Η Κομισιόν απάντησε σήμερα αναλυτικά και σημείο προς σημείο, απορρίπτοντας όλες τις κατηγορίες που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ κατά της PESCO (της δομημένης αμυντικής συνεργασίας) και του Eυρωπαϊκού Αμυντικού Ταμείου (EDF) για υποτιθέμενο προστατευτισμό, κρατικές ενισχύσεις και υποβάθμιση του ΝΑΤΟ.

Αναλυτικά, σε επιστολή που περιήλθε στην κατοχή του ΚΥΠΕ, την οποία υπογράφουν οι Pedro Serrano Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας της ΕΥΕΔ για την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας και ο Τίμο Πεσόνεν, Γενικός Διευθυντής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Εσωτερική Αγορά, τη Βιομηχανία, την Επιχειρηματικότητα και τις ΜΜΕ και απευθύνεται στην Ellen M. Lord, Υφυπουργό Άμυνας για τις Προμήθειες και τη Βιωσιμότητα και τον Andrea L. Thompson, Υφυπουργό για τον έλεγχο των όπλων και τη διεθνή ασφάλεια των ΗΠΑ, τα στελέχη της ΕΕ απαντούν σε σε μια προς μια στις κατηγορίες των ΗΠΑ.

Συγκεκριμένα καταγράφουν ότι “η ΕΕ παραμένει πλήρως αφοσιωμένη στη συνεργασία με τις Η.Π.Α. ως βασικό εταίρο σε θέματα ασφάλειας και άμυνας” και εξηγούν ότι οι αμυντικές προσπάθειες της ΕΕ “ενισχύουν το ΝΑΤΟ και βελτιώνουν την κοινή μας ασφάλεια”.

“Η PESCO και το ΕDF στοχεύουν να καταστήσουν την ΕΕ ισχυρότερο παγκόσμιο εταίρο, ενισχύοντας τη συμβολή της Ευρώπης στην κοινή διατλαντική μας ασφάλεια, με μεγαλύτερο μέρος της επιβάρυνσης. Αυτές οι προσπάθειες θα ενισχύσουν επίσης το ΝΑΤΟ, όπως ρητώς αναγνωρίζεται από τη δήλωση του Προέδρου Tusk, του Προέδρου Juncker και του Γενικού Γραμματέα Stoltenberg του 2018. Η ΕΕ παραμένει πλήρως αφοσιωμένη τόσο στις κοινές δηλώσεις για τη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ που υπεγράφη τον Ιούλιο του 2016 στη Βαρσοβία και τον Ιούλιο του 2018 στις Βρυξέλλες”, σημειώνουν.

“Πράγματι, η PESCO και το EDF θα συμβάλουν στην ενίσχυση των επενδύσεων των κρατών μελών της ΕΕ στην κοινή ανάπτυξη των αμυντικών δυνατοτήτων και στην εμβάθυνση της συνεργασίας για την αποτελεσματικότερη χρήση των αμυντικών δαπανών στην ΕΕ. Αυτό θα βοηθήσει επίσης τα κράτη μέλη που είναι Σύμμαχοι του ΝΑΤΟ να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους στο πλαίσιο της Συμμαχίας. Οι προκύπτουσες αμυντικές δυνατότητες δεν θα ανήκουν στην ΕΕ, αλλά στα κράτη μέλη της και, κατά συνέπεια, θα είναι δυνητικά διαθέσιμες και στο ΝΑΤΟ για εκείνα τα κράτη μέλη της ΕΕ που είναι Συμμάχους του ΝΑΤΟ”, διευκρινίζουν.

“Επιπλέον, οι πρωτοβουλίες αυτές αναγνωρίζουν το σχέδιο ανάπτυξης ικανοτήτων (CDP) ως βάση για τον προσδιορισμό των προτεραιοτήτων της ΕΕ που πρέπει να επιδιωχθούν. Με τη σειρά του, το CDP είναι απόλυτα συνεπές με την παραγωγή των αντίστοιχων διαδικασιών του ΝΑΤΟ, όπως η Διαδικασία Σχεδιασμού Άμυνας του ΝΑΤΟ (NDPP). Η αντιμετώπιση των απαιτήσεων του ΝΑΤΟ και η αποφυγή τυχόν περιττών αλληλεπικαλύψεων με συνεχιζόμενες προσπάθειες συγκαταλέγονται στα βασικά κριτήρια αξιολόγησης για την επιλογή των έργων PESCO. Στο ίδιο πνεύμα, ο κανονισμός του ΕDF αναφέρει ρητά ότι οι περιφερειακές και διεθνείς προτεραιότητες – συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συμφωνούνται στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ – μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξυπηρέτηση των συμφερόντων ασφάλειας και άμυνας της Ένωσης.

Για τους λόγους αυτούς, είναι σαφές ότι το PESCO και το ΕΤΑ σχεδιάζονται για να υποστηρίξουν ικανότητες που είναι συνεκτικές, συμπληρωματικές και διαλειτουργικές με το ΝΑΤΟ”.

Tα στελέχη της ΕΕ εξηγούν ότι οι πρωτοβουλίες της ΕΕ αποσκοπούν στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας, χωρίς να αποκλείεται κανένας εταίρος ή οντότητα. “Γνωρίζουμε καλά τα στενά αλληλένδετα θέματα ασφάλειας και βιομηχανίας, χαιρετίζουμε την ετοιμότητά σας για διατλαντική συνεργασία στην εφαρμογή αμυντικών έργων, επίσης στο πλαίσιο της PESCO και του ΕDF”, αναφέρουν. Σημειώνουν δε ότι τα σχέδια της PESCO αποσκοπούν να συμβάλουν στην εκπλήρωση των δεσμευτικών δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει τα συμμετέχοντα κράτη μέλη μεταξύ τους όταν αποφάσισαν να συμμετάσχουν στη μόνιμη δομημένη συνεργασία τον Δεκέμβριο του 2017. Τα σχέδια αυτά εγκρίνονται από το Συμβούλιο και υλοποιούνται υπό την εποπτεία του.

“Εν προκειμένω, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι οι όροι και οι διαδικασίες συμμετοχής τρίτων κρατών στα σχέδια της PESCO καθορίζονται αντικειμενικά, με διαφάνεια και κατά τρόπο συνεπή με τη φύση της PESCO όπως αποφασίστηκε από το Συμβούλιο και προβλέπεται στην Συνθήκη της ΕΕ”, ξεκαθαρίζουν κατηγορηματικά.

Σημειώνουν δε ότι ο κανονισμός του EDF είναι ένα νέο πρόγραμμα ανάπτυξης δυνατοτήτων που θα χρησιμοποιεί οικονομικά κίνητρα για την προώθηση της βιομηχανικής συνεργασίας και θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση του συνεχιζόμενου κατακερματισμού της αμυντικής αγοράς της ΕΕ και της αλληλεπικάλυψης πρωτοβουλιών σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Δεν θεσπίζει ένα γενικό καθεστώς που θα ρυθμίζει την αμυντική αγορά στην Ευρώπη και δεν επηρεάζει άλλα υφιστάμενα ή μελλοντικά πλαίσια διεθνούς συνεργασίας για την άμυνα.

Οι κανόνες για τη συμμετοχή τρίτων χωρών στο EDF έχουν ήδη συμφωνηθεί εντός της ΕΕ. Επιτρέπουν σε εταιρείες που δεν είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ να λαμβάνουν χρηματοδότηση υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες κατοχυρώνονται ρητά στον κανονισμό του Ταμείου (ασφάλεια εφοδιασμού, μεταφορά ευαίσθητων πληροφοριών εκτός της ΕΕ, μη μεταφορά πνευματικής ιδιοκτησίας. “Οι όροι αυτοί είναι αντικειμενικοί και αποβλέπουν στην προστασία των μη επιζήμιων συμφερόντων ασφαλείας”, τονίζουν.

Οι συνθήκες αυτές είναι παρόμοιες με εκείνες που επέβαλαν οι Η.Π.Α. σε εταιρείες της ΕΕ που αποσκοπούν στην πρόσβαση σε προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης των ΗΠΑ που χρηματοδοτούνται από το δημόσιο, υπενθυμίζουν στους συνομιλητές τους. Η διαφορά είναι ότι σε αντίθεση με τη νομοθεσία των ΗΠΑ, η οποία βασίζεται σε ένα σύστημα διακριτικής ευχέρειας, ο θεσμικός χαρακτήρας της ΕΕ καθιστά αναγκαία την σαφή κατανόηση των αντικειμενικών κριτηρίων για την έγκριση αυτών των αποφάσεων. “Το σύστημα διακριτικής ευχέρειας που εφαρμόζουν οι ΗΠΑ έχει στην πράξη ως αποτέλεσμα την εξαιρετικά περιορισμένη συμμετοχή εταιρειών της ΕΕ (μόνο το 0,17% των δαπανών των ΗΠΑ για Ε & Α στον τομέα της άμυνας θα δοθεί στις εταιρείες της ΕΕ το 2016)”, προειδοποιούν και σημειώνουν ότι “το σύστημα ελέγχου των εξαγωγών των ΗΠΑ παρακωλύει και καθυστερεί τις μεταφορές εντός της ΕΕ των δυνατοτήτων που αναπτύχθηκαν χρησιμοποιώντας την τεχνολογία των ΗΠΑ”.

“Οι περιορισμοί αυτοί θα ήταν απαράδεκτοι για προϊόντα και τεχνολογίες που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ και αποσκοπούν στην ενθάρρυνση της συνεργασίας εντός της ΕΕ και στη βελτίωση της λειτουργίας και της ρευστότητας της εσωτερικής αμυντικής αγοράς της ΕΕ” , προειδοποιούν εκ νέου. “Επιπλέον, θα καθυστερούσαν την επιχειρησιακή ανάπτυξη από τα κράτη μέλη της ΕΕ των δυνατοτήτων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο και θα υπονόμευαν έτσι τη χρησιμότητά τους και για το ΝΑΤΟ”.

Στην ίδια επιστολή ξεκαθαρίζουν ότι η PESCO και το ΕDF δεν επηρεάζουν την αγορά της ΕΕ στον τομέα της άμυνας, η οποία παραμένει πιο ανοικτή από την αγορά των ΗΠΑ

Οι κανόνες της ΕΕ για τις αμυντικές προμήθειες δεν έχουν αλλάξει ούτε από την PESCO ούτε από το ΕΤΑ. Η αγορά της ΕΕ θα παραμείνει σημαντικά πιο ανοικτή από την αγορά των ΗΠΑ.

Τονίζουν ότι δεν υπάρχει “Αγορά ευρωπαϊκού νόμου” στην ΕΕ, η οποία συνεπώς εξακολουθεί να παρέχει μια ανταγωνιστική αγορά όπου οι εταιρείες των ΗΠΑ ανταγωνίζονται μάλλον επιτυχώς.

Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το 81% της συνολικής αξίας των έμμεσα επιδοτούμενων συμβάσεων διεθνούς άμυνας στην ΕΕ μεταξύ 2011-2015 μεταφέρθηκε στις εταιρείες των ΗΠΑ. Σημειώνουν δε ότι οι αμερικανικές εταιρείες κερδίζουν τακτικά σημαντικές αμυντικές συμβάσεις στην ΕΕ. Πρόσφατα παραδείγματα περιλαμβάνουν τα αεροσκάφη F-16 στη Σλοβακία, το πρόγραμμα Wisla στην Πολωνία (συμπεριλαμβανομένων των ενισχυμένων πυραυλικών συστημάτων Patriot), τα ελικόπτερα CH-47F στην Ισπανία, την αναβάθμιση των αεροσκαφών F-16 στην Ελλάδα, το σύστημα Patriot στη Σουηδία ή τα F- 35 στο Βέλγιο.

Υπενθυμίζουν ότι το διατλαντικό αμυντικό εμπορικό ισοζύγιο υποστηρίζει σθεναρά τις ΗΠΑ. Για παράδειγμα, η Έκθεση για τις Παγκόσμιες Στρατιωτικές Δαπάνες και Μεταφορές Όπλων που δημοσιεύθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ εκτιμά τις εξαγωγές όπλων ΗΠΑ προς την ΕΕ στα 62,9 δισεκατομμύρια δολάρια κατά την περίοδο 2014-2016, ενώ οι εισαγωγές προς στις ΗΠΑ σε 7,6 δισεκατομμύρια δολάρια για την ίδια περίοδο. Λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά του μεγέθους της αγοράς, οι εισαγωγές αμυντικών ειδών από την ΕΕ ανήλθαν σε λιγότερο από το 2% των αμυντικών δαπανών των ΗΠΑ το 2016, ενώ οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ ανήλθαν στο 10% περίπου των συνολικών αμυντικών δαπανών των κρατών μελών της ΕΕ. Δεδομένα του αμερικανικού απογραφικού γραφείου.

“Η ΕΕ συνεχίζει τις αμυντικές της προσπάθειες με ανοικτό και διαφανή τρόπο και θα συνεχίσει να το κάνει”, ξεκαθαρίζουν τα στελέχη της ΕΕ.

“Η ΕΕ ήταν διαφανής και ανοικτή σε επαφές με τις ΗΠΑ σχετικά με τις πρωτοβουλίες της για την ασφάλεια και την άμυνα από την αρχή”, αναφέρουν.