Του Νίκου Κουζούπη

Οι ομοβροντίες του «ΑΒΡΟΡΑ» σήμαναν την τελική πράξη της Οκτωβριανής Επανάστασης με την έφοδο των επαναστατημένων εργατών, στρατιωτών και ναυτών στα Χειμερινά Ανάκτορα υπό την καθοδήγηση των μπολσεβίκων του Λένιν. Ταυτόχρονα όμως ήταν και η απαρχή μιας νέας σελίδας στην ιστορία όχι μόνο της Ρωσίας, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας με τη δημιουργία του πρώτου εργατο-αγροτικού κράτους και την έναρξη της τιτάνιας προσπάθειας οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

Υπό την άμεση επιρροή των ιδεών και των οραμάτων του Μεγάλου Οκτώβρη, το επαναστατικό κύμα που σάρωσε τη Ρωσία αγκάλιασε μια σειρά από χώρες της εμπόλεμης τότε Ευρώπης -Αυστρία, Γερμανία, Ουγγαρία, Φινλανδία κ.ά. Η νικηφόρα έκβαση της επανάστασης στην Πετρούπολη επέδρασε καταλυτικά στην άνοδο του εργατικού κινήματος στις καπιταλιστικές χώρες και του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα των λαών ενάντια στην αποικιοκρατία. Η εμφάνιση κομμουνιστικών κομμάτων ως κομμάτων πρωτοπορίας και ταξικής τοποθέτησης ήταν πλέον μια αναγκαιότητα, που επέτασσε η δεδομένη στιγμή μετά την αποστασία της επίσημης Σοσιαλδημοκρατίας από τον Μαρξισμό και την οπορτουνιστική πολιτική της έναντι της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης, που διαιώνιζε και θεωρούσε αναγκαίο για την κοινωνική ανάπτυξη τον καπιταλισμό.

Η Κύπρος τότε ευρισκόμενη ουσιαστικά υπό βρετανική αποικιακή διακυβέρνηση (έστω κι αν επίσημα ανακηρύχθηκε αποικία του Στέμματος το 1925) δεν μπορούσε να μείνει εκτός των παγκόσμιων επαναστατικών ανακατατάξεων. Ο Κόκκινος Οκτώβρης με τα πανανθρώπινα μηνύματα, αλλά και τα ερεθίσματά του έφθασε και στην Κύπρο. Αρχές της δεκαετίας του 1920 δημιουργήθηκαν οι πρώτοι μαρξιστικοί πυρήνες, άρχισαν οι ζυμώσεις και οι συζητήσεις περί σοσιαλισμού, ισονομίας, κοινωνικής απελευθέρωσης. Είναι όμως και μια περίοδος έντονων κοινωνικών και ταξικών ανακατατάξεων και διαφοροποιήσεων στην τότε αποικιοκρατούμενη κυπριακή κοινωνία.

Μπορεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος άμεσα να μην επηρέασε την Κύπρο, αλλά δημιούργησε τις προϋποθέσεις για σημαντικές εξελίξεις που ακολούθησαν. Η αυξημένη ζήτηση αγροτικών προϊόντων, που ένεκα των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη είχε μειωθεί εκεί στο ελάχιστο η αγροτική παραγωγή, έδωσε ώθηση στην κυπριακή ύπαιθρο να αυξήσει την παραγωγή προϊόντων με προσθήκη νέων τεμαχίων γης, που αγοράζονταν με δανεισμό. Με το τέλος του πολέμου και την απότομη ελαχιστοποίηση της ζήτησης τα πλείστα αγροτικά νοικοκυριά απέμειναν με τα δάνεια, στα οποία όμως το δανειστικό επιτόκιο αυξανόταν αυθαίρετα φθάνοντας από το αρχικό 9% στο 12%, το οποίο κι αυτό σε αρκετές περιπτώσεις παραβιαζόταν με διαφόρους τρόπους αυξανόμενο προς τα πάνω.

Αρχές της δεκαετίας του ’20 άρχισαν μαζικές εκποιήσεις και αναγκαστικές πωλήσεις περιουσιών. Παρατηρούμε ότι από το 1920 έως το 1926 πραγματοποιήθηκαν 16.589 αναγκαστικές πωλήσεις γης συνολικής έκτασης 320 χλδ δεκαριών (78892,8 acre) και 2.899 σπίτια συνολικής αξίας 694.539 στερλινών. Από τις πωλήσεις εισπράχθηκαν 697.442 στερλίνες, ενώ τα δάνεια που θα έπρεπε να εξοφληθούν ήταν της τάξης των 1.144.056 στερλινών. Αυτό σήμαινε στην πράξη ότι χιλιάδες κάτοικοι της υπαίθρου υποχρεωτικά μετακινήθηκαν σε αστικά κέντρα ή στις περιοχές των μεταλλείων για αναζήτηση εργασίας. Η εργατική τάξη ήδη διαμορφώνεται και αριθμητικά άρχισε να αυξάνεται. Αν με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Κύπρο απασχολούνται 1.200 βιομηχανικοί εργάτες, 2.500 οικοδόμοι, 2.000 μεταλλωρύχοι και 500 εργάτες σε διάφορες μικρές επιχειρήσεις, τότε το 1926 η αριθμητική δύναμη της εργατικής τάξης ανήλθε περίπου στις 10 χλδ, χωρίς να υπολογίζονται γύρω στις 7 χλδ εργατών γης, ενώ το 1928 οι αντίστοιχοι αριθμοί ήταν σχεδόν 25 χλδ και 10 χλδ.

Ακριβώς αυτή την περίοδο άρχισαν να διαμορφώνονται όλες οι προϋποθέσεις για την οργανωτική συσπείρωση της εργατικής τάξης, αλλά και τη συνειδητοποίησή της, δηλαδή η μετατροπή της από τάξη στον «εαυτό της» σε τάξη για τον «εαυτό της». Επομένως ο σπόρος των σοσιαλιστικών ιδεών δεν έπεσε στο κενό, αλλά σε πρόσφορο έδαφος. Η εμφάνιση των μαρξιστικών πυρήνων και η ίδρυση τελικά του ΚΚΚ ήταν μια αναγκαιότητα που προκαλούσε η ίδια η ανάπτυξη της κυπριακής κοινωνίας. Η ιστορική ιδιαιτερότητα της Κύπρου έγκειται στο γεγονός ότι η πολιτική έκφραση (κόμμα) της εργατικής τάξης όχι μόνο εμφανίζεται σχεδόν ταυτόχρονα με τη διαμόρφωσή της σε τάξη και στα αρχικά στάδια της συνδικαλιστικής οργάνωσής της, αλλά διαδραμάτισε σημαντικό, αν όχι και αποκλειστικό, ρόλο στην πολιτική συνειδητοποίηση και τη συνδικαλιστική της συσπείρωση. Κάτι δηλαδή που διαφοροποιούσε το τότε υπάρχον διαδοχικό σχήμα -εμφάνιση εργατικής τάξης, συνδικαλιστική συσπείρωση, πολιτική διεκδίκηση, εμφάνιση εργατικού κόμματος, εξοπλισμένου με επαναστατική κοσμοθεωρία.

Οι επικρατούσες συνθήκες εργασίας αφόρητες, δουλειά «γέννημα – βούτημα» ήλιου, τα μεροκάματα πείνας, δεν υπήρχε κοινωνική πρόνοια, κοινωνική ασφάλιση, καμιά προστασία, πλήρης αυθαιρεσία της εργοδοσίας. Μόνο γνωρίζοντας τις απάνθρωπες αυτές συνθήκες μπορούμε να αντιληφθούμε και να εκτιμήσουμε το ρόλο που έχει διαδραματίσει το ΚΚΚ – ΑΚΕΛ στην πέραν των εννέα δεκαετιών δράση του για την πρόοδο της κοινωνίας μας.

Αρχίζοντας από τον πρώτο μαρξιστικό πυρήνα στο μεταίχμιο 1920/21, μέχρι την κυκλοφορία το 1922 του «ΠΥΡΣΟΥ» -της πρώτης σοσιαλιστικής εφημερίδας, τη δημιουργία των πρώτων ταξικών συντεχνιών, τη συστέγασή τους στο Εργατικό Κέντρο Λεμεσού το 1924 και την έκδοση και κυκλοφορία του «Νέου Ανθρώπου» ως όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου (Γενάρη 1925) παρατηρούμε τους σταθμούς στην πορεία συγκρότησης του Α’ Συνεδρίου του ΚΚΚ τον Δεκαπενταύγουστο του 1926. Μια σύντομη, αλλά όχι εύκολη πορεία, που είχε να αντιμετωπίσει μια ενορχηστρωμένη αντίδραση από την αποικιοκρατία, την αστική τάξη και το εκκλησιαστικό ιερατείο, που συσπειρώθηκαν σε μια ανίερη Ιερά Συμμαχία. Χαρακτηριστικό είναι το πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας «Ελευθερία» μέσα στον Γενάρη 1925 με τον τίτλο «Η ‘‘ψώρα’’ του κομμουνισμού», στο οποίο ο αρθρογράφος θρηνούσε και έσχιζε τα ιμάτιά του γιατί άκουσον άκουσον έφθασαν και στην Κύπρο οι ιδέες του κομμουνισμού, απευθυνόμενος κύρια στην αμάθεια και τις προκαταλήψεις του κόσμου. Δεν είναι επίσης τυχαίο γεγονός ότι όταν η αποικιοκρατική διακυβέρνηση λίγο μετά (μέσα του 1925) εξόρισε τον κομμουνιστή γιατρό Νίκο Γιαβόπουλο -την ψυχή του Εργατικού Κέντρου, η ντόπια αστική τάξη και οι εφημερίδες της χαιρέτισαν και στήριξαν αυτή την ανελεύθερη ενέργεια.

Το Α’ Παγκύπριο Συνέδριο του ΚΚΚ δεν ήταν μια απλή τυπική διαδικασία, αλλά ένα συνέδριο προβληματισμού και εισηγήσεων για την παραπέρα πορεία του κόμματος. Το γεγονός ότι το Συνέδριο έλαβε αποφάσεις για μια σειρά ζητημάτων όπως το οικονομικό και πολιτικό, το επαγγελματικό, το αγροτικό, το εκκλησιαστικό, το οργανωτικό, για τους νέους, την οργάνωση των γυναικών κ.ά. δείχνει τη σημασία και τη σπουδαιότητά του. Ενώπιον των μελών του κόμματος τέθηκαν σοβαρά καθήκοντα, όπως:

  • η διάδοση των σοσιαλιστικών ιδανικών,
  • η οργάνωση των εργατών σε συντεχνίες,
  • η οργάνωση των αγροτών σε δικές τους αγροτικές οργανώσεις,
  • η πάλη για την απαλλαγή από τον βρετανικό ζυγό,
  • η πάλη για πολιτικά δικαιώματα του λαού,
  • η πάλη για το μεροκάματο και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας,
  • η πάλη ενάντια στις προκαταλήψεις, την αμάθεια και το σκοταδισμό.

Καθήκοντα, που καλούνταν να εκπληρώσουν μέσα σε εχθρικές, αντίξοες συνθήκες, με το συνεχές κυνηγητό της αποικιοκρατικής αστυνομίας, τους τραμπουκισμούς, τους χλευασμούς και τους προπηλακισμούς από τους «νοικοκυραίους» και τους μπράβους τους. Μέσα σ’ αυτές τις δυσκολίες, που πολλαπλασιάστηκαν μετά τα Οκτωβριανά και την εξορία των Βάτη και Σκελέα, η καθημερινή γεμάτη με αυταπάρνηση δράση των μελών του κόμματος δημιούργησε όλες τις προϋποθέσεις μέσα σε συνθήκες βαθιάς παρανομίας για την αναδιοργάνωση των συντεχνιών, καθώς ηγήθηκαν των πρώτων σημαντικών απεργιών στα μεταλλεία και προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια Παγκύπρια Συντεχνιακή Επιτροπή, που να συνενώνει τις διάσπαρτες συντεχνίες.

Σημαντική θέση του ΚΚΚ, η οποία αποτυπώνεται σ’ όλη τη μετέπειτα 93χρονη πορεία του κόμματος είναι η θέση που ανέπτυξαν οι πρωτοπόροι κομμουνιστές για την αναγκαιότητα του ενιαίου μετώπου πάλης. Ήδη από το Α’ Παγκύπριο Συνέδριο τόσο στην Εισήγηση προς το Συνέδριο, όσο και στην Απόφασή του τονίζεται η ανάγκη της δημιουργίας ενός τέτοιου μετώπου, γιατί όπως τονιζόταν, «στη συγκεκριμένη φάση της πολιτικής κατάστασης της Κύπρου ορθή για το Κ.Κ.Κ. από πολιτικής και τακτικής απόψεως γραμμή είναι το ενιαίο αντι-αγγλικό μέτωπο για την επίτευξη της αυτοδιοίκησης και αυτοδιάθεσης (self-determination) της Κύπρου».

Θέση, που επαναλαμβανόταν από τις σελίδες του «Νέου Ανθρώπου», ο οποίος έγραφε μέσα στο 1927: «Όλα τα αντι-αγγλικά στοιχεία σ’ οποιαδήποτε παράταξη και αν βρίσκονται, είτε την ένωση ζητούν είτε αυτονομία, είτε αστοί είναι, είτε προλετάριοι, είτε Ρωμιοί είτε Τούρκοι, οφείλουν να συνεργαστούν στον αγώνα κατά της ξένης κυριαρχίας». Για να επιβεβαιωθεί και πάλι στον επόμενο χρόνο μέσα στην Απόφαση του Β’ Συνεδρίου, σύμφωνα με την οποία «εντέλλεται στη νέα Κεντρική Επιτροπή να καταβάλει όλες τις δυνάμεις της για την οργάνωση ενός παράνομου (βέβαια) Αντιβρετανικού Ενιαίου Μετώπου, που τελικό του σκοπό νάχει το διώξιμο της Αγγλίας από το Νησί μας». Ταυτόχρονα στις Θέσεις προς το Β’ Συνέδριο αναφέρεται ότι το ΚΚΚ «μπορεί σήμερα να υποβοηθήσει την οργάνωση ενιαίου αντι-ιμπεριαλιστικού μετώπου, στο οποίο να πάρουν μέρος όλα τα στοιχεία που έχουν διάθεση ν’ αγωνιστούν για την πραγματική απελευθέρωση της Κύπρου σ’ οποιανδήποτε κοινωνική τάξη κι αν ανήκουν, Έλληνες ή Τούρκοι».

Μια πολιτική θέση που δεν έμεινε μόνο στις διακηρύξεις, αλλά καταβλήθηκε προσπάθεια να προωθηθεί στην πράξη, αρχίζοντας με κάποιο συντονισμό δράσης στη διάρκεια των Οκτωβριανών του 1931 όταν ο τότε Γ.Γ. του ΚΚΚ Βάτης επισκέφθηκε για το σκοπό αυτό τον τότε Αρχιεπίσκοπο.

Εν κατακλείδι, το ΚΚΚ αντιλήφθηκε ότι η κατάσταση παρανομίας, στην οποία βρισκόταν, δεν επέτρεπε ούτε τη μαζικοποίησή του, ούτε την ανάπτυξη πολυσχιδούς δράσης σε όλα τα μέτωπα της κοινωνίας. Γι’ αυτό, εκμεταλλευόμενο τις χαλαρώσεις του καθεστώτος της Παλμεροκρατίας με την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, προχώρησε στη δημιουργία της νόμιμης έκφρασής του -του ΑΚΕΛ, τον Απρίλιο του 1941, δημιουργώντας γερά θεμέλια για τους μεγάλους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, που ακολούθησαν, για την ανάπτυξη ενός μαζικού Λαϊκού Κινήματος, για την ανάδειξη της Αριστεράς σε μια πραγματικά εθνική πολιτική δύναμη.