Η Κομισιόν αποφάσισε να επιτείνει τη διαδικασία επί παραβάσει κατά της Πολωνίας, στέλνοντας στη χώρα επιστολή αιτιολογημένης γνώμης σχετικά με το νέο πειθαρχικό καθεστώς για τους Πολωνούς δικαστές. Η Πολωνία βρίσκεται πλέον στο 2ο στάδιο της διαδικασία και έχει 2 μήνες προθεσμία να απαντήσει επαρκώς, αν θέλει να αποφύγει την παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπενθυμίζεται ότι η 1η φάση της διαδικασίας ξεκίνησε στις 3 Απριλίου με το επιχείρημα ότι το νέο πειθαρχικό καθεστώς υπονομεύει τη δικαστική ανεξαρτησία των πολωνών δικαστών και δεν εξασφαλίζει τις αναγκαίες εγγυήσεις για την προστασία των δικαστών από τον πολιτικό έλεγχο, όπως απαιτεί το Δικαστήριο της ΕΕ, και έκτοτε η Πολωνία δεν απάντησε επαρκώς στις ανησυχίες αυτές που άπτονται του Κράτους Δικαίου.

Συγκεκριμένα, ο πολωνικός νόμος επιτρέπει στους δικαστές τακτικών δικαστηρίων να υπόκεινται σε πειθαρχικές έρευνες, διαδικασίες και κυρώσεις βάσει του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης του δικαιώματός τους δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( ΣΛΕΕ) να ζητούν προδικαστικές αποφάσεις από το Δικαστήριο της ΕΕ.

Επιπλέον, το νέο πειθαρχικό καθεστώς δεν εγγυάται την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο απαρτίζεται αποκλειστικά από δικαστές που έχουν επιλεγεί από το Εθνικό Συμβούλιο Δικαστικών Σωμάτων, το οποίο διορίζεται από το πολωνικό κοινοβούλιο (Sejm).

Ακόμη, το νέο πειθαρχικό καθεστώς δεν εξασφαλίζει ότι ένα δικαστήριο «που έχει συσταθεί με νόμο» θα αποφασίζει σε πρώτο βαθμό για πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον δικαστών τακτικών δικαστηρίων. Αντιθέτως, εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Σώματος να καθορίζει, ad-hoc και με σχεδόν απεριόριστη διακριτική ευχέρεια, το πειθαρχικό δικαστήριο που θα εξετάσει μια συγκεκριμένη υπόθεση.

Τέλος το νέο καθεστώς δεν εγγυάται πλέον ότι οι υποθέσεις διεκπεραιώνονται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, επιτρέποντας στους δικαστές να απειλούνται μόνιμα με εκκρεμείς υποθέσεις και επηρεάζει επίσης το δικαίωμα υπεράσπισης των δικαστών.