Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, που υπογράφηκαν τον Φεβρουάριο του 1959 μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας, ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής κοινότητας, αποτέλεσαν τον δεύτερο μεγάλο σταθμό στη σύγχρονη κυπριακή ιστορία. Ο πρώτος μεγάλος σταθμός ήταν η έναρξη δράσης της ΕΟΚΑ, της πρώτης προσπάθειας που κατέβαλαν οι Ε/κύπριοι για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με ένοπλα μέσα.

Με αυτές τις συμφωνίες τερματιζόταν η βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου και ιδρυόταν για πρώτη φορά ένα ανεξάρτητο Κυπριακό κράτος.

Στο Λάνγκαστερ Χάουζ του Λονδίνου, στις 19 Φεβρουαρίου γράφτηκε η κατάληξη του αγώνα της ΕΟΚΑ με την υπογραφή των συμφωνιών από τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της Τουρκίας, τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ’ και τον αντιπρόεδρο Φαζίλ Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών.

Ευλογία ή κατάρα;

Πανευτυχείς μετά την υπογραφή Κ. Καραμανλής, Αντνάν Μεντερές, Ευ. Αβέρωφ, Φατίν Ζορλού.
Πανευτυχείς μετά την υπογραφή Κ. Καραμανλής, Αντνάν Μεντερές, Ευ. Αβέρωφ, Φατίν Ζορλού.

Ακόμα και σήμερα διεξάγεται στη δημόσια σφαίρα μια συζήτηση κατά πόσον οι συμφωνίες εκείνες ήταν τελικά ευλογία ή κατάρα για την Κύπρο.

Κατά μία άποψη ήταν ευλογία, διότι για πρώτη φορά η Κύπρος μετατρεπόταν σε ανεξάρτητο κράτος και αν οι δύο πλευρές πίστευαν πραγματικά σε αυτή τη λύση, τότε ίσως τα πράγματα να μην έφταναν στο σημείο που έφτασαν σήμερα και ότι οι δυσκολίες του συντάγματος θα μπορούσαν να ξεπεραστούν με καλή θέληση και από τις δύο πλευρές. Έτσι θα αποφεύγαμε τα όσα ακολούθησαν.

Η άλλη άποψη θεωρεί τις συμφωνίες ως κατάρα, αφού ενταφιάστηκε για πάντα το όνειρο της ένωσης με την Ελλάδα. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης προέρχονται από τους κύκλους εκείνους που θεωρούσαν ότι ο στόχος της ένωσης έπρεπε να επιτευχθεί και πολέμησαν τις συμφωνίες και κατά συνέπεια το ίδιο το κράτος και στο τέλος οδηγήθηκαν τα πράγματα στο πραξικόπημα και την εισβολή του 1974 και στην τουρκική κατοχή που ισχύει μέχρι σήμερα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι συμφωνίες εκείνες έγιναν αμέσως αντικείμενο αντιπαράθεσης και στον ελλαδικό και στον κυπριακό χώρο.

Στην Ελλάδα η αντιπολίτευση επέκρινε σφοδρότατα τον Κ. Καραμανλή, με τον Σοφοκλή Βενιζέλο να δηλώνει ότι οι συμφωνίες «δεν είναι βιώσιμοι και πρέπει να ανατραπούν. Άλλως, πολύ φοβούμαι, ότι θα θρηνήσωμεν νέας εθνικάς συμφοράς».

Από την άλλη ο Γεώργιος Παπανδρέου στήριξε τον Καραμανλή λέγοντας ότι «Αι συμφωνίαι, αι οποίαι υπεγράφησαν από την ηγεσίαν του κυπριακού λαού και ήρχισαν εφαρμοζόμεναι, δεν είναι δυνατόν, δεν είναι εθνικώς συμφέρον, να ακυρωθούν».

Στην Κύπρο οι συμφωνίες έγιναν πεδίο αντιπαράθεσης και κυριάρχησαν στις πρώτες προεδρικές εκλογές που υποψήφιοι ήταν ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Ιωάννης Κληρίδης. Ο πρώτος εξέφραζε τους υποστηρικτές των συμφωνιών που αποτελούνταν κυρίως από την πλειοψηφία των αγωνιστών της ΕΟΚΑ.

Ο δεύτερος υποστηρίχθηκε από τους αντιτιθέμενους στις συμφωνίες με κύρια δύναμη το ΑΚΕΛ και μερίδα αγωνιστών της ΕΟΚΑ.

Αποτέλεσμα της δράσης της ΕΟΚΑ

Οι συμφωνίες εκείνες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα της ένοπλης δράσης της ΕΟΚΑ και αποδεικνύουν την αποτυχία του ένοπλου εγχειρήματος.

Διάφοροι ιστορικοί και ερευνητές επιχειρούν να προσωποποιήσουν το θέμα επιρρίπτοντας ευθύνη στον Μακάριο για τη σύναψη των συμφωνιών.

Ισχυρίζονται ότι ο Μακάριος προέβη σε λάθος χειρισμούς και σε προσωπικές του φιλοδοξίες, ενώ κάποιοι άλλοι που αρέσκονται στις συνωμοσιολογικές προσεγγίσεις, δεν διστάζουν να ισχυρίζονται ότι ο Μακάριος αναγκάστηκε να υπογράψει όταν τον εκβίασαν οι Άγγλοι με την αποκάλυψη σεξουαλικών σκανδάλων.

Η ουσία όμως ήταν ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ βρέθηκε σε αδιέξοδο ήδη από το 1957 όταν όλα έδειχναν ότι το όνειρο της ένωσης οδηγείτο στον ενταφιασμό.

Σημειώνουμε πως το γεγονός του αδιεξόδου καταγράφεται και από τον ίδιο τον Γρίβα ο οποίος έγραφε σε επιστολή του προς τον Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Ευάγγελο Αβέρωφ στις 29/8/1958: «…ο μαχητικός αγών του οποίου σκοπός ήτο να υποβοηθήσει την διπλωματίαν, ευρίσκεται σήμερον προ αδιεξόδου…».[1]

Το αδιέξοδο ενισχύθηκε και από τις συγκρούσεις Ε/κυπρίων και Τ/κυπρίων που ενίσχυε πλέον το αδύνατο της επίτευξης του στόχου της ένωσης.

Το πιο πιθανό σενάριο που πρόβαλλε ως πραγματικότητα ήταν η διχοτόμηση της Κύπρου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Η προοπτική αυτή ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, όταν ο Χάρολντ Μακμίλλας παρουσίασε το περιβόητο σχέδιο του με το οποίο ουσιαστικά η Κύπρος θα τριχοτομείτο ανάμεσα στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βρετανία.

Συνεπώς, άλλη επιλογή δεν υπήρχε. Άλλωστε ο διαμελισμός της Κύπρου ήταν και απαίτηση της Τουρκίας.

Από την άλλη η μετεμφυλιακή Ελλάδα ήταν αδύναμη και ανίκανη να αντιδράσει και να υπερασπιστεί τους Ε/κύπριους, συν το ότι ήταν απόλυτα εξαρτώμενη, οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά από τους Βρετανούς, στους οποίους δεν μπορούσε να πάει κόντρα.

Γιατί απέτυχε ο ένοπλος αγώνας

Για κάποιους αιθεροβάμονες η ένοπλη σύγκρουση με τη Βρετανία θα ήταν αρκετή για να οδηγήσει στην επίτευξη της ένωσης.

Κάποιοι άλλοι όμως, βλέποντας τις πραγματικές διαστάσεις τους θέματος, προειδοποιούσαν ότι ο ένοπλος αγώνας «μονάχα ζημιά θα μπορούσε να προκαλέσει στον κυπριακό αγώνα».[2]

Την άποψη αυτή δεν την ασπαζόταν μόνο το ΑΚΕΛ αλλά την ασπάζονταν και άλλοι πολιτικοί παράγοντες στην Κύπρο της τότε εποχής, όπως π.χ. ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις και άλλοι.

Οι διοργανωτές της ΕΟΚΑ δεν είχαν λάβει υπόψη τους την δύναμη της Βρετανικής διπλωματίας, ούτε την αντίδραση της Τουρκίας. Επίσης δεν είχαν λάβει καμία πρόνοια για τη σύναψη συμμαχιών με άλλα απελευθερωτικά κινήματα διότι αυτά θεωρούνταν ως κομουνιστικής υποκίνησης[3], ενώ η ΕΟΚΑ αυτοχριζόταν ως αλυτρωτικό κίνημα, χωρίς κοινωνικούς στόχους, αλλά με μοναδικό του στόχο την πραγματοποίηση της ένωσης.

Η πρόταση του ΑΚΕΛ

Μακάριος και Καραμανλής μετά την υπογραφή των συμφωνιών.
Μακάριος και Καραμανλής μετά την υπογραφή των συμφωνιών.

Το ΑΚΕΛ είχε αντιταχθεί στις συμφωνίες αλλά δεν παρέμεινε στη διαφωνία.

Παρουσίασε την πρόταση του για έξοδο από το αδιέξοδο, πρόταση που δεν έγινε δεκτή από το Μακάριο και τη Δεξιά.

Η πρόταση του ΑΚΕΛ κατατέθηκε στον Μακάριο όταν αντιπροσωπεία της Αριστεράς καλέστηκε στο Λονδίνο, πριν την υπογραφή. Επειδή το ΑΚΕΛ μέχρι εκείνη την ώρα ήταν παράνομο, κλήθηκαν να μεταβούν στο Λονδίνο οι Δήμαρχοι Λεμεσού Κώστας Παρτασίδης, Αμμοχώστου Ανδρέας Πούγιουρος και Λάρνακας, Γιώργος Χριστοδουλίδης. Στο Λονδίνο ήταν και ο Γ.Γ. της ΠΕΟ Ανδρέας Ζιαρτίδης και ο διευθυντής της «Χαραυγής» Στέλιος Ιακωβίδης. Με απόφαση του Κόμματος πήγαν επίσης στο Λονδίνο χωρίς να είναι μέλη της επίσημης αποστολής ο Γ.Γ. του ΑΚΕΛ Εζεκίας Παπαϊωάννου και ο Ανδρέας Φάντης.

Μετά την ενημέρωση που έτυχε η αντιπροσωπεία, σύμφωνα με τον τότε δήμαρχο Λάρνακας Γιώργο Χριστοδουλίδη, «αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε τη σοβαρότατη κατάσταση που είχαμε μπροστά μας».[4]

Οι εκπρόσωποι του ΑΚΕΛ συμβούλευσαν τον μακάριο να απορρίψει τις συμφωνίες. Πρότειναν μάλιστα στον Μακάριο στην περίπτωση που απορρίψει τη συμφωνία της Ζυρίχης να δηλώσει α) ότι τερματίζεται ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ και β) ότι ο κυπριακός λαός ενωμένος συνεχίζει τον μαζικό-πολιτικό αγώνα για να επιτύχει μια πραγματική ανεξαρτησία.

Η άποψη του ΑΚΕΛ ήταν ότι ο τερματισμός του ένοπλου αγώνα θα αποπυροδοτούσε την εκρηκτική κατάσταση στην Κύπρο, θα έθετε τέλος στις διακοινοτικές συγκρούσεις και θα αφαιρούσε κάθε πρόσχημα από τους Εγγλέζους αποικιοκράτες και την Τουρκία να επιβάλουν είτε το σχέδιο Μακμίλαν είτε άλλα διχοτομικά σχέδια. Έτσι οι Κύπριοι θα μπορούσαν χωρίς εκβιασμούς να παλέψουν πολιτικά για την πραγματική ανεξαρτησία.

Απορρίπτεται η πρόταση του ΑΚΕΛ

Ο Μακάριος τελικά δεν έκανε αποδεκτή την πρόταση του ΑΚΕΛ.

Εκτιμάται ότι ο Μακάριος απέρριψε την πρόταση διότι αν την αποδεχόταν τότε θα σήμαινε ουσιαστικά παραδοχή ότι ο ένοπλος αγώνας ήταν λανθασμένος. Και κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να γίνει ποτέ αποδεκτό – όπως δεν γίνεται ακόμα και σήμερα – από την ηγεσία της Δεξιάς.

Αυτής της άποψης δεν ήταν μόνο ο Μακάριος αλλά ήταν και ο Γρίβας ο οποίος στις 27 Απριλίου του 1957 έγραφε ότι: «Την κατάπαυσιν του Αγώνος θα την εκμεταλλευθούν τόσο το ΑΚΕΛ, όσο και ο διεθνής κομμουνισμός (…) Εάν καταπαύση ο αγών μας, τότε ούτοι (δηλαδή οι κομμουνιστές) θα εμφανιστούν επί σκηνής και θα διακηρύξουν την ορθότητα της τακτικής των».[5]

Έτσι οι συμφωνίες έγιναν αποδεκτές για δύο λόγους:

Α) Διότι τα πράγματα έφτασαν σε οριακό σημείο και η διχοτόμηση επικρεμόταν πάνω από την Κύπρο και

Β) Έπαιξαν ρόλο και οι πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες, με τον φόβο ότι τυχόν υιοθέτηση της θέσης του ΑΚΕΛ, θα δικαίωναν την Αριστερά.

 

ΛΕΖΑΝΤΕΣ

1. Πανευτυχείς μετά την υπογραφή Κ. Καραμανλής, Αντνάν Μεντερές. Ευ. Αβέρωφ, Φατίν Ζορλού.

2. Η διάσκεψη στο Λάνγκαστερ Χάους.

3. Μακάριος και Καραμανλής μετά την υπογραφή των Συμφωνιών.

4. Η Χαραυγή ανακοινώνει την υπογραφή των Συμφωνιών.

[1] Απομνημονεύματα Γ. Γρίβα-Διγενή, σελ. 285.

[2] Βλ. Ανακοίνωση Π.Γ. ΑΚΕΛ 1/4/1955.

[3] Γ. Γρίβα-Διγενή, «Αγών ΕΟΚΑ και ανταρτοπόλεμος», σελ. 10.

[4]Από τα πρακτικά συμποσίου για τον αντιαποικιακό αγώνα που οργάνωσε το ΑΚΕΛ το 1995.

[5]Απομνημονεύματα σελ. 171.