Η κρίση πλήττει και την ισότητα



Έρευνα με θέμα την οικονομική κρίση και τις προκλήσεις για την ισότητα των φύλων στα αποτελέσματα της κοινωνικής και δημοσιονομικής πολιτικής τους κράτους διενήργησε το Παρατηρητήριο Ισότητας Κύπρου (ΠΙΚ), τα αποτελέσματα της οποίας φαίνεται να επιβεβαιώνουν τις ανησυχίες των μελετητών ότι όσο βαθαίνει η κρίση τόσο περισσότερο αποδυναμώνονται οι πολιτικές ισότητας των δύο φύλων.

Σκοπός της έρευνας, η οποία κάλυψε την περίοδο 2009-2013, ήταν η αξιολόγηση των επιπτώσεων της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης στην ισότητα των φύλων, σε σχέση με την αγορά εργασίας και τις πολιτικές κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας.

Μιλώντας σε δημοσιογραφική διάσκεψη, ο Πρόεδρος του ΠΙΚ Ιωσήφ Αναστασίου ανέφερε πως η μελέτη βασίστηκε σε πρότυπη ανάλυση της αγοράς εργασίας και των προνοιών κοινωνικής προστασίας του κράτους, σημειώνοντας πως η ανάλυση έγινε λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες εξελίξεις στην απασχόληση, την κοινωνική πρόνοια και μέτρα (σχέδια) συνδεδεμένα με την αγορά εργασίας.

Σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα της έρευνας, ο κ. Αναστασίου είπε πως «όσο ενισχύονται οι πολιτικές λιτότητας, τόσο περισσότερο υποφέρουν οι κοινωνίες και συρρικνώνονται τα κοινωνικά δικαιώματα», για να προσθέσει πως τα ευρήματα αποδεικνύουν ότι τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής έχουν οδηγήσει στην υποβάθμιση της πολιτικής πρόνοιας, «πλήττοντας ιδιαίτερα τις ποιο ευάλωτες γυναίκες, που βρίσκονται στην ανεργία, την τρίτη ηλικία και στα χαμηλά αμειβόμενα επαγγέλματα».

Όπως είπε ο Πρόεδρος του ΠΙΚ «οι εφαρμοζόμενες πολιτικές, για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης οδηγούν σε οπισθοδρόμηση και ακύρωση της προόδου που έχει συντελεσθεί τα τελευταία χρόνια στο σημαντικό κεφάλαιο της ισότητας των φύλων», προσθέτοντας ότι το γεγονός αυτό «πρέπει να προβληματίσει σοβαρά την Κυβέρνηση και την πολιτική ηγεσία του τόπου που φαίνεται να διευρύνουν το έλλειμμα και τις ανισότητες σε βάρος των γυναικών παρά τις διακηρύξεις και τις στρατηγικές που εξαγγέλλουν».

«Εξετάζοντας την δέσμη μέτρων που σχεδίασαν οι αρμόδιοι φορείς της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκειμένου να περιορίσουν την οικονομική κρίση και να ανακουφίσουν τα πληττόμενα από αυτή τμήματα του πληθυσμού, γίνεται προφανές πως κατά τον σχεδιασμό τους δεν υπήρξε μελέτη των επιπτώσεων της υλοποίησης των μέτρων αυτών κατά φύλο, κυρίως όσον αφορά στους οικονομικούς προϋπολογισμούς που τα συνοδεύουν», είπε.

Οι ερευνητές και οι ερευνήτριες, τουλάχιστον, διευκρίνισε, «αν και την αναζήτησαν δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν κάτι σχετικό».

Σύμφωνα με τον ίδιο «τα μέτρα εμφανίζονται ουδέτερα ως προς το φύλο, γεγονός που προκαλεί ανησυχία, καθώς, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες του νότου, μοιάζει να υποχωρεί στο όνομα της κρίσης η διάσταση του φύλου και αυτό γεννά την υποψία πως είναι πιθανό, για άλλη μια φορά, οι γυναικείες διεκδικήσεις να μπουν στο περιθώριο μέχρι την υπέρβασή της».

Προειδοποίησε πως «ο κίνδυνος πισωγυρίσματος είναι ορατός και όλοι οι φορείς ισότητας, δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα, επιβάλλεται να επιμείνουν στη διάχυση της διάστασης του φύλου σε όλα τα μέτρα και τις πολιτικές του κυπριακού κράτους, ανεξάρτητα και πέρα από τις συνθήκες εντός των οποίων πρόκειται να υλοποιηθούν».

Αναφερόμενος στην οικονομική κρίση, είπε πως «έχει επιδεινώσει προς το χειρότερο τα δεδομένα», συμπληρώνοντας πως «η γυναικεία ανεργία και η εργασιακή ανασφάλεια έχουν αυξηθεί, η μερική απασχόληση διευρύνεται, ενώ οι συνθήκες στον ιδιωτικό τομέα για τα πιο ευάλωτα στρώματα γυναικών είναι δραματικές, με απολύσεις, ανασφάλεια, κατάρρευση δικαιωμάτων και αμοιβών και απολύσεις εγκύων».

Ο δημόσιος τομέας, πρόσθεσε, «έχει κλείσει για τις νέες πτυχιούχους, λόγω των περιοριστικών πολιτικών αυξάνοντας ακόμα περισσότερο το πρόβλημα της γυναικείας ανεργίας».

Παράλληλα, ανέφερε, «οι μεσαίες γυναικείες ηλικίες χάνουν την δουλειά τους ή απειλούνται με απόλυση και υποβάθμιση της εργασίας, ενώ οι νέες απλώς συναντούν κλειστές πόρτες και αβεβαιότητα για το μέλλον τους».

«Σε αρκετούς ανδροκρατούμενους κλάδους, όπως οι οικοδομές, ανεργία έχει πλήξει τον ανδρικό πληθυσμό με αποτέλεσμα το μόνο μέλος της οικογένειας που εργάζεται να είναι η γυναίκα», συμπλήρωσε.

Εξάλλου, είπε πως «τα κυβερνητικά μέτρα έχουν επηρεάσει αρνητικά περισσότερο τις γυναίκες που βρίσκονται στην ανεργία, τις γυναίκες μονογονιούς, τις συνταξιούχες με χαμηλές συντάξεις, τις πολύτεκνες μητέρες και τις γυναίκες σε επισφαλή απασχόληση», για να προσθέσει πως «η πλήρης ελευθεροποίηση του ωραρίου λειτουργίας επιχειρήσεων στο λιανικό εμπόριο, έχει επηρεάσει δυσμενώς την συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών εργαζομένων εφόσον το νέο καθεστώς εργοδότησης δεν προσφέρει την δυνατότητα αποτελεσματικού συνδυασμού επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεων».

Η Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του ΠΙΚ, Μαρία Γκασούκα, ανέφερε ότι «η έρευνα καταδεικνύει ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια οι όροι εργοδότησης και οι συνθήκες εργασίας έχουν υποβαθμιστεί σημαντικά», ενώ σημείωσε πως «στην αγορά εργασίας έχουν κάνει την εμφάνιση τους νέες ευέλικτες μορφές απασχόλησης που αντιδιαστέλλονται με την τυπική απασχόληση όπως η προσωρινή απασχόληση με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η εποχιακή εργασία, η μερική απασχόληση με μειωμένο ωράριο και η αδήλωτη εργασία».

«Από όλα τα μέτρα που εφάρμοσε η κυβέρνηση για την ενίσχυση της απασχόληση απουσιάζει η διάσταση της ισότητας των φύλων. Το μέτρο που αφορά την επαναπρόσληψη 800 ωρομισθίων εργατών/τριών δεν είχε θετική συμβολή στην απασχόληση γυναικών επειδή οι προσλήψεις έχουν γίνει σε κατασκευαστικά τμήματα και σε υπηρεσίες του Τμήματος Δασών που απασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά άντρες», είπε.

Επίσης, αναφέρθηκε στο πρόγραμμα για τη νεανική επιχειρηματικότητα του Υπουργείου Εμπορίου, από το οποίος όπως είπε, «απουσιάζει επίσης η διάσταση της ισότητας των φύλων, αφού θα μπορούσε να δοθεί έμφαση στο γεγονός ότι ο μεγαλύτερος όγκος νέων γυναικών συγκεντρώνεται σε κοινωνικούς και ανθρωπιστικούς κλάδους και να δοθούν ανάλογα επιχειρηματικά κίνητρα κυρίως στη κατεύθυνση της κοινωνικής οικονομίας και της κοινωνικής επιχειρηματικότητας».

Επιπλέον, ανέφερε πως «οι γυναίκες εργαζόμενες στον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα εργοδοτούνται στην πλειοψηφία τους σε χαμηλόμισθες μισθολογικές κλίμακες», προσθέτοντας πως «οι οριζόντιες μισθολογικές περικοπές έχουν επηρεάσει τις γυναίκες σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι τους άντρες».

Το ΠΙΚ από την έμπνευση και αρχικό σχεδιασμό της έρευνας – μελέτης είχε σαν σκοπό, πέρα από την καταγραφή της κατάστασης σε σχέση με τις ανισότητες των φύλων στην περίοδο της κρίσης, να διαγνώσει αδυναμίες στα μέτρα και πολιτικές που εφαρμόζει το κράτος και να προτείνει – εισηγηθεί περαιτέρω δράσεις και ενέργειες για το υπό μελέτη ζήτημα.

Όπως εισηγείται το ΠΙΚ πρέπει να γίνουν νέες έρευνες και μελέτη σε βάθος για τις επιπτώσεις της κρίσης στις γυναίκες και το πεδίο ισότητας, να εφαρμοστούν μέτρα ενσωμάτωσης της ισότητας αντρών γυναικών σε όλες τις πολιτικές και μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και να δοθούν κίνητρα και να καταρτιστούν προγράμματα συμμετοχής των γυναικών στην κοινωνική οικονομία και την κοινωνική επιχειρηματικότητα.

Επιπλέον, εισηγείται τη συμμετοχή οργανώσεων φορέων ισότητας στην εκπόνηση, σχεδιασμό και
εφαρμογή πολιτικών, μέτρων για αντιμετώπιση της κρίσης και την ύπαρξη αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στα ζητήματα πρόσβασης στην απασχόληση, επαγγελματική κατάρτιση, επαγγελματική ανέλιξη και σεξουαλική παρενόχληση στους χώρους εργασίας.

Εισηγείται ακόμα να τερματιστεί η πολιτική μείωσης οικονομικής στήριξης των δημόσιων φορέων και οργανώσεων για την ισότητα. Τεχνοοικονομική ενίσχυση των φορέων για αναβάθμιση του ρόλου και των δραστηριοτήτων τους στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης στην ισότητα των δύο φύλων, να εκπονηθεί μελέτη για την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων στο θεσμό του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (ΕΕΕ) και να υποχρεωθούν οι εργοδότες (δημόσιος και ιδιωτικός τομέας) να προβαίνουν στην εξέταση των μισθών κάθε χρόνο προκειμένου να εντοπίζουν προβλήματα διακρίσεων λόγω φύλου στα συστήματα ταξινόμησης επαγγελμάτων, καταρτίζοντας προγράμματα ισότητας που θα περιλαμβάνουν διαφανή συστήματα αμοιβών.

Τέλος, προτείνει την επαναφορά του ρυθμισμένου ωραρίου στα επαγγέλματα του λιανικού εμπορίου και σωστή οργάνωση των διάφορων μορφών ευέλικτης απασχόλησης και ενσωμάτωσης τους στις εργασιακές και κοινωνικές πολιτικές με τρόπο που θα αποτελεί μια ευκαιρία και όχι μια απειλή για τις γυναίκες με τη δημιουργία γυναικείων γκέτο με χαμηλούς μισθούς, χωρίς ευκαιρίες μεταπήδησης στη πλήρη απασχόληση.