επαναφέροντας την ισορροπία δυνάμεων εξ απόψεως, τόσο μέσων όσο και στρατηγικού σχεδιασμού. Όσο αυτά δεν συμβαίνουν ή κυριαρχούν κατευναστικές απόψεις, τόσο ο τουρκικός αναθεωρητισμός θα οξύνεται τιθέμενος εν τέλει εκτός ελέγχου».

Είναι γεγονός, πάντως, ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει στο μυαλό του και το εσωτερικό της Τουρκίας, αφού τα τελευταία χρόνια η δημοτικότητά του βλέπει σημαντική πτώση.

Σίγουρα η επιθετική ρητορική έχει έντονη την «απόχρωση» των εσωτερικών ανταγωνισμών μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, ανέφερε ο διεθνολόγος.

«Όμως, επιτρέψτε μου να σημειώσω ότι αυτό είναι και το πρόβλημα για τον Ελληνισμό. Γιατί θεωρείται “συνταγή επιτυχίας” για κάποιο τουρκικό πολιτικό κόμμα να οξύνει τον ανθελληνικό λόγο του; Γιατί αυτή η ρητορική βρίσκει ερείσματα στην τουρκική κοινωνία; Θέτω τα εν λόγω ερωτήματα γιατί βρισκόμαστε ενώπιον της τραγικής διαπίστωσης, κατά την οποία οι τουρκικές πολιτικές ελίτ διαφωνούν μόνο όσον αφορά πόσα νησιά θα διεκδικήσουν από την Ελλάδα ή περί του αν θα πρέπει να καταλάβουν το σύνολο της Κύπρου ή απλά να προσαρτήσουν τα κατεχόμενα. Αυτή είναι η “εσωτερική κατανάλωση” σήμερα στην Τουρκία!», σημείωσε ο κ. Τρούλης, υποδεικνύοντας ότι οφείλουμε να αφήσουμε στην άκρη την ανάλυση της Τουρκίας με αγγλοσαξονικής εμπνεύσεως όρους “party politics” και να αντιληφθούμε ότι όσο η γειτονική χώρα διατηρεί τις ίδιες οσμανικές δομές, όπως επισήμαινε ο αείμνηστος Νεοκλής Σαρρής, τόσο θα διατηρεί και τις ίδιες οσμανικές βλέψεις, είπε ο διεθνολόγος.

Σε ό,τι αφορά τους εξοπλισμούς και κατά πόσον η νέα ένταση οδηγεί σε μία τέτοια «κούρσα», ο καθηγητής σημείωσε πως η Ελλάδα έχει επανεκκινήσει το εξοπλιστικό πρόγραμμά της, μετά από 15 σχεδόν άγονα έτη, κατά τα οποία η Τουρκία ανέπτυξε πλήρως τις δικές της αμυντικές δυνατότητες.

«Για να το θέσω διαφορετικά, θα ήμουν ιδιαίτερα ευτυχής αν το σύνολο των κρατών και εν προκειμένω τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία αποφάσιζαν την κατάργηση των ενόπλων δυνάμεων και τη διατήρηση μόνο προσκοπικών ομάδων. Είναι διαφορετικό, όμως, μια από κοινού τέτοια απόφαση και τελείως διαφορετικό να λάβει αυτή την απόφαση ένας με άμεση συνέπεια την απώλεια της ελευθερίας του χάριν της ηγεμόνευσης κάποιου άλλου. Δυστυχώς, λοιπόν, οι εξοπλισμοί είναι μέρος της “καθημερινότητας” της διεθνούς πολιτικής και όσο ζούμε στον πλανήτη Γη, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά διάρθρωσης των κοινωνικών οντοτήτων, οφείλουμε να τους εντάξουμε στους ευρύτερους -οικονομικούς και στρατηγικούς- σχεδιασμούς μας. Αν βέβαια, θέλουμε να διατηρήσουμε την αυτοδιάθεσή μας και να εξακολουθήσουμε να είμαστε ελεύθεροι», υπογράμμισε καταληκτικά.

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.