Του

Στέφανου Στεφάνου*

Η κατάληξη στο θέμα του Συνεργατισμού είναι ξεκάθαρη: ο Συνεργατισμός χρεοκόπησε και κλείνει. Δεν δημιουργείται νέα τράπεζα, ούτε νέα οντότητα, ούτε συγχωνεύεται με άλλη τράπεζα, όπως ισχυριζόταν ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος για πολλές μέρες. Αυτό που γίνεται είναι ότι τα καλά στοιχεία του Συνεργατισμού παραχωρούνται στην Ελληνική Τράπεζα με κρατική επιχορήγηση. Αυτή είναι η συμφωνία που συνομολόγησε η κυβέρνηση.

Τι προβλέπει όμως η συμφωνία;

Το «καλό» κομμάτι του Συνεργατισμού, που παίρνει η Ελληνική Τράπεζα, περιλαμβάνει περιουσιακά στοιχεία αξίας 10,3 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η Ελληνική Τράπεζα αναλαμβάνει υποχρεώσεις ύψους 9,7 δισεκατομμυρίων (τις καταθέσεις του Συνεργατισμού). Επομένως, από αυτή τη συναλλαγή η Ελληνική Τράπεζα αποκτά μισό δισεκατομμύριο ευρώ περισσότερα περιουσιακά στοιχεία από ό,τι είναι οι υποχρεώσεις της. Πέραν τούτου, η κυβέρνηση συμφώνησε να εγγυηθεί για δώδεκα χρόνια τα μισά εξυπηρετούμενα δάνεια (2.6 δισεκατομμύρια ευρώ) που έχει αναλάβει η Ελληνική Τράπεζα. Αν καταγράψει ζημιές, το κράτος θα κληθεί να πληρώσει την Τράπεζα! Με τα λεφτά που ξόδεψε η κυβέρνηση το δημόσιο χρέος από 97,5% εκτοξεύθηκε πάνω από 115%.

Οι κυβερνώντες ισχυρίζονται ότι από τα περιουσιακά στοιχεία που ανέλαβε το κράτος, θα έχει σημαντικά έσοδα και λίγο πολύ θα αναπληρώσει τις ζημιές. Κατ’ αρχήν τίποτα δεν μπορεί να αναπληρώσει την απώλεια μιας κοινωνικής κατάκτησης που πρόσφερε τόσα πολλά στην οικονομία και στην κοινωνία. Μιλώντας, όμως, και με οικονομικούς όρους, αυτό που ισχυρίζονται οι κυβερνώντες δεν ισχύει. Το βασικό περιουσιακό στοιχείο που ανέλαβε το κράτος είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους επτά δισεκατομμυρίων ευρώ. Ήδη, η αξία αυτών των δανείων, μετά από τις προβλέψεις για ζημιές, έχει απομειωθεί περίπου στα τέσσερα δισεκατομμύρια, ενώ η δυνατότητα είσπραξης των δανείων είναι ακόμα μικρότερη.

Η συμφωνία στην οποία κατέληξε η κυβέρνηση είναι κακή, κάκιστη. Ζημιώνει την οικονομία και φεσώνει τους πολίτες με πολλά δισεκατομμύρια. Η αποτυχία των κυβερνώντων είναι αυταπόδεικτη. Αναδεικνύεται μέσα από την τεράστια απόκλιση που προέκυψε μεταξύ των διακηρυγμένων στόχων της κυβέρνησης και του τελικού αποτελέσματος.

Η κυβέρνηση διακήρυξε δύο βασικούς στόχους για τον Συνεργατισμό, συγκρουόμενους και αλληλοαναιρούμενους. Ο πρώτος στόχος που τέθηκε ήταν η επιστροφή του Συνεργατισμού πίσω στους ιδιοκτήτες του και τους πολίτες (δέσμευση ενώπιον της Βουλής το 2013, ομιλία Υπουργού Οικονομικών στη Βουλή 2.12.2016, απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου 31.5.2016). Ο δεύτερος στόχος ήταν η ένταξη του Συνεργατισμού στο Χρηματιστήριο και η πώληση του 75% των μετοχών.

Ούτε τον πρώτο, ούτε το δεύτερο στόχο κατάφερε να υλοποιήσει η κυβέρνηση, παρότι συνεχώς άλλα δήλωνε, προφανώς λέγοντας ψέματα. Και τα ψέματα της κυβέρνησης είχαν αρχίσει νωρίς. Τον Ιανουάριο του 2014, ο ΥπΟικ δήλωνε ότι «ο Συνεργατισμός ήδη κερδίζει το στοίχημα μέσα σε διάστημα ελάχιστων μηνών… Τόσο η διοίκηση όσο και η διεύθυνση του Συνεργατισμού θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν την αμέριστη και απόλυτη στήριξη της κυβέρνησης». Τον Δεκέμβρη του 2015 η κυβέρνηση δήλωνε ότι «τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει άλματα…. Ο ερασιτεχνισμός δίνει τη θέση του στον επαγγελματισμό και την αξιοπιστία» (Χ. Γεωργιάδης, 3.12.2015, ομιλία στη Βουλή).

Τα καλύτερα όμως ανήκουν στον Πρόεδρο. Τον Ιανουάριο του 2017 δήλωνε στο κρατικό ραδιόφωνο ότι «ο Συνεργατισμός είναι απόλυτα υγιής». Λίγες μόνο μέρες πριν τις προεδρικές εκλογές ο κ. Αναστασιάδης δήλωνε ότι «ο Συνεργατισμός σήμερα έχει επαρκή κεφαλαιουχική ευρωστία που υπερβαίνει το 15%. Από τα 11,5 δισεκατομμύρια ευρώ καταθέσεων, τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ ανήκουν σε καταθέτες κάτω των 100 χιλιάδων ευρώ και είναι ασφαλισμένες» (25.1.2018, συνέντευξη στον «Άλφα»). Αν ήταν απολύτως υγιής ο Συνεργατισμός, πώς και κατέληξε στη χρεοκοπία; Αν οι καταθέσεις ήταν εγγυημένες, πώς και προέκυψε ότι έπρεπε να πληρώσουμε για να αναλάβει τις καταθέσεις η Ελληνική Τράπεζα; Δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: είτε οι κυβερνώντες δεν ήξεραν το μέγεθος των προβλημάτων, που είναι εφιαλτικό μόνο και να το σκέφτεται κανείς, είτε έλεγαν ψέματα και δούλευαν ολόκληρη την κοινωνία. Ακόμα και για τις τελευταίες διαδικασίες στον Συνεργατισμό δούλευαν τους πολίτες. Έλεγαν ότι «ο Συνεργατισμός δεν πωλείται» (ΥπΟικ 20.3.2018), ότι «υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον και μάλιστα σημαντικό» (ΥπΟικ 28.3.2018) και τελικά, όπως διαπιστώνει η Κομισιόν, η «διαδικασία πώλησης δεν προσέλκυσε προσφορές σε θετική τιμή, όλες οι προσφορές πρότειναν αρνητική τιμή πώλησης, δηλαδή πώληση για την οποία απαιτείται πρόσθετη κρατική ενίσχυση».

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι κυβερνώντες κοροϊδεύουν τους πολίτες. Συνεχώς το κάνουν αυτό. Είναι χαρακτηριστικό της διακυβέρνησής τους. Για να καλύψουν την ανικανότητά τους και την αντιλαϊκή τους πολιτική, καταφεύγουν τόσο συχνά στο ψέμα που, τελικά, εθίστηκαν σ’ αυτό.

*Βουλευτής, Εκπρόσωπος Τύπου ΑΚΕΛ