Πυξίδα/ Ορίζοντας

Η καταστατική πράξη της κυπριακής Θεατρολογίας

Το θεατρολογικό συνέδριο που έλαβε χώρα στο Δημοτικό Πολιτιστικό Κέντρο Πάνος Σολομωνίδης στη Λεμεσό στα τέλη Οκτωβρίου – αρχές Νοεμβρίου 2015 — οργανωμένο από τον Δήμο της πόλης, τον ΘΟΚ, το Θεατρικό Μουσείο Κύπρου, το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου και το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, αφιερωμένο στη μνήμη του Γιάννη Κατσούρη, του πρωτεργάτη μιας συγκροτημένης ιστορίας του κυπριακού θεάτρου — και είχε τον τίτλο «Το θέατρο στη νεότερη και σύγχρονη Κύπρο», ήταν, από μια ιστορική οπτική γωνία, κάτι σαν καταστατική πράξη μιας ξεχωριστής κυπριακής Θεατρολογίας· όχι μόνο από την άποψη του εύρους των θεμάτων, που κάλυψαν με ζηλευτή συστηματικότητα όλες τις πτυχές της ιστορίας του θεάτρου στη νεότερη και τη σύγχρονη Κύπρο, και της εκδήλωσης του ενδιαφέροντος από πλήθος εντός και εκτός Κύπρου ενδημούντων μελετητών (συνολικά σαράντα μία ανακοινώσεις), αλλά και από την άποψη της παρακολούθησης (πάνω από εκατό εγγεγραμμένοι ακροατές) και της απήχησης του συνεδρίου στην ευρύτερη κοινωνία της νήσου. Η πρωτοβουλία της Άντρης Χ. Κωνσταντίνου από το Πανεπιστήμιο Frederick και της Ιωάννας Χατζηκωστή από το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου πλαισιώθηκε από μια σειρά οργανισμών· η ιδρυτική πράξη της κυπριακής Θεατρολογίας, όπως τόνισα στην ομιλία μου στο κλείσιμο του συνεδρίου, δεν ξεκίνησε από μια θεσμική απόφαση αλλά από την ωριμότητα των καταστάσεων, την ευρύτερη αίσθηση πως η ιδιαιτερότητα του κυπριακού θεάτρου αξίζει και πρέπει να έχει μια ειδική επιστημονική φροντίδα, που ελπίζουμε ότι θα πάρει συν τω χρόνω και θεσμικό χαρακτήρα.

Η ιδρυτική πράξη της κυπριακής Θεατρολογίας, όπως τόνισα στην ομιλία μου στο κλείσιμο του συνεδρίου, δεν ξεκίνησε από μια θεσμική απόφαση αλλά από την ωριμότητα των καταστάσεων, την ευρύτερη αίσθηση πως η ιδιαιτερότητα του κυπριακού θεάτρου αξίζει και πρέπει να έχει μια ειδική επιστημονική φροντίδα, που ελπίζουμε ότι θα πάρει συν τω χρόνω και θεσμικό χαρακτήρα.

Η ιδιαιτερότητα του κυπριακού θεάτρου ξεκινά με τον αγνώστου συγγραφέα Κυπριακό Κύκλο των Παθών (πριν από το 1320) — τη μοναδική απόπειρα στην ελληνοβυζαντινή παράδοση της συγκρότησης ενός «ιερού δράματος» που να προορίζεται με βεβαιότητα για σκηνική απαγγελία και εκκλησιαστική ή σχολική παράσταση — και εκδηλώνεται με την πληθώρα θεατρικών έργων και παραστάσεων ήδη από την εποχή της Αγγλοκρατίας στα ελληνικά, τη διάλεκτο των Ελληνοκυπρίων, τα τουρκικά, τη διάλεκτο των Τουρκοκυπρίων, τα αρμενικά, τα μαρωνιτικά κ.λπ. Η σημασία των τοπικών μικροϊστοριών του θεάτρου είναι αυταπόδεικτη: χωρίς αυτές δεν υπάρχουν οι μεγάλες θεατρικές ιστορίες, μιας χώρας, μιας περιοχής, της Ευρώπης και του κόσμου. Είναι οι καταστατικές μονάδες, οι ψηφίδες των μεγάλων συγκριτικών συνθέσεων. Χωρίς το κυπριακό θέατρο δεν υπάρχουν ιστορίες του ελληνικού θεάτρου (ακόμα και του ελληνικού θεάτρου σκιών), αλλά αυτή η μικρή ιστορία εγγράφεται και στη μεγάλη της Ευρώπης και της υφηλίου.

Ένα άλλο κεφάλαιο είναι το νέο ενδιαφέρον για το «διαλεκτικό» (ιδιωματικό) ερασιτεχνικό θέατρο των μικροκοινωνιών της υπαίθρου αλλά και του αστικού χώρου, που στηρίζεται στη συνειδητοποίηση της σημασίας της διάσωσης και της καλλιέργειας της καθομιλουμένης ιδιωματικής γλώσσας, που τείνει να εξαφανιστεί. Το θέατρο ως ομιλούμενος προφορικός λόγος διασώζει πιο αυθεντικά τους κώδικες της συνεννόησης και της συζήτησης στον ιδιωματικό λόγο. Το συνέδριο για το «διαλεκτικό» ελληνικό θέατρο, που έγινε τον Μάρτιο του 2018 στην Κοζάνη, είναι ένας δείκτης του ευρύτερου ενδιαφέροντος που φαίνεται πως υπάρχει για το θέμα αυτό, για το οποίο το κυπριακό ιδιωματικό θέατρο παίζει σημαντικό ρόλο.

Το ζωηρό ενδιαφέρον του κοινού εκφράστηκε και στις συζητήσεις που ακολούθησαν και συνόδευσαν τις ανακοινώσεις. Ειδικό ενδιαφέρον είχε και η διαφώτιση για διακοινοτικές επαφές και προσπάθειες και οι πληροφορίες για το αλλόγλωσσο κυπριακό θέατρο, για τις ερασιτεχνικές και σχολικές παραστάσεις κ.λπ. Αυτή η δημόσια στοργή για τα θεατρικά πράγματα εκφράζεται και με την ύπαρξη του καταπληκτικού Θεατρικού Μουσείου στην πόλη της Λεμεσού, ενώ το αντίστοιχο ελληνικό Θεατρικό Μουσείο στην Αθήνα είναι κλειστό εδώ και χρόνια και τα μοναδικά εκθέματά του έχουν γίνει βορά της υγρασίας και των ποντικιών.

Από το συνέδριο αυτό έφυγαν όλοι ευχαριστημένοι, εντυπωσιασμένοι και γεμάτοι ελπίδες ότι η προσπάθεια αυτή θα βρει συνέχεια, θα παγιωθεί και θα αποκτήσει θεσμικό χαρακτήρα. Η ποικιλομορφία και η ζωντάνια του κυπριακού θεάτρου (ιδιωματικού και στην κοινή ελληνική, επαγγελματικού και ερασιτεχνικού, ντόπιου και εισαγόμενου) το απαιτούν από μόνες τους, όπως και η κυπριακή λογοτεχνία, με την αυτοσυστασία της, βρήκε ανταπόκριση στον χώρο της φιλολογικής επιστήμης, με τις ιστορίες της κυπριακής λογοτεχνίας που υπάρχουν, τη λεξικογραφία κ.λπ. Στο φως αυτών των μελλοντικών εξελίξεων ο Γιάννης Κατσούρης θα φανεί πρωτοπόρος μιας ερευνητικής καρποφορίας που στη μικροκλίμακα του τοπικού θα γράψει ιστορία: την ιστορία του θεάτρου της Κύπρου και την ιστορία του γενικότερου θεατρικού στοιχείου, πέρα από τις θεσμοθετημένες θεατρικές παραστάσεις, στοιχείο που υπάρχει και σε άλλους τομείς του πολιτισμού.

Βάλτερ Πούχνερ

(Πρόλογος στην έκδοση Το θέατρο στη νεότερη και στη σύγχρονη Κύπρο που μόλις κυκλοφόρησε και  αποτελεί τα πρακτικά του ομότιτλου συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε το 2015 στο Θεατρικό Μουσείο Κύπρου)