“η. (ήττα)” του Γιώργου Νικολάου

η.

(ήττα)

            Ο καλοντυμένος κύριος ζήτησε από τον αμαξά να σταματήσει στην άκρη του δρόμου. Ο οδηγός τράβηξε αμέσως τα γκέμια των αλόγων κι έβγαλε ταυτόχρονα μια άγρια φωνή, σταματώντας την μπροστά από έναν ζητιάνο που βρισκόταν ξαπλωμένος πάνω σε ένα σκούρο σεντόνι. Ο ζητιάνος φόραγε ένα λευκό ολόσωμο ύφασμα που τύλιγε το κεφάλι του, αφήνοντας ακάλυπτα μόνο τα μάτια, που κοιτούσαν τον νεαρό κύριο να κατεβαίνει από την άμαξα, να σκύβει μπροστά του και, βγάζοντας το καπέλο, να τον χαιρετάει. Ο ζητιάνος χαμογέλασε στον κύριο και το χαμόγελο που διαγράφηκε κάτω από το λευκό ύφασμα που κάλυπτε το στόμα έκανε τις ρυτίδες ακόμη πιο βαθιές γύρω από τα μάτια του.

            «Θα θέλατε να σας πάρουμε μαζί μας μέχρι την πόλη;» ρώτησε ο νεαρός κύριος. Ο ζητιάνος, ξαπλωμένος, έκανε με το κεφάλι του ένα νεύμα ευγνωμοσύνης και άρνησης μαζί.

            «Έχω τα πάντα, μα τώρα δεν έχω κάτι άλλο να σου προσφέρω. Ούτε χρήματα ούτε νερό ούτε φαγητό» είπε με ντροπή ο νεαρός. Ο ζητιάνος έκανε ξανά το ίδιο νεύμα χαμογελώντας και στο τέλος κούνησε ελαφρά το χέρι αποχαιρετώντας τον ευγενικό κύριο που, καταλαβαίνοντας πως δεν του έμενε τίποτα άλλο να προσφέρει στο ζητιάνο, ξαναφόρεσε το καπέλο και επέστρεψε σιωπηλός στην άμαξα. Ο οδηγός χτύπησε τα γκέμια των αλόγων και συνέχισαν.

            Την επόμενη μέρα ο νεαρός κύριος, καθώς περνούσε ξανά από τον ίδιο δρόμο, ζήτησε πάλι από τον αμαξά να σταματήσει. Ο κύριος, αφού στάθηκε μπροστά από τον ζητιάνο, έσκυψε λίγο, έβγαλε το καπέλο χαιρετώντας και ζήτησε συγγνώμη που τον κοίταζε ξαπλωμένο, εξηγώντας του πως, αν γνώριζε ότι θα τον συναντούσε ξανά, θα είχε φροντίσει να του προσφέρει κάτι. Όταν προσφέρθηκε να τον μεταφέρει ξανά στην πόλη ή να μάθει αν μπορούσε να του φανεί χρήσιμος σε κάτι, αντίκρισε το ψυχρό χαμόγελο ευγένειας του ζητιάνου, κάτω από το λεπτό ύφασμα που τύλιγε το κεφάλι του, και ένα κούνημα του χεριού που τον αποχαιρετούσε. Ο κύριος, βάζοντας το καπέλο, μπήκε στην άμαξα δίνοντας πρόσταγμα να φύγουν.

            Το άλλο πρωί, ο νεαρός κύριος και ο ζητιάνος ξανανταμώθηκαν. Αφού αντάλλαξαν χαιρετισμούς, ο ευγενικός νέος στάθηκε μπροστά στον ζητιάνο κι έβγαλε ένα μικρό πουγκί γεμάτο χρυσά νομίσματα. Ο αμαξάς κουβάλησε βιαστικά μια μεγάλη πήλινη κανάτα γεμάτη νερό κι ένα ξύλινο πανέρι με τρία ψωμιά, και τα άφησε δίπλα στο πουγκί.

            Ο ζητιάνος, ξαπλωμένος, κούνησε με ευγνωμοσύνη το τυλιγμένο κεφάλι του και με το χέρι έγνεψε στον αμαξά να μαζέψει τα πράγματα από το σεντόνι. Ο αμαξάς υπάκουσε, κι ο ευγενικός κύριος φόρεσε το καπέλο του κι αποχαιρέτησε λυπημένος τον ζητιάνο.

            Το βράδυ ένας θόρυβος από το χτύπο μιας μαγκούρας ξύπνησε το ζητιάνο. Είδε τη φιγούρα ενός πληγωμένου ανθρώπου να διασχίζει το δρόμο αργά, παραπατώντας εμπρός του, βογκώντας και έχοντας μια μαγκούρα παραμάσχαλα για στήριγμα. Όταν η ανθρώπινη φιγούρα πλησίασε, ο ζητιάνος αναγνώρισε τον νεαρό κύριο. Ο νεαρός, χωρίς το καπέλο πια, χαιρέτησε με το ελεύθερο χέρι τον ζητιάνο ζητώντας συγγνώμη που τον ξύπνησε.

            «Τέσσερις ληστές έριξαν βράχια στον δρόμο μας. Ο οδηγός μου σκοτώθηκε πέφτοντας από την άμαξα και οι ληστές πήραν το πουγκί και τα άλογα, κι έτρεξαν προς το δάσος αφήνοντάς με εκεί χτυπημένο».

            Έπειτα ο ευγενικός νέος ρώτησε τον ζητιάνο, που τον κοιτούσε ακίνητος, αν μπορούσε να του φανεί χρήσιμος σε κάτι καθώς θα πήγαινε προς τον γιατρό στην πόλη. Ο ζητιάνος τότε χαμογέλασε κάτω από το λευκό ύφασμά του. «Σας παρακαλώ, κύριέ μου, μπορείτε να με κουβαλήσετε μέχρι την πόλη;» ρώτησε με ευγενική φωνή.

            Ο νεαρός πήγε να παραπονεθεί, αλλά αποδέχτηκε σιωπηλά το αίτημα του ζητιάνου και, αφού τον ανέβασε στην πλάτη του με μεγάλη προσπάθεια, ξεκίνησαν για τον προορισμό τους.

            Ο ζητιάνος τύλιξε τα χέρια σφιχτά στο στέρνο του πληγωμένου νέου που προχωρούσε. Τέντωνε τον λαιμό και ψιθύριζε στο αυτί του ευχαριστώντας τον και προσπαθώντας να του δώσει κουράγιο. Του σκούπιζε με το μανίκι τον ιδρώτα και τα δάκρυα από το πρόσωπο, ενώ ο νέος, βογκώντας, άφηνε σημάδια με αίμα στον δρόμο και κοίταζε τον ορίζοντα που είχε αρχίσει να διαγράφεται με τη γέννηση του ήλιου.

            Ξημερώνοντας μπήκαν στην πόλη, που ήταν ακόμα έρημη. Τότε ο ζητιάνος πλησίασε το κεφάλι του στο αυτί του νέου, που προχωρούσε μισοτελειωμένος και τον παρακάλεσε να τον αφήσει έξω από ένα ραφτάδικο λίγο πιο πέρα. Ο νεαρός κύριος συνέχισε υπακούοντας, ώσπου παραπατώντας, σταμάτησε έξω από το ραφτάδικο, και σωριάστηκε στο έδαφος εξαντλημένος κι ωχρός σαν την άμμο, έχοντας ακόμα τον ζητιάνο στην πλάτη του. Ο ζητιάνος σηκώθηκε και, τινάζοντας τη σκόνη από το ρούχο του, έσκυψε πάνω από το κεφάλι του ξαπλωμένου νεαρού και τον ευχαρίστησε ξανά. Έπειτα έστρωσε το σεντόνι του και κάθισε περιμένοντας. Ο νέος, απλωμένος κατάχαμα, σήκωσε το κεφάλι και το έστρεψε προς το μέρος του ζητιάνου ψιθυρίζοντας με δυσκολία.

            «Αν και το μόνο που κέρδισες από το κάθε μας συναπάντημα δεν ήταν παρά μόνο ο ίσκιος μου, συγγνώμη που δεν σου χρησίμεψα σε κάτι άλλο». Ένα χαμόγελο διαγράφηκε πάνω στο λευκό ύφασμα που κάλυπτε το πρόσωπο του ζητιάνου.

Το τελευταίο πράγμα που είδε ο νεαρός κύριος πριν ξεψυχήσει ήταν ο ζητιάνος, που τον αποχαιρετούσε κλείνοντάς του τα μάτια με το μακρύ, ξερακιανό του χέρι.

Γιώργος Νικολάου

Από το υπὀ έκδοση βιβλίο Άτιτλα Κείμενα, Εκδόσεις Το Ροδακιό

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.