Η εργασιακή ανασφάλεια και εκµετάλλευση δεν κάνουν διακρίσεις – Πώς επηρεάζονται οι Ακαδημαϊκοί

Η απορρύθµιση των σχέσεων εργασίας, οι συµβάσεις ορισµένου χρόνου ή µερικής απασχόλησης, το ξεζούµισµα των εργαζόµενων µε τις ατέλειωτες (και συνήθως απλήρωτες) ώρες εργασίας δεν είναι φαινόµενα που περιορίζονται σε κάποιες κατηγορίες εργαζοµένων.

Χαρακτηριστικό παράδειγµα οι εργαζόµενοι στην έρευνα και τη διδασκαλία στα πανεπιστήµια -τόσο τα ιδιωτικά όσο και τα δηµόσια. Αν και είναι διάχυτη η εντύπωση ότι οι ακαδηµαϊκοί στο σύνολό τους διάγουν ανέµελο βίο, µελετώντας, γράφοντας και διδάσκοντας για τα αγαπηµένα τους θέµατα, η πραγµατικότητα είναι πολύ διαφορετική, δηλώνει ο πρόεδρος της ∆Ε∆Ε, ∆ρ Χρίστος Χατζηιωάννου. Είναι δεκάδες οι εργαζόµενοι στα πανεπιστήµια που επηρεάζονται από τις ίδιες ανασφάλειες που ταλανίζουν την υπόλοιπη εργατική τάξη.


Η απαξίωση της ακαδηµαϊκής εργασίας και η εργοδότηση ακαδηµαϊκών µε όρους προσωρινότητας, µε όσα αυτά συνεπάγονται, οδήγησε το 2015 στη δηµιουργία της Συντεχνίας ∆ιδακτορικών Επιστηµόνων ∆ιδασκαλίας και Έρευνας (∆Ε∆Ε).

Η ∆Ε∆Ε είναι παγκύπρια συντεχνία ακαδηµαϊκών σε µη οργανικές, µη µόνιµες θέσεις και εκπροσωπεί τους εν λόγω ακαδηµαϊκούς σε όλα τα ακαδηµαϊκά ιδρύµατα της Κύπρου, δηµόσια και ιδιωτικά.

Η απεργία τους, δυο χρόνια αργότερα, κατέγραψε ιστορική παρακαταθήκη, αλλά ήταν µόνο η αρχή…


Ο αγωνιώδης βίος των ακαδημαϊκών σε προσωρινές θέσεις

Η ακαδηµαϊκή εργασία ολοένα απαξιώνεται, η πίεση αυξάνεται, ο χρόνος της εργασίας µεγεθύνεται σε βαθµό που καταπνίγει την ίδια την προσωπική ζωή και καταπίνει Σαββατοκυρίακα και διακοπές.

Το πιο σηµαντικό πρόβληµα όµως το έχουν οι ακαδηµαϊκοί που δεν έχουν µόνιµες θέσεις. ∆ιδάσκουν λίγες ώρες στο τάδε πανεπιστήµιο, λίγες ώρες στο δείνα πανεπιστήµιο, ένα-δύο χρόνια στο τάδε ερευνητικό πρόγραµµα, δύο-τρία χρόνια στο δείνα πρόγραµµα. Η ζωή τους όλη είναι µια ασταµάτητη διαδικασία συγγραφής και υποβολής αιτήσεων και αναµονής για τα αποτελέσµατα, µη µπορώντας να προγραµµατίσουν κάτι εκτός αυτού του κύκλου.

Η εργοδότηση ακαδηµαϊκών µε όρους προσωρινότητας εγκλωβίζει στην ανασφάλεια, στην αβεβαιότητα, στην αγωνία, στο φόβο, στην ντροπή, στη χαµηλή αυτοπεποίθηση. Επιθυµώ όμως να θίξω και κάτι που, όχι τυχαία, µένει στην αφάνεια: την ψυχολογία αυτών των εργαζοµένων.


Οι εργασιακές συνθήκες οργανώνουν αντίστοιχα και τον συναισθηµατικό και διανοητικό κόσµο. Υπάρχει µια διπλή δυσκολία να µιλήσουµε για αυτή την υποκειµενική πτυχή. Σαν ένας διπλός εγκλωβισµός. Οι ακαδηµαϊκοί µε προσωρινά συµβόλαια έχουν συνηθίσει να µη µιλούν για τις αντικειµενικές εργασιακές συνθήκες.

Ακόµα περισσότερο όµως έχουν συνηθίσει να κρατούν τις υποκειµενικές συνθήκες ακόµα πιο κρυµµένες στην αφάνεια, µη τολµώντας να τις θεωρήσουν άξιες συζήτησης και να αναστοχαστούν πάνω σε αυτές. Έτσι, οι εργαζόµενοι όχι µόνο ζουν υπό καθεστώς αγωνίας, φόβου και ντροπής, αλλά ζουν και σε µια διαρκή άρνηση και καταπίεση αυτών των συναισθηµάτων, ώστε να µείνουν πάση θυσία ιδιωτικά και σε καµιά περίπτωση δηµόσια.

Αν οι αντικειµενικές εργασιακές συνθήκες είναι στιγµατισµένες, οι υποκειµενικές, και δη οι συναισθηµατικές, είναι διπλά στιγµατισµένες. Και στις λίγες περιπτώσεις που η υποκειµενική πτυχή έρχεται στο προσκήνιο, έρχεται ως αποκοµµένη από τις αντικειµενικές συνθήκες, στα πλαίσια µιας ψυχολογικοποίησης µιας προβληµατικής κατάστασης, αποσυνδέοντας τα υποκειµενικά συναισθήµατα από οποιοδήποτε εργασιακό αίτηµα και συνθήκες καθοδηγώντας το… στα ζάναξ.


Τα συναισθήµατα και οι διαθέσεις όµως των εργαζοµένων είναι ήδη συζευγµένα µε το εργασιακό περιβάλλον και το αποκαλύπτουν γλαφυρά.

Οι ακαδηµαϊκοί σε προσωρινές θέσεις δυσκολεύονται να µιλήσουν για το επιστηµονικό τους έργο, για την έρευνά τους και τη διδασκαλία τους µε όρους εργασίας. Υπάρχει µια ψυχολογική δυσκολία να δουν το έργο τους ως εργασία, κι έτσι να δουν τον εαυτό τους ως εργάτη.

Υπάρχουν συγκεκριµένα συναισθήµατα που τους αποτρέπουν από αυτό. Για παράδειγµα τα συναισθήµατα ντροπής και ενοχής. Η κατοχή διδακτορικού τίτλου έρχεται µε κάποια αναγνώριση στην κοινωνία και κάποιο «στάτους».


Ωστόσο αυτό δεν ανταποκρίνεται στις εργασιακές συνθήκες και αυτή η ασυµφωνία παράγει συναισθήµατα ντροπής και ενοχής. Η ντροπή και η ενοχή προκαλούνται διότι ο/η εργαζόµενος/η βιώνει τις συνθήκες του/της ως προσωπική αποτυχία και νιώθει ότι φέρει την ευθύνη. Έτσι κλονίζεται η αυτοπεποίθηση και επηρεάζεται η διαύγεια. Αλλά και η αγωνία και ο φόβος είναι κυρίαρχα συναισθήµατα του βίου των ακαδηµαϊκών µε προσωρινές θέσεις. Η αγωνία για το αν θα έχει θέση στο πανεπιστήµιο το επόµενο εξάµηνο.

Η αγωνία αν θα προλάβει τις αµείλικτες προθεσµίες για χρηµατοδοτικά προγράµµατα. Αν δεν τα προλάβει, και αν δεν επιτύχει, θα µείνει άνεργος/η. Ο φόβος µπροστά σε µια επιτροπή αξιολόγησης, από την οποία εξαρτούνται πολλά. Ο φόβος να εγγραφεί στη συντεχνία ή να δραστηριοποιηθεί ανοιχτά, φοβούµενος/η ότι θα έχει αρνητική επίπτωση σε περίπτωση που ανοίξει µια µόνιµη θέση στο τµήµα.

Ο φόβος και η αγωνία, µεταξύ άλλων, σκοτώνουν και κάθε δυνατότητα παρρησίας, καθώς και τη δυνατότητα ελεύθερης έρευνας. Αποτέλεσµα; Να γεµίζουν τα πανεπιστήµια µε πειθήνιους διδάσκοντες και ερευνητές.


∆ρ Χρίστος Χατζηιωάννου Πρόεδρος ∆Ε∆Ε

Επισφαλής εργασία στα πανεπιστήμια (και όχι μόνο)

Η επισφαλής και ευέλικτη εργασία δεν είναι φαινόµενο που περιορίζεται στην ακαδηµία. Στη σχετική συζήτηση για το µετασχηµατισµό της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων, τα βασικά γνωρίσµατα του νέου εργασιακού τοπίου περιλαµβάνουν την εξατοµίκευση, την επισφάλεια και τις ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές που οδηγούν στην ανάγκη για συνεχή ενηµέρωση και επανεκπαίδευση.

Μια σειρά από σχετικά σταθερά χαρακτηριστικά αυτού του είδους εργασίας είναι οι προσωρινές, διακοπτόµενες και επισφαλείς θέσεις εργασίας, τα ατέλειωτα ωράρια, οι κακές αµοιβές, η (πολλές φορές υποχρεωτική) προσκόλληση στη δουλειά και οι εµπειρίες ανασφάλειας και άγχους σχετικά µε την εύρεση εργασίας αλλά και την εξασφάλιση της επιβίωσης.


Αυτά τα χαρακτηριστικά επικρατούν και στο πανεπιστήµιο. Το τελευταίο, ως µέρος του ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος, έχει υποστεί δοµικούς µετασχηµατισµούς, µε προεξάρχουσα την αυξανόµενη επιχειρηµατική ταυτότητα και ιδιωτικοποίηση του πανεπιστηµίου.

Παραδείγµατα αποτελούν η εισαγωγή εταιρικών µοντέλων διαχείρισης στην πανεπιστηµιακή ζωή, η αναδιατύπωση της ίδιας της φύσης της εκπαίδευσης µε εργαλειακούς όρους που συνδέονται µε τις επιχειρήσεις και την οικονοµία, η µετατροπή των φοιτητών σε «καταναλωτές» και η υποβάθµιση των συνθηκών αµοιβής και εργασίας για τους ακαδηµαϊκούς.

Στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας Τριτοβάθµιας Εκπαίδευσης του ΗΒ (HESA) δείχνουν ότι τουλάχιστον το 53% όλων των ακαδηµαϊκών που απασχολούνται στον κλάδο είναι µε κάποια µορφή ανασφαλούς σύµβασης περιορισµένης διάρκειας. Μάλιστα το 40% από αυτές και αυτούς είπε ότι κερδίζει κάτω από €1.000 το µήνα και ένας στους επτά (14%) κερδίζει λιγότερα από €500 τον µήνα.


Το 17% δυσκολεύεται να πληρώσει για φαγητό, ενώ το 35% δυσκολεύεται να πληρώσει ενοίκια ή αποπληρωµή στεγαστικών δανείων και λογαριασµούς όπως καύσιµα, ρεύµα, νερό και επισκευές. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η επισφάλεια είναι µια από τις καθοριστικές εµπειρίες της σύγχρονης ακαδηµαϊκής ζωής, ιδιαίτερα, αλλά όχι αποκλειστικά, όσον αφορά το «νεότερο» προσωπικό (ένας χαρακτηρισµός που µπορεί πλέον να επεκταθεί σε ολόκληρη τη «σταδιοδροµία», δεδοµένων των λίγων ευκαιριών για ανάπτυξη ή µόνιµη απασχόληση).

Στατιστικά στοιχεία σχετικά µε τα πρότυπα απασχόλησης ακαδηµαϊκών δείχνουν τον γενικό µετασχηµατισµό της τριτοβάθµιας εκπαίδευσης τις τελευταίες δεκαετίες, µε τη συστηµατική περιστασιακή µείωση του εργατικού δυναµικού και της κρατικής χρηµατοδότησης, µια τάση µάλιστα που έχει αντίκτυπο κυρίως στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήµες.

Οι τάσεις αυτές έχουν οδηγήσει σε µια αυξανόµενη εξάρτηση από το δυναµικό ή το «µη µόνιµο» διδακτικό προσωπικό. Επισφαλώς απασχολούµενοι, οι συµβασιούχοι αποτελούν µια δεξαµενή χαµηλά αµειβόµενων και περιθωριοποιηµένων ακαδηµαϊκών εργαζοµένων. Το προσωπικό που απασχολείται µε αυτές τις συµβάσεις δεν γνωρίζει τι θα γίνει το επόµενο έτος και πρέπει να αφιερώσει πολύ χρόνο αναζητώντας το επόµενο συµβόλαιο.


Μια πρόσφατη έρευνα που διεξήχθη από το UCU (συντεχνία Πανεπιστηµίων και Κολλεγίων του ΗΒ) διαπίστωσε ότι περίπου το ένα τρίτο των συµβασιούχων ερευνητών ξόδεψαν το 25% του χρόνου τους για την προετοιµασία της επόµενης σύµβασής τους. Αλλά η επισφάλεια αφορά επίσης το εισόδηµα και τις ώρες εργασίας. Οι εργοδότες θεωρούν τη µόνιµη απασχόληση ως υπερβολικά δαπανηρή και χρησιµοποιούν τέτοιες συµβάσεις για να µετακυλήσουν κάποια κόστη στο προσωπικό.

Οι εργαζόµενες όµως σε τέτοια καθεστώτα δεν έχουν την ίδια πρόσβαση σε δικαιώµατα µητρότητας ή απόλυσης, για παράδειγµα. Ενδεικτικά, στον Καναδά εκτιµάται ότι περισσότεροι από τους µισούς προπτυχιακούς φοιτητές διδάσκονται από συµβασιούχους καθηγητές, πράγµα που φαίνεται να ισχύει και σε πολλές άλλες χώρες, όπως και στην Κύπρο.

Αυτά τα φαινόµενα συνολικά συνδέονται άρρηκτα µε το µετασχηµατισµό των πανεπιστηµίων σε ένα πλαίσιο νεοφιλελεύθερων πολιτικών και ιδιωτικοποιήσεων. Το πανεπιστήµιο για πολλές δεκαετίες παρουσιαζόταν ως ο «πύργος από ελεφαντοστό», αποκοµµένο από την κοινωνία. Αυτή η λογική καταρρέει υπό το φως όλων αυτών των στοιχείων. Το πανεπιστήµιο αποτελείται -µάλιστα βασίζεται- σε µεγάλο βαθµό σε επισφαλείς εργαζόµενους και εργαζόµενες, χωρίς τις οποίες δεν θα µπορούσε να λειτουργήσει.


Χρειάζεται συλλογική προσπάθεια για να διεκδικήσουµε τα αυτονόητα. Ασφάλεια, αξιοπρεπείς αµοιβές, δικαιώµατα.

∆ρ Θεόδωρος Κούρος – Βοηθός Γραµµατέας ∆Σ ∆Ε∆Ε

Τα ευέλικτα συστήµατα εργασίας (και) στα πανεπιστήµια

Στα περισσότερα πανεπιστήµια της Κύπρου (αλλά και στο εξωτερικό) οι ακαδηµαϊκοί που εργοδοτούνται για διδακτικό ή ερευνητικό έργο, είτε και τα δύο, µε συµβόλαια ορισµένου χρόνου, ξεπερνούν σε αριθµό το αντίστοιχο ακαδηµαϊκό προσωπικό µε µόνιµα συµβόλαια. Η αβεβαιότητα των µη µόνιµων συµβολαίων έχει ως αποτέλεσµα πολλές φορές η συγκεκριµένη κατηγορία εργαζοµένων να αναγκάζεται να µετακοµίζει, να ξενιτεύεται (και όχι µόνο σε µια χώρα), ενώ, αν έχει και οικογένεια, αυτό γίνεται κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες.


Panepistimiokiprou

Στατιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κοινωνικών Ανθρωπολόγων αναφέρουν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις πρέπει να είναι τυχερός κάποιος ή κάποια στην ηλικία των 50 χρόνων για να έχει µια θέση η οποία να είναι µόνιµη σε ένα πανεπιστήµιο! Η ίδια έρευνα αναφέρει ότι ανάµεσα στους ανθρώπους µε συµβόλαια µεταξύ 31 και 35 χρόνων µόνο το 1/3 δεν έχει φύγει από τη χώρα του για δουλειά, το οποίο είναι εντυπωσιακό. Τα 2/3 έχουν αναγκαστεί σε κάποια φάση της ζωής τους, µέχρι τα 35, να αλλάξουν χώρα έστω για ένα διάστηµα για σκοπούς εργασίας.

Σηµειώνεται ότι ένας ή µία ακαδηµαϊκός µε διδακτορικό τίτλο σπουδών, στην καλύτερη των περιπτώσεων, έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του/της στην ηλικία των 30 ετών, έχει αφιερώσει «άπειρες» ώρες σκληρής µελέτης και µέχρι αυτή την ηλικία είτε θα πλήρωνε δίδακτρα ή θα είχε µερική οικονοµική στήριξη (ως αποτέλεσµα των σπουδών του) για τα βασικά έξοδα.

Αν πάρουµε ως παράδειγµα την περίπτωση του Πανεπιστηµίου Κύπρου, το οποίο ίσως να αποτελεί το καλύτερο δυνατόν παράδειγµα σε σχέση (ειδικά) µε τα ιδιωτικά πανεπιστήµια της Κύπρου ως προς τις αµοιβές, οι ειδικοί επιστήµονες διδασκαλίας µε διδακτορικό πληρώνονται 66 ευρώ ανά ώρα διδασκαλίας.


Αν το συγκεκριµένο άτοµο διδάσκει 3 µαθήµατα το εξάµηνο, σηµαίνει διδάσκει 9 ώρες τη βδοµάδα, άρα πληρώνεται 9 ώρες τη βδοµάδα επί 66 -σύνολο 594 ευρώ τη βδοµάδα- άρα για 15 βδοµάδες το κάθε εξάµηνο µάς κάνει περίπου 9 χιλιάδες ευρώ για µισό ακαδηµαϊκό έτος. Αυτά, µάλιστα, είναι µεικτά εισοδήµατα. Αν θεωρήσουµε ότι διδάσκει αντίστοιχο αριθµό µαθηµάτων και στα 2 ακαδηµαϊκά εξάµηνα, τότε το µεικτό εισόδηµα είναι 18 χιλιάδες ευρώ το χρόνο χωρίς άδεια ασθενείας, χωρίς 13ο µισθό ή οποιοδήποτε άλλο ωφέληµα, ενώ τους καλοκαιρινούς µήνες είναι στην ανεργία. Να σηµειωθεί ότι ο χρόνος προετοιµασίας του µαθήµατος δεν αµείβεται.

Οι ειδικοί επιστήµονες έρευνας βρίσκονται ελάχιστα σε καλύτερη µοίρα, αφού οι µέσες ετήσιες µεικτές απολαβές είναι 25 χιλιάδες ευρώ, µε 20 µέρες άδεια σε περίπτωση που το συµβόλαιο είναι µεγαλύτερο από 12 µήνες, ενώ δεν υπάρχει πρόνοια για 13ο µισθό ή οποιοδήποτε άλλο ωφέληµα.

Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα συγκεκριµένα συµβόλαια βασίζονται σε εθνικά ή διεθνή ερευνητικά προγράµµατα, τα οποία συνήθως έχουν διάρκεια 2-3 χρόνια. Αν στο µεσοδιάστηµα δεν υπάρχει κάποιο ερευνητικό πρόγραµµα, τότε ο/η ερευνητής/τρια στην καλύτερη παραµένει άνεργος/η µέχρι την προσέλκυση νέου προγράµµατος.


Οι απολαβές και οι εργασιακές συνθήκες των εν λόγω εργαζοµένων σίγουρα δεν ανταποκρίνονται ούτε στο έργο που παράγουν ούτε στα προσόντα τους, αλλά ούτε και στο χρόνο που επένδυσαν για να είναι σε θέση να συνεχίσουν να προάγουν τη γνώση και τις επιστήµες.

∆ρ Πέτρος Μουζουρίδης – Ταμίας ΔΕΔΕ

Πιο δύσκολα τα πράγµατα για τις γυναίκες ακαδηµαϊκούς

Είναι γεγονός ότι συχνά γυναίκες ακαδηµαϊκοί εργαζονται σε ακόµα πιο επισφαλείς συνθήκες. Ένα απλό παράδειγµα έχει να κάνει µε τις επιπρόσθετες δυσκολίες που προκύπτουν µετά από µια εγκυµοσύνη.


Αν αυτό το άτοµο είναι Ειδική Επιστήµονας ∆ιδασκαλίας, τότε πολύ πιθανό να χάσει περισσότερο από ένα εξάµηνο εργασίας, αφού τα συµβόλαια αυτά δεν προνοούν αντικατάσταση και εποµένως, ούσα έγκυος, αναγκαστικά θα αποφύγει να υποβάλει αίτηση εξ αρχής και έτσι θα χάσει όλο το εξάµηνο.

Εάν δε εργάζεται ως Ειδική Επιστήµονας Έρευνας, όπου υπάρχει άδεια µητρότητας, και κάποια από τα παραδοτέα πρέπει να ολοκληρωθούν κατά τη διάρκεια της άδειας µητρότητας, αναγκάζεται να εργάζεται κατά τη διάρκεια της άδειας.

∆ρ Μαρία Χατζηµιχαήλ – Μέλος ∆Σ ∆Ε∆Ε


Που στύλο-στύλο άνεση…

Ένα από τα σηµαντικότερα θέµατα που ερχόµαστε να αντιµετωπίσουµε σαν µη-µόνιµοι ακαδηµαϊκοί είναι εκείνο της «κινητικότητας», αφού συχνά πρέπει να αλλάζουµε χώρα κάθε 2-3 χρόνια, από το ένα στο άλλο ερευνητικό.

Η κινητικότητα πλέον προωθείται µε κάθε δυνατό τρόπο εις βάρος των εργαζοµένων. Φέτος το Πανεπιστήµιο Κύπρου έχει προκηρύξει µόνο µεταδιδακτορικές θέσεις Marie Curie (50 στο σύνολο). Τα προγράµµατα Marie Curie αφορούν ερευνητές που µετακινούνται σε νέα εργασιακά περιβάλλοντα – σε άλλη χώρα.

Το Πανεπιστήµιο Κύπρου καταργεί τη δυνατότητα σε ερευνητές/τριες που εργάζονται ήδη στην Κύπρο να αιτηθούν για τα χρηµατοδοτούµενα προγράµµατα post-doc, αφού τα πανεπιστήµια προτιµούν να προσλαµβάνουν αποφοίτους από πανεπιστήµια του εξωτερικού, που σε πολλές περιπτώσεις είναι και εκτός του κοινωνικού πλαισίου και των αναγκών. Αυτή η κίνηση όµως του Πανεπιστηµίου Κύπρου να «προσελκύσει» ερευνητές του εξωτερικού, αποκλείοντας ερευνητές που είναι ήδη στην Κύπρο, εξωθεί ταυτόχρονα άτοµα που αποφοιτούν ή εργάζονται ήδη σε πανεπιστήµια στην Κύπρο να µεταναστεύσουν!


Οι υποστηρικτές της κινητικότητας -κυρίως θεσµοί, οργανισµοί και µόνιµα µέλη ακαδηµαϊκών ιδρυµάτων σε ανώτερες βαθµίδες- θεωρούν ότι η ανταλλαγή της γνώσης βοηθά τόσο τους ερευνητές όσο και την επιστήµη και την κοινωνία.

Οι πολέµιοι της κινητικότητας είναι κυρίως µη-µόνιµοι ακαδηµαϊκοί που ζουν την ασταµάτητη αγωνία να πρέπει να διεκδικούν θέσεις σε διαφορετικά πανεπιστήµια/χώρες κάθε 2-3 χρόνια, να πρέπει να προσεγγίζουν και να αναµένουν θετικές απαντήσεις από υποψήφιους καθηγητές που θα τους δέχονταν, µε κίνδυνο η συνεργασία να µην πάει καλά, ενώ έχουν αναγκαστεί να µετακοµίσουν σε ένα εργασιακό περιβάλλον στο οποίο δεν έχουν κανένα σύστηµα υποστήριξης (ψυχολογικής ή άλλης).

Η κινητικότητα µπορεί σε αυτές τις περιπτώσεις να ιδωθεί µέσα από έναν καπιταλιστικό/νεοφιλελεύθερο φακό: Σε συνθήκες αβεβαιότητας και µετακίνησης, τα άτοµα είναι ανίκανα να αναπτύξουν κοινωνικούς δεσµούς και σχέσεις µεταξύ τους. Είναι δύσκολο σε αυτές τις συνθήκες να καταφέρουν να ενεργοποιηθούν συλλογικά και να διεκδικήσουν δικαιώµατα. Είναι αδύνατο να βρουν χρόνο να αναπτύξουν τον εαυτό τους, να κάνουν οικογένεια, να αρρωστήσουν.


Προφανώς εργοδοτούνται ή κοστίζουν µόνο για τους «ενεργούς» χρόνους και όχι στα ενδιάµεσα. Και ακόµη είναι αναλώσιµοι. Τελειώνει σήµερα ο τάδε ερευνητής, έρχεται αύριο ο δείνα. Ο τάδε και ο δείνα ερευνητής, φυσικά, στα µεταίχµια των ερευνητικών αποστολών, σε αυτούς τους οριακούς (liminal) χρόνους και χώρους, παραµένει άνεργος (χωρίς µισθό), αλλά όχι άεργος, καθώς αναγκάζεται να σπαταλά άπειρο χρόνο για τη διεκδίκηση της επόµενης µετακίνησης.

∆ρ Αντρούλα Γεωργίου – Ειδική Επιστήµονας Έρευνας και ∆ιδασκαλίας, Μέλος ∆Ε∆Ε

Η τάση για πλήρη εμπορευματοποίηση της Παιδείας – Το βρετανικό παράδειγμα

Η University and College Union (UCU) είναι µια βρετανική συνδικαλιστική οργάνωση και η µεγαλύτερη συνδικαλιστική οργάνωση εργαζοµένων στην τριτοβάθµια εκπαίδευση παγκόσµια (αριθµεί πάνω από 130.000 µέλη).


Αυτή τη στιγµή η UCU έχει δύο ανοικτά ζητήµατα, για τα οποία βρίσκεται σε µια διαδικασία διαπραγµάτευσης µε τις πανεπιστηµιακές εργοδοτικές οργανώσεις (UUK και UCEA).

Το πρώτο αφορά το νέο συνταξιοδοτικό σχέδιο για τους εργαζόµενους στα πανεπιστήµια του Ηνωµένου Βασιλείου (ΗΒ), µε το οποίο οι συντάξεις µειώνονται έως και 35%. Ήδη από τον Φεβρουάριο του 2018 το UCU έχει προχωρήσει σε αρκετές απεργιακές κινητοποιήσεις προσπαθώντας να ανατρέψει τις αποφάσεις των εργοδοτικών οργανώσεων.

Παράλληλα µε αυτόν τον αγώνα, από το 2019 η UCU ξεκίνησε και την καµπάνια για µια δέσµη προβληµάτων που ταλανίζουν ευρύτερα τα πανεπιστήµια στις µέρες µας: 1) τη συνεχή µείωση των µισθών (17,6% µείωση από το 2009 στο ΗΒ), 2) τη συστηµατική πρόσληψη προσωπικού µε επισφαλείς όρους εργασίας, όπως µε συµβάσεις ορισµένου χρόνου και µηδενικών ωρών, 3) τον τεράστιο φόρτο εργασίας, που έχει ως αποτέλεσµα όχι µόνο την εξαφάνιση του προσωπικού χρόνου αλλά και την αύξηση των προβληµάτων ψυχικής υγείας µεταξύ των εργαζοµένων (86% των εργαζοµένων που συµµετείχαν σε σχετική έρευνα ανέφεραν ότι χρειάστηκε να αποταθούν σε επαγγελµατία ψυχικής υγείας λόγω του όγκου εργασίας τους), 4) το µισθολογικό χάσµα µεταξύ αντρών και γυναικών εργαζοµένων (15,1%), µαύρων και λευκών εργαζοµένων (17%) και ατόµων µε αναπηρίες (9%).


Μετά από δέκα µέρες απεργιακής κινητοποίησης σε 68 πανεπιστήµια του ΗΒ τον Φεβρουάριο, έχει ήδη ανακοινωθεί ακόµα µια εβδοµάδα απεργιών, ενώ εκπρόσωποι των φοιτητών στηρίζουν συµµετέχοντας ενεργά στις κινητοποιήσεις. Την ίδια ώρα, σε απάντηση της εντεινόµενης εκµετάλλευσης του προσωπικού, τα µέλη της UCU καλούνται να διεκπεραιώνουν µόνο τις εργασίες που προβλέπονται ρητά στους όρους εργασίας του συµβολαίου τους, µια συνδικαλιστική τακτική που είναι γνωστή στο ΗΒ ως Action Short of Strike (ASOS).

Καθώς οι εργοδοτικές οργανώσεις δεν δείχνουν την απαραίτητη βούληση για να ικανοποιήσουν τα αιτήµατα των εργαζοµένων, οι φωνές µέσα στη UCU που καλούν για περαιτέρω κλιµάκωση του αγώνα, µε µια απεργία διαρκείας, όλο και αυξάνονται. Όσο και αν η άτεγκτη στάση των εργοδοτών µε τους παχυλούς µισθούς αλλά και η ήδη µακρά διάρκεια του αγώνα είναι λογικό να έχει καταπονήσει το ηθικό και την οικονοµική κατάσταση των εργαζοµένων, όλοι αντιλαµβανόµαστε πως αυτή η µάχη ξεπερνά τον δοσµένο χώρο και χρόνο στον οποίο εκτυλίσσεται.

Η τάση για την πλήρη εµπορευµατοποίηση της τριτοβάθµιας εκπαίδευσης και τη µετατροπή των πανεπιστηµίων σε επιχειρήσεις µε κύριο σκοπό το κέρδος, µε τις ανάλογες συνέπειες σε φοιτητές και εργαζοµένους, είναι εγγενές χαρακτηριστικό του ίδιου του καπιταλιστικού συστήµατος.


Ο σηµερινός αγώνας για ανθρώπινες συνθήκες εργασίας και αξιοπρεπή σύνταξη δεν είναι ένα στενά συνδικαλιστικό αίτηµα, αλλά στον πυρήνα του είναι µια µάχη για το µέλλον της ίδιας της εκπαίδευσης. Στην τελική, σε αυτή τη µάχη και σε αυτές που µέλλονται για να ’ρθουν καλούµαστε ως κοινωνίες να απαντήσουµε: πανεπιστήµιο για το κέρδος ή για τους ανθρώπους του;

Ανδρέας Πιπερίδης – Υποψήφιος διδάκτορας ∆ιεθνούς ∆ικαίου, μέλος UCU

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.