Η Κομισιόν παραπέμπει την Πολωνία στο Δικαστήριο της ΕΕ όσον αφορά το νέο πειθαρχικό καθεστώς των Πολωνών δικαστών, ζητώντας την εκδίκαση της υπόθεσης με ταχεία διαδικασία, καθώς το νέο πειθαρχικό καθεστώς υπονομεύει τη δικαστική ανεξαρτησία των Πολωνών δικαστών και δεν παρέχει τις αναγκαίες εγγυήσεις για την προστασία τους από τον πολιτικό έλεγχο, όπως επιτάσσει το Δικαστήριο της ΕΕ.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει η Κομισιόν, “το πολωνικό δίκαιο επιτρέπει να υποβάλλονται οι τακτικοί δικαστές σε πειθαρχικές έρευνες, διαδικασίες και κυρώσεις λόγω του περιεχομένου των δικαστικών τους αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης του δικαιώματος που έχουν βάσει του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) να ζητούν την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων από το Δικαστήριο της ΕΕ”.

Επιπλέον, σημειώνει ότι “το νέο πειθαρχικό καθεστώς δεν εγγυάται την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του Πειθαρχικού Τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο αποτελείται αποκλειστικά από δικαστές που επιλέγονται από το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο διορίζεται με πολιτικά κριτήρια από το πολωνικό κοινοβούλιο (Sejm)”.

Επίσης, το νέο πειθαρχικό καθεστώς δεν διασφαλίζει ότι για τις πειθαρχικές διαδικασίες κατά τακτικών δικαστών θα αποφασίζει, σε πρώτο βαθμό, «νομίμως συσταθέν» δικαστήριο. Αντ` αυτού, εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο του Πειθαρχικού Τμήματος να καθορίζει, σε ad hoc βάση και με σχεδόν απόλυτη διακριτική ευχέρεια, το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό δικαστήριο που θα εκδικάζει συγκεκριμένη υπόθεση κατά τακτικού δικαστή. Το νέο καθεστώς δεν εγγυάται πλέον ότι οι υποθέσεις εκδικάζονται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, καθώς παρέχει το δικαίωμα στον υπουργό Δικαιοσύνης να διατηρεί σε εκκρεμότητα κατηγορίες σε βάρος τακτικών δικαστών μέσω του διορισμού πειθαρχικών αξιωματούχων από τον ίδιο τον υπουργό. Το νέο καθεστώς θίγει επίσης το δικαίωμα υπεράσπισης των τακτικών δικαστών. Εν ολίγοις, οι δικαστές δεν είναι προφυλαγμένοι από τον πολιτικό έλεγχο και, ως εκ τούτου, παραβιάζεται η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.