Γραμμές/ Ορίζοντας

Η ιστορία του μικρού παράσιτου του Rémi Gantès

Προλόγισμα και μετάφραση από τα γαλλικά: Δέσποινα Πυρκεττή

Η  ιστορία «L’ Histoire du Petit Parasite» του Rémi Gantès αποτελεί μέρος της συλλογής Petites Histoires Pathétiques που εκδόθηκε το 1951 σε 500 αριθμημένα αντίτυπα, με σκίτσα του ίδιου του συγγραφέα. Πρόκειται, ενδεχομένως, για αλληγορία της φώτισης, όπου η έλευση της γνώσης, αντί να εξασφαλίζει ευδαιμονία, οδηγεί τη ζωή σε ενδόρρηξη κάτω από το βάρος μιας διαβρωμένης χριστιανικής ηθικής. Το κείμενο διανθίζεται με παράγωγα και συνώνυμα των εννοιών «ευγνωμοσύνη» και «ενοχή»   προκειμένου να εκθέσει αιχμηρά τη νοσηρότητα της εξαχρειωμένης ελεημοσύνης: δηλαδή, εκείνης της ελεημοσύνης που συνοδεύεται από μια βίαιη προσδοκία ανταπόδοσης. Στο γαλλικό πρωτότυπο, ο ξενιστής του Παράσιτου ορίζεται ως Chose [Πράγμα]. Στην ελληνική απόδοση, επιλέχθηκε ο όρος «Μάζα» ώστε να διατηρηθεί το θηλυκό γραμματικό γένος του όρου Chose, που ίσως να υπαινίσσεται, στο πρωτότυπο, την ιδιότητα της τροφού.

 

Η ιστορία του μικρού παράσιτου

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα Μικρό Παράσιτο που ζούσε γαντζωμένο σε μια Μάζα. Κρεμόταν από πάνω της με το στόμα. Κατ’ ακρίβειαν, ένα στόμα ήταν όλο κι όλο, κι είχε κάτι σαν σακούλι από πίσω, μέσα στο οποίο κυλούσαν όλοι οι χυμοί που απομυζούσε. Έμοιαζε με βεντούζα. Κι έτσι το Μικρό Παράσιτο ζούσε ζωή φιλήσυχη και φυτική, καθώς οι ώρες τής χώνεψης διαδέχονταν σε τακτά διαστήματα τις ώρες τής απομύζησης. Ευημερούσε και, μικρότατο καθώς ήταν, η ευημερία του δεν προξενούσε ενόχληση στη Μάζα. Όμως η Μάζα φυσούσε και ξεφυσούσε και μετά βίας το υπέφερνε: αφού δεν μπορούσε να το ξεφορτωθεί, καταδέχτηκε να το εκλάβει ως επώδυνο καθήκον φιλευσπλαχνίας, ως ευλαβική θυσία που της επέβαλλε η υψηλή ενάρετη ηθική της, μια θυσία που την αξία της επεδείκνυε φιλάρεσκα με ύφος πεπληγμένης μάρτυρος. Μα  ο λόγος που η Μάζα κόντευε να σκάσει απ’ το κακό της ήταν η ασυνειδησία του Μικρού Παράσιτου, το οποίο χάρη σ’ εκείνην ζούσε ζωή χαρισάμενη και δεν εννοούσε να το συναισθανθεί! Σε αντάλλαγμα με τη ζωή που ένιωθε αναγκασμένη να του παρέχει αχρεώτως, θα ήθελε να βλέπει στα πόδια της ένα Μικρό Παράσιτο υπόχρεο και μεταμελημένο. θα ήθελε αυτή την ανώφελη και άδοξη ύπαρξη να την αναγάγει σε υπόδειγμα μικροαστικού Γολγοθά, διάστικτου με τύψεις, ταπεινοφροσύνες,  παρακλητικές δεήσεις, εκλιπαρήσεις, κλαυθηρμούς, μετάνοιες, γονυκλισίες και ό,τι άλλο δικαιούται να καρπώνεται ο ελεήμων. Όμως το σύμπαν του Μικρού Παράσιτου δεν ήταν παρά η σίτιση: πέρα απ’ τη σίτιση, δεν υπήρχε το παραμικρό. Όσο κι αν παραπονιόταν η Μάζα, όσο κι αν του φώναζε λέξεις μοχθηρές και εκτόξευε φράσεις διαβρωτικές, δηκτικές, εύφλεκτες, που αποκρυστάλλωναν σε σαϊτιές την οργή της, ήταν σαν να απευθυνόταν σε βάτο: το Μικρό Παράσιτο συνέχισε να σφύζει από ευζωία, τόσο ανεξοικείωτο ήταν σε τέτοιο καταιγισμό απαξιώσεων. Πόσο απελπιστικό να κάνεις το Καλό σε τέτοιες περιστάσεις… Τόσο απελπιστικό που σ’ αναγκάζει να αναθεωρήσεις όλες σου τις περί ηθικής αντιλήψεις. Η Μάζα δεν κατάφερνε καν να πείσει τον εαυτό της ότι μ’ αυτό τον τρόπο εξαγόραζε όλες τις αμαρτίες του κόσμου… πεποίθηση που αν μη τι άλλο θα απέδιδε στα δεινά της μιαν αίσθηση μεγαλοσύνης. Αυτά κι εκείνα της προκάλεσαν γαστρικές ενοχλήσεις, γι’ αυτό κατάπιε ένα φάρμακο με βασικό συστατικό τον φώσφορο. Εκείνη την ημέρα, το Μικρό Παράσιτο απορρόφησε χυμό που περιείχε φώσφορο, κι ο χυμός τροφοδότησε το μοναδικό κύτταρο εγκεφαλικής ύλης που διέθετε. Το κύτταρο φούσκωσε, αναπτύχθηκε, διαιρέθηκε και έγινε μικρό μυαλό. Μέσα απ’ αυτό το μικρό μυαλό, μια λάμψη διαπέρασε το παράσιτο… Ένα θραύσμα από εκείνη την πολύτιμη λάμψη που αποτελεί δόξα και καμάρι της ανθρωπότητος: το Μικρό Παράσιτο έγινε σκεπτόμενο ον, όπως εσείς και εγώ. Καημένο Μικρό Παράσιτο! Η ζωή, που για εκείνο κυλούσε με τόση ευκολία και ανεμελιά, φάνταζε προσώρας ως πρόβλημα που απαιτούσε εξέταση, εξήγηση και αιτιολόγηση.

«Χαραμοφάγε, του είπε η Μάζα, σκέψου πόσα μου οφείλεις!»

Το Μικρό Παράσιτο αναρρίγησε ελαφρώς.

«Μου οφείλεις τα πάντα» σύριξε η Μάζα, «ΤΑ ΠΑΝΤΑ! Χλαπακιάζεις και καλοχωνεύεις και κοιμάσαι χάρη σε μένα και δεν μ’ εξυπηρετείς σε τίποτα! ΣΕ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ!»

Το Μικρό Παράσιτο ένιωσε το τελευταίο του γεύμα να ξινίζει στα βάθη του στομάχου του.

«Έχε χάρη που είμαι φιλεύσπλαχνη και σε συντηρώ στη ζωή, τη στιγμή που ούτε ένα ευχαριστώ δεν μου χαλαλίζεις!»

– Ευχαριστώ, ψιθύρισε συνεσταλμένα το Μικρό Παράσιτο.

– Δεν μου είσαι καθόλου χρήσιμο, εξακολούθησε η Μάζα φαρμακερά. δεν έχεις την παραμικρή χρησιμότητα για κανέναν! Δεν είσαι παρά άχθος αρούρης σ’ ολόκληρη την οικουμένη! Δεν υπάρχεις για κανέναν εκτός απ’τον εαυτούλη σου! Ζεις τόσο εγωιστικά, που πεδικλώνεις την πορεία του κόσμου, αφού κάθεσαι στο σβέρκο εκείνων που, σαν κι εμένα, μοχθούν για να συντηρούν άλλους στη ζωή!»

Το Μικρό Παράσιτο δεν πολυκατάλαβε, αλλά αισθάνθηκε εξαιρετικά ένοχο.

«Η δική μου ύπαρξη, συνέχισε η Μάζα, δικαιολογείται απόλυτα από το γεγονός ότι απ’ αυτήν εξαρτάται μια άλλη ύπαρξη: δεν έχω μόνο το δικαίωμα, αλλά και το καθήκον να υπάρχω! Εσύ όμως, κακόμοιρο, παράλογο μικρόβιο, που η ζωή σου δεν υπερβαίνει τα στενά όρια του μικρού, μοχθηρού σου εγώ, με ποιο δικαίωμα υπάρχεις;»

Απελπισμένο, το Μικρό Παράσιτο ξέσπασε σε λυγμούς, και η Μάζα,  ικανοποιημένη, παρηγορημένη, εμποτισμένη με την ιδέα της αυταξίας της, πεπεισμένη ότι αποτελούσε ένα απ’ τα βασικά γρανάζια της προόδου, δείπνησε με όρεξη και κοιμήθηκε του καλού καιρού. Όμως το Μικρό Παράσιτο δεν μπόρεσε ούτε μπουκιά να φάει ούτε να κλείσει μάτι. πέρασε ώρες κοσμικές μηρυκάζοντας όλες αυτές τις ιδέες στο καινούριο μυαλουδάκι του. Με ποιο δικαίωμα υπήρχε; αναρωτήθηκε. Άρα δηλαδή, ένα τέτοιο δικαίωμα δεν απέρρεε εξ ορισμού από το γεγονός ότι υπήρχε; Έπρεπε να το κατακτήσει, εξυπηρετώντας κάτι άλλο; Μα τι να εξυπηρετήσει κανείς, τη στιγμή που είναι όλο κι όλο ένα στόμα κι ένα σακούλι; Το Μικρό Παράσιτο πράγματι αναρωτήθηκε και, αφού δεν έβρισκε απάντηση, έκλαψε όλη τη νύχτα ενώ την ίδια ώρα στοχαζόταν πως ακόμα και η θλίψη του, αφού δεν περιείχε καμία χρησιμότητα, δεν είχε και καμία δικαιολογία.

Την αυγή, η Μάζα ξύπνησε.

«Έι, πατσαβούρι!» φώναξε.

Το Μικρό Παράσιτο δεν αποκρίθηκε.

«Άχρηστο έκτρωμα, έλα να μου εκφράσεις την ευγνωμοσύνη σου!» το πρόσταξε.

Το Μικρό Παράσιτο ούτε τώρα αποκρίθηκε. Η Μάζα γύρισε και διαπίστωσε πως το σακουλάκι ήταν κοκαλωμένο και κρύο.

«Μικρό Παράσιτο!» ψέλλισε ανάστατη, «Μικρό Παράσιτο!…»

Όμως το Μικρό Παράσιτο ήταν νεκρό, σκοτωμένο από την αντίληψη που είχε σχηματίσει για τη ζωή. Και η Μάζα, συνειδητοποιώντας ότι μαζί του πέθανε και ο λόγος ύπαρξής της, έγινε καρυδότσουφλο ανερμάτιστο κι ανώφελο, και πλανήθηκε πάνω απ’ τον κόσμο, σαν την αχλύ των χαμένων αναμνήσεων.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.