Η κρύπτη της θρησκοληψίας



Του Βαγγέλη Γέττου

Το άρθρο της μαθήτριας από το λύκειο της Δασούπολης που καταγγέλλει τον κατηχητικό χαρακτήρα των θρησκευτικών, αποτέλεσε το πεδίο σφοδρής αντιπαράθεσης με ορισμένα συγκροτημένα επιχειρήματα υπέρ της και πολλές άναρθρες κραυγές μίσους εναντίον της.

Η αυτονόητη παρέμβαση της Επιτρόπου των Δικαιωμάτων του Παιδιού προ της κανιβαλιστικής διαδικτυακής επίθεσης σε βάρος της μαθήτριας, έθεσε εν πολλοίς το ζήτημα στη σωστή του διάσταση – δικαίωμα του παιδιού προς διατύπωση γνώμης σε ζητήματα που το αφορούν (άρθρο 12 Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού). Ωστόσο, αυτός ο θεμέλιος λίθος του διεθνούς δικαίου που αφορά στα παιδιά, δεν εμπόδισε τα διαδικτυακά άβαταρ να διασπείρουν τον τοξικό τους φονταμενταλισμό. Οι αρνητές του δικαιώματος του παιδιού να μην κατηχείται στο σχολείο, αν και δεν το λένε ανοιχτά, θεωρούν ότι κάθε ελληνόφωνος μαθητής (πρέπει να) είναι και χριστιανός ορθόδοξος. Κατ’ επέκταση θεωρούν ότι κάθε χριστιανός ορθόδοξος πρέπει να υφίσταται κατήχηση με βάση το επίσημο δόγμα της Εκκλησίας.


Η άποψη αυτή, αν και γραφική, δεν αποτελεί έναν υποτιμήσιμο αντίπαλο του ορθού λόγου, της δημοκρατίας και της ειρηνικής διαπολιτισμικής συνύπαρξης. Άλλωστε, ο ρατσισμός και οι διάφορες πολιτικές του εκβάσεις, ο φασισμός ή ο απροκάλυπτος ναζισμός, κατά την εκκόλαυσή τους φαντάζουν γραφικοί. Όταν όμως σπάσουν τις πόρτες των σπιτιών και των σχολείων μας, αντιλαμβανόμαστε ότι θα έπρεπε να τους έχουμε τσακίσει εν τη γενέσει τους και όχι να χασκογελάμε με την ηλιθιότητά τους.

Για να επανέλθω στην θεσμική απάντηση απέναντι στο διαδικτυακό bullying που υπέστη η συγκεκριμένη μαθήτρια, τα δικαιώματα των παιδιών είναι μόνο η μία πτυχή αυτής της απάντησης. Η άλλη -και θα έλεγα η βασικότερη- είναι τα κατοχυρωμένα δικαιώματα των γονέων σε σχέση με την εκπαίδευση των παιδιών τους αλλά και η υποχρέωση της Πολιτείας σε σχέση με την ανεξιθρησκία στη δημόσια σφαίρα και στην εκπαίδευση.

Το πολύπαθο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ξεκάθαρο. Στο άρθρο 2.1 ορίζεται ότι «την ελληνικήν κοινότητα αποτελούσιν άπαντες οι πολίται της Δημοκρατίας, οίτινες είναι ελληνικής καταγωγής και έχουσιν ως μητρικήν γλώσσαν την ελληνικήν ή μετέχουσι των ελληνικών πολιτιστικών παραδόσεων ή ανήκουσιν εις την Ελληνικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν». Για να ανήκει ένας μαθητής στην ελληνική/ελληνοκυπριακή κοινότητα, δεν είναι απαραίτητο να ανήκει στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Αντίθετα μπορεί να έχει ελληνική καταγωγή και να μιλά ελληνικά ή να φέρει ελληνικό πολιτισμικό υπόβαθρο. Η συγκεκριμένη συνταγματική επιταγή διαφέρει παρασάγγας από τις συναφείς ρυθμίσεις π.χ. του Συντάγματος της Ελλάδας που ορίζει ως επικρατούσα θρησκεία το ελληνορθόδοξο δόγμα. Στην Κύπρο δεν συμβαίνει το ίδιο. Και πως θα μπορούσε άλλωστε με δύο κοινότητες και τρεις μειονότητες να αναγνωρίζονται επισήμως; Έτσι, η Πολιτεία οφείλει να θεωρεί μέλη της ελληνοκυπριακής κοινότητας και πολίτες που δεν ενστερνίζονται το ορθόδοξο δόγμα αλλά μπορεί να πληρούν διαζευκτικά τους άλλους δύο όρους (καταγωγή/γλώσσα ή κουλτούρα).

Στο άρθρο 20.1 ορίζεται ότι «[…] έκαστον […]ίδρυμα έχει το δικαίωμα να παρέχη εκπαίδευσιν τηρουμένων των διατυπώσεων, όρων και περιορισμών των επιβαλλομένων υπό του οικείου κοινοτικού νόμου των αναγκαίων μόνον […] προς προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος των γονέων, όπως διασφαλίζωσιν υπέρ των τέκνων αυτών εκπαίδευσιν συνάδουσαν προς τας θρησκευτικάς αυτών πεποιθήσεις.». Αυτό σημαίνει ότι οποιοδήποτε εκπαιδευτικό ίδρυμα έχει το δικαίωμα να οργανώνει την παρεχόμενη εκπαίδευση με τρόπο που να κατατείνει στην διαμόρφωση θρησκευτικής ταυτότητας στους εκπαιδευόμενούς του υπό δύο πολύ βασικούς όρους:

α. να διασφαλίζονται τα δικαιώματα και οι ελευθερίες όλων των εκπαιδευόμενων του, άρα και η θρησκευτική ελευθερία αλλόδοξων, αλλόθρησκων ή άθρησκων μαθητών. Ο κανόνας αυτός επιβεβαιώνεται από πλήθος διεθνών συμβάσεων τις οποίες έχει επικυρώσει η Κύπρος. Κανένας «κοινοτικός νόμος» δεν μπορεί να τον αναιρέσει, δεδομένης της υποδεέστερης νομικής ισχύος του έναντι κανόνων του διεθνούς δικαίου.

β. να διασφαλίζεται το δικαίωμα των γονέων να επιλέγουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο της διαμόρφωσης μέσω της εκπαίδευσης της θρησκευτικής συνείδησης των παιδιών τους. Το γονεϊκό αυτό δικαίωμα δεν περιλαμβάνει μόνο την επιλογή σχολείου με συγκεκριμένο θρησκευτικό υπόβαθρο αλλά και τον σεβασμό πιθανού άλλου δόγματος ή θρησκείας των γονιών και του τέκνου εντός σχολείου όπου «επικρατεί» συγκεκριμένο δόγμα ή θρησκεία.

Όταν όμως το δημόσιο σχολείο εκκινεί από την υπόθεση ότι όλοι οι μαθητές είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, τότε οι παραπάνω συνταγματικές ρυθμίσεις καταστρατηγούνται. Οι γονείς θα έπρεπε να ερωτούνται αν επιθυμούν τα παιδιά τους να παρακολουθήσουν το μάθημα των θρησκευτικών κατά την έναρξη της σχολικής χρονιάς και όχι να φέρουν το βάρος και το στίγμα της εκ των υστέρων αίτησης απαλλαγής των παιδιών τους.

Η επίθεση προς τη μαθήτρια που διατύπωσε τα αυτονόητα, αν και επονείδιστη, μας δίνει την ευκαιρία να ανοίξουμε επιτέλους τη συζήτηση σχετικά με το ισχυρότερο ταμπού της εκπαίδευσης: τον εναγκαλισμό της με την Εκκλησία. Από αυτή τη συζήτηση, η κοινωνία μας έχει μόνο να κερδίσει εφόσον κάθε απόπειρα περαιτέρω θρησκοληπτικής συσκότισης της κοσμικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας μας βρίσκει σταθερά -και κυρίως με επιχειρήματα- απέναντι.