Η ίδρυση των Τουρκικών Συντεχνιών μέσα από την αφήγηση του Κιαμίλ Τουντζέλ (Μέρος 3ο)

Οι κοινοί αγώνες Ε/κ και Τ/κ ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή των προτεραιοτήτων της κυπριακής Αριστεράς όπως εκφραζόταν και εκφράζεται μέσα από το ΑΚΕΛ και το Λαϊκό Κίνημα.

Του Μιχάλη Μιχαήλ

Στο δεύτερο μέρος της αφήγησης του ο Τ/κύπριος συνδικαλιστής Κιαμίλ Τουντζέλ αναφέρθηκε στη συνεργασία των Τούρκικων Συντεχνιών με την ΠΕΟ και την κήρυξη της μεγάλης απεργίας των μεταλλωρύχων, στις 17 του Γενάρη το 1948, την οποία αρχικά στήριξαν όλοι οι Τουρκοκύπριοι ηγέτες. Ανέφερε επίσης ότι ο Διευθυντής της Εταιρίας των μεταλλείων ζήτησε τη βοήθεια της ΣΕΚ, του Δημάρχου της Λεύκας και κάποιου περιφερειακού στελέχους, του τσιφλικά Σαϊτ μπέη, να συνεργαστούν, για τη διάσπαση της απεργίας με την εξεύρεση απεργοσπαστών οι οποίοι προέρχονταν από τη Λεύκα και την περιοχή της Κερύνειας, κυρίως Μαρωνίτες και μερικούς Τουρκοκύπριους και Ελληνοκύπριους, πληρώνοντάς τους διπλάσιο μεροκάματο από όσο πλήρωνε τους μεταλλωρύχους.

Οι εργάτες του Ξερού κήρυξαν απεργία αλληλεγγύης προς τους απεργούς. Ο κύριος Χένρι, κάλεσε την αστυνομία που πυροβόλησε τους απεργούς και είχαμε και θύματα.

 

Μακάριος Β’ και Φ. Κιουτσούκ εναντίον της απεργίας

Ο Κιαμίλ Τουντζέλ αναφέρει ότι με τη δικαιολογία ότι η απεργία ξέφυγε από το στόχο της και πέρασε στα πολιτικά, αφού η απεργία έγινε ουσιαστικά από την κομουνιστική – αριστερή συντεχνία, στήριξαν αργότερα τον απεργοσπαστικό ρόλο και ο Φαζίλ Κιουτσούκ, που τάχτηκε ενάντια στους απεργούς. Όπως και ο τότε Αρχιεπίσκοπος, ανέφεραν (για να δικαιολογηθούν), ότι ο αγώνας είναι πια κομμουνιστικός.

Πολλά μπορούν να γραφούν για την απεργία αυτή. Εγώ, σημειώνει ο Κ. Τουντζέλ, θα περιοριστώ στην αφήγηση του απεργού, Ζερσίν Σελίμ, όπως μου την είπε το 2002.

«Εμείς οι εργάτες ζητούσαμε από την εταιρεία βελτίωση των συνθηκών εργασίας και αυξήσεις μεροκαμάτων. Η διεύθυνση αρνήθηκε τα αιτήματά μας και κατήλθαμε σε απεργία … Προσπάθησαν να μας διασπάσουν. Μια ημέρα, το απόγευμα, πήγα στο καφενείο του Γιώργου. Εκεί ήταν μερικοί απεργοί συνάδελφοι μου που ετοιμάστηκαν να υποδεχτούν τους απεργοσπάστες και να τους περιποιηθούν.

 

Απεργοσπάστες με συνοδεία αστυνομικών

Όταν, όμως, είδαν ότι αυτούς τους συνόδευε αστυνομία, διαλύθηκαν. Το αστυνομικό αυτοκίνητο, άφησε τον απεργοσπάστη Ιζέτ από τη Λεύκα, έξω από το σπίτι του και συνέχισε το δρόμο του για να μεταφέρει και τους άλλους απεργοσπάστες.

Εμείς τρέξαμε ξοπίσω του να τον χτυπήσουμε, αλλά αυτός ήταν προετοιμασμένος. Ανέσυρε από το καλάθι του μια ππάλα[1] και υποχρεωθήκαμε να τον αφήσουμε, αφού δεν κρατούσαμε τίποτα επάνω μας. Απλώς περιοριστήκαμε να λιθοβολούμε το σπίτι του. Προσέτρεξε η αστυνομία.

Ύστερα από κατάθεση του Ιζέν, η αστυνομία συνέλαβε μερικούς απεργούς, μεταξύ τους και εμένα. Για μια εβδομάδα μας μετακινούσαν από σταθμό σε σταθμό και τελικά μας παρουσίασαν στο δικαστήριο, που μας καταδίκασε σε ένα μήνα φυλάκιση. Οι εργάτες είχαμε μεγάλο δίκαιο τότε».

Να αναφέρω εδώ, ότι από την απεργία μπορεί να μην κερδίσαμε όλα όσα ζητούσαμε, αλλά κερδίσαμε μεγάλη πείρα, που θα μας βοηθήσει στους επόμενους αγώνες μας.

Να τονίσω ότι οι μεταλλωρύχοι που φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν και έχασαν τις δουλειές τους, ενώ είχαν το σθένος να συνεχίσουν τον αγώνα, χειροκρότησαν την απόφαση των συντεχνιών για τερματισμό της απεργίας, γιατί πίστευαν ότι το μεγαλύτερο τους κέρδος ήταν η εμπειρία που απέκτησαν και η οποία θα τους βοηθούσε να κερδίσουν πλήρως κάθε επόμενο αγώνα. Για αυτό, οι όψιμες κριτικές για δήθεν αποτυχία της απεργίας, είναι υστερόβουλα παραμύθια.

 

Η ίδρυση της εφημερίδας «Εμεκσί»

Και επιστρέφουμε και πάλι στις Τουρκικές Συντεχνίες. Μετά τους αγώνες στο Μαυροβούνι, αλλά και τις επιθέσεις της δεξιάς, καθώς και του ρόλου του τύπου, που απέκλεισε κάθε δημοσίευση συνδικαλιστική, η τουρκοκυπριακή συντεχνία, αποφάσισε την έκδοση εφημερίδας, όσο δύσκολο και νάταν. Έτσι στις 19 Μαΐου 1949 κυκλοφόρησε ο “Εμεκτσί” (Εργαζόμενος). Ήταν βδομαδιάτικη εφημερίδα. Την εγγύηση των £500 κατέθεσε ο εργάτης Μεχμέτ Κουτρουζά, από τη Μελάθκια, αρτεργάτης, μέλος των συντεχνιών.

Την εφημερίδα τύπωνε ο τυπογράφος Αρίφ Βολκάν που πληρωνόταν πολύ λίγο και δούλευε πολλές ώρες. Μπορώ να πω ότι η δουλειά του ήταν εθελοντική, γιατί το μεροκάματο που έπαιρνε ήταν συμβολικό. Γνωρίζω τις ώρες που δούλευε, γιατί μέναμε δίπλα-δίπλα.

 

Υπεύθυνος της σύνταξης ήταν ο Αχμέτ Σατί, που καθημερινά δούλευε μέχρι τα μεσάνυχτα. Επειδή ήταν άνεργος, όπως αναφέραμε πιο πάνω, έπαιρνε μεροκάματο ένα σελίνι την ημέρα, ενώ οι αρτεργάτες του έφερναν με τη σειρά ένα ψωμί την ημέρα, για να έχει τουλάχιστον κάτι να τρώει!

Μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, δουλέψαμε στις συντεχνίες. Ο «Εμεκτσί», χάρη στην αυτοθυσία όλων μας, άρχισε σε λίγες εβδομάδες να κυκλοφορεί ημερήσια. Οι εργάτες ξυπνούσαν το πρωί, πουλούσαν την εφημερίδα και μετά έτρεχαν στις δουλειές τους.

Ο «Εμεχτσί» κυκλοφορούσε τότε σε 1500 φύλλα την ημέρα, τιράζ τεράστιο για την εποχή. Ήταν μια πρωτοπόρος εφημερίδα, που στόχο είχε να βοηθήσει τον εργάτη, όχι μόνο τον εργαζόμενο, αλλά και γενικά τον τουρκοκυπριακό λαό. Εκδότης, όπως είπαμε, ήταν ο Αχμέτ Σατί και συνεργάτες είχε το Ντερβίς Αλί Αλκάν, μετέπειτα Ντερβίς Αλί Καβάζογλου. Άλλαξε το επίθετό του, γιατί τότε υπήρχε και ο Μεχμέτ Αλκάν από το Μπέκιγιου και για να αποφεύγεται η σύγχυση, ο Ντερβίς πήρε το επίθετο Καβάζογλου.

Η εφημερίδα καθημερινά αποκάλυπτε τον αντιδραστικό ρόλο της δεξιάς και αγωνιζόταν για τα προβλήματα των εργαζόμενων, ενώ ιδιαίτερη προσοχή έδινε και στα προβλήματα των αγροτών και της υπαίθρου. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η κριτική του «Εμεχτσί» ενάντια στο ΚΑΤΑΚ, τον Κουτσιούκ, την ακροδεξιά εφημερίδα «Τουρκ σοζούν» και τη «Χαλκί Σεσίν», του Δρα Κουτσιουκ.

 

Ο ρόλος της εφημερίδας ήταν αποφασιστικός στη διαφώτιση και την αφύπνιση του τουρκοκυπριακού λαού. Αυτό κατατρομοκράτησε τη δεξιά, που ενώθηκε εναντίον της εφημερίδας μας και των συντεχνιών. Μας κατηγορούσαν ως κομμουνιστές και προδότες. Ταυτόχρονα, αναζητούσαν αφορμή να επιβάλουν το κλείσιμό της.

 

Το Σεπτέμβρη του 1949, ένας από τους συντάκτες της εφημερίδας, έγραψε σε άρθρο του τη φράση «Κουτσιούκ, πιρ κιοππέκ αρανίρ», δηλαδή «γυρεύουμε ένα μικρό σκυλί». Και επειδή ο Κουτσιούκ έφερε το ίδιο όνομα, κίνησε αγωγή λιβέλου, με αποτέλεσμα να κλείσει η εφημερίδα, χάνοντας ο τουρκοκυπριακός λαός τη φωνή του. Κατά τη γνώμη μου ο «Εμεκχτσί» γεννήθηκε σαν τον ήλιο και έσβησε σαν το φεγγάρι, αφήνοντας το λαό στα σκοτεινά.

 

Για να κατανοήσουμε τη συμπαιγνία που διαδραμάτισε σε βάρος του Τουρκοκύπριου εργάτη, το κεφάλαιο, να αναφέρουμε ότι ο υποδηματοβιομήχανος Μουχαρρέμης, όταν έγινε η διάσπαση το 1944, χειροκρότησε τους διασπαστές και υποσχέθηκε κάθε βοήθεια προς τους εργαζόμενους. Όταν έκαμε τη δουλειά του, ανακοίνωσε ότι δεν το συμφέρουν οι οργανωμένοι εργάτες με τους όρους της συντεχνίας, δηλαδή το οκτάωρο και τα καθορισμένα μεροκάματα.

Φώναξε το Γραμματέα της συντεχνίας Σκαρπάρηδων, Ατνάν Χασάν Οζτεμίρ και του εξέφρασε τις απόψεις του. Ζήτησε κατάργηση του οκτάωρου και των συντεχνιών και αντί τούτου «αν έχει κέρδη την Πρωτοχρονιά θα έδινε κάποιο φιλοδώρημα στους εργάτες του».

Ο Ατνάν αρνήθηκε την πρότασή του. Αυτό θύμωσε το Μουχαρρέμη, που κήρυξε λοκ άουτ. Οι εργαζόμενοι κατήλθαν σε απεργία, η οποία με τη βοήθεια όλης της δεξιάς προς το Μουχαρρέμη, διασπάστηκε. Μερικοί πήγαν σε άλλες δουλειές, άλλοι άνοιξαν δικά τους μαγαζιά και όσοι έμειναν δέχτηκαν τους όρους του εργοστασιάρχη.

Να αναφέρω εδώ τα λόγια των Μαρκίδη και του Μουσταφά Πιττιρίμ, που μας τόνιζαν πάντοτε ότι όταν διασπαστούν οι εργάτες, μένουν έρμαιο στα χέρια του εργοδότη. Και αυτό επέβαλε ο Μουχαρρέμης.

Είχε πια σκλάβους και όχι εργάτες. Ωστόσο, αφού έδιωξε τους καλούς εργάτες και δούλευε με τους ανοργάνωτους που ήταν και κακοί εργάτες, δεν τα έβγαζε πέρα.

Έτσι, έκλεισε το εργοστάσιο του και πούλησε τις μηχανές στο Μίτσιγκα, το Χαρίλαο και την Κυπριακή Εταιρία Υποδημάτων. 0 ίδιος έγινε εργολάβος οικοδομών.

 

Εδώ να πω, έστω και αν με πουν προδότη (όπως έκαμαν και τότε), ότι η τουρκική εργοδοσία και οι πλούσιοι, μαζί με τους πολιτικάντηδες, ουδέποτε φρόντισαν για τους εργάτες και ποτέ τους δε διάθεσαν τα κεφάλαια τους για το άνοιγμα δουλειών. Πάντα τα χρήματά τους τα τοποθετούσαν στις τράπεζες και φρόντιζαν για την καλοπέρασή τους. Πάντα καταπολεμούσαν την εργατική τάξη, για προώθηση των δικών τους συμφερόντων.

Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του βιβλιοπώλη Γιαβούζ: «Αυτοί είναι μόνο 3 έως 5 άτομα (εννοούσε τους αριστερούς) και πέτυχαν στον πόλεμο τους υποστηρίζοντας τον κομμουνισμό και το Ναζίμ Χικμετ.

Είναι τόσο καλά οργανωμένοι και με τη βοήθεια της ΠΕΟ έκαμαν εχθρό μας τον τουρκοκυπριακό λαό».

Diadromesistorikesmix 1
Το περιοδικό της πεο «αναδρομεσ» αφιέρωσε ένα τεύχος στους τ/κύπριους αγωνιστές με κείμενα του κιαμίλ τουντζέλ.
Diadromesistorikesmix 2
Ο τέως γ. Γ. Της πεο πάμπης κυρίτσης παρασημοφορεί το 2004, τον κιαμίλ τουντζέλ για την προσφορά του στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Diadromesistorikesmix 3
Οι κοινοί αγώνες ε/κ και τ/κ ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή των προτεραιοτήτων της κυπριακής αριστεράς όπως εκφραζόταν και εκφράζεται μέσα από το ακελ και το λαϊκό κίνημα.
Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.