Του Χρήστου Χαραλάμπους

Το 16χρονο κορίτσι, κατατρομαγμένο καθώς άκουγε από τη μια τις δαιμονισμένες μηχανές των αεροπλάνων που πηγαινοέρχονταν πάνω από την επαρχία του Βαρωσιού και σκορπούσαν στο πέρασμά τους το θάνατο και την καταστροφή κι από την άλλη βλέποντας τ’ αφεντικά της να μαζεύουν χρυσαφικά και άλλα ακριβά πράματα και να βιάζονται να φύγουν χωρίς να δίνουν καμιά εξήγηση για το πού θα πήγαιναν και πότε θα γύριζαν, αισθανόταν όσο ποτέ άλλοτε την ανάγκη να βρεθεί κι αυτό κοντά σε δικούς του ανθρώπους…

Έφερνε εκείνη την ώρα έντονα μπροστά στα μάτια της τις βασανισμένες μορφές των γονιών της στο χωριό κι όσο αισθανόταν πως δεν μπορούσε να βρεθεί κοντά τους τόσο το παράπονο την έπνιγε… Τίποτε όμως δεν μπορούσε να κάνει για ν’ απαλλαγεί από τη μοναξιά και το φόβο της… Τη συντρόφευαν μόνο οι τελευταίες παραγγελιές των αφεντικών της που άκουγε τα λόγια τους να επαναλαμβάνονται συνέχεια στ’ αυτιά της… «Να προσέχεις το σπίτι…» της είπαν και έφυγαν σαν κυνηγημένοι, χωρίς να νοιαστούν για το δικό της φόβο και την επιθυμία της να πάει κι αυτή μαζί τους να γλιτώσει…

Η ιστορία της Ελένης (για ευνόητους λόγους το όνομα είναι εικονικό), είναι μια από τις πολλές περιπτώσεις κοριτσιών που βίωσαν με το χειρότερο τρόπο την απανθρωπιά του πολέμου. Μιλώντας για τα όσα έζησε στα χέρια των γιουρούκηδων, η Ελένη που σήμερα ζει κάπου στη Λεμεσό, αβίαστα αντιλαμβάνεσαι ότι δεν χρειάζεται να κουράσει τη μνήμη της γιατί είναι εικόνες που συνέχεια όλα αυτά τα χρόνια στριφογυρίζουν στο μυαλό της σαν ταινία θρίλερ, τη βασανίζουν και της προκαλούν τρόμο…

Μέχρι το βράδυ της 14ης Αυγούστου του 1974, ολόκληρη η Αμμόχωστος είχε αδειάσει και μόνο κάποιοι ανήμποροι γέροντες, κάποια μοναχικά πλάσματα και κάποιοι πεισματάρηδες που διατηρούσαν ακόμα το θάρρος τους, έμειναν πίσω να φυλάνε την πόλη τους από τους εχθρούς… Η Ελένη σφάλισε καλά το σπίτι των αφεντικών της και μαζεμένη στο κρεβάτι της, έσφιγγε τα δόντια και προσπαθούσε να σταματήσει το τρέμουλο που ταρακουνούσε ολόκληρο το κορμί της. Κάθε που έφταναν στ’ αυτιά της πυροβολισμοί, ένοιωθε το σάλιο να κατεβαίνει στεγνό από το λαιμό της. Ήταν ακόμα πολύ μικρή και δεν είχε ξαναζήσει τέτοιο κακό, τον πόλεμο τον γνώριζε μόνο μέσα από το μάθημα της ιστορίας που είχε κάνει στο δημοτικό και τώρα που τον έβλεπε μπροστά της, δεν ήξερε πώς να τον αντιμετωπίσει.

Έφερνε στο νου της τη μάνα και τον πατέρα της στο Ριζοκάρπασο, σκεφτόταν ένα ένα τ’ αδέλφια της στην Αγγλία και την Ελλάδα και προσπαθούσε να πάρει δύναμη για να πολεμήσει το φόβο και την αγωνία της… Τόσος ήταν ο τρόμος της που κατάφερνε να μην ακούει ούτε την ίδια την ανάσα της.

Με μάτια πρησμένα από το φόβο και την αγωνία για την ημέρα που ξημέρωσε, προχώρησε δειλά μέχρι το παράθυρο της κουζίνας, τράβηξε λίγο την κουρτίνα αλλά δεν είδε το παραμικρό. Καμιά κίνηση και κανένας θόρυβος στο δρόμο. Η ενορία της Αγίας Ζώνης που πάντα τις Κυριακές και τις άλλες μεγάλες γιορτές πνιγόταν στις φωνές και τους περιπάτους των ανθρώπων, εκείνο τον Δεκαπενταύγουστο έμοιαζε σαν να είχε πεθάνει…

Στο έλεος των γιουρούκηδων

Άφησε να περάσει το μεσημέρι, κατάπιε όσο μπορούσε το φόβο της και παίρνοντας τα πόδια της, η Ελένη ξεκίνησε για το Αη Γιωρκούδι. Ήθελε να βρει ένα πλάσμα δικό της, κάποιον που τον ήξερε και θα μπορούσε να βρει κοντά του τη συντροφιά που αυτή την ώρα της έλειπε κι ο νους της πήγαινε μόνο στη Χαμιτέ. Σκεφτόταν πως τουλάχιστον η φίλη της η Τουρκάλα δεν θα είχε φύγει από την πόλη.

Ένα μικρό δωματιάκι εκεί στην άκρα της ενορίας είχε η Χαμιτέ, εκεί κοιμόταν, εκεί είχε το νοικοκυριό της, εκεί μέσα έβγαζε και μεροκάματο με σουμάδες και καφέδες που έψηνε συνήθως στους περαστικούς και πιο πολύ τους βοσκούς που κατέβαιναν συχνά πυκνά από την Αχερίτου και τα γύρω χωριά… Ήξερε κιόλας να λέει την τύχη γι’ αυτό και συχνά μαζεύονταν κοντά της νέες κοπέλες αναζητώντας το πεπρωμένο τους στο κατακάθι του καφέ… Έτσι την είχε γνωρίσει την Τουρκάλα και φίλεψε μαζί της κι όποτε της έδιναν άδεια τ’ αφεντικά της, πριν πάει στο χωριό να δει τους δικούς της, περνούσε πρώτα από τη Χαμιτέ κι έπαιρνε ό,τι σημάδια μπορούσε να της δώσει για το μέλλον της…

Εκείνη την ημέρα όμως της φάνηκε αλλαγμένη η Χαμιτέ… Έμοιαζε φοβισμένη κι αυτή με την κατάσταση και δεν δίστασε να εξομολογηθεί ότι έτρεμε στην ιδέα πως οι Τούρκοι στρατιώτες θα έφταναν κάποια στιγμή και κοντά της κι έτσι όπως είχε φιλίες με τους Έλληνες, ένοιωθε σίγουρη πως δεν θα την άφηναν ήσυχη.

Φεύγοντας από τη Χαμιτέ και πριν προλάβει να γυρίσει στο σπίτι των αφεντικών της, για να το προσέχει, όπως την είχαν διατάξει, βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τσούρμο Τούρκους στρατιώτες. Ένας σκουρόχρωμος ψιλοκουρεμένος στρατιώτης την άρπαξε από τη μασχάλη, την πέταξε κάτω κι άρχισε να την κλοτσά όπου έβρισκε… Την παράλαβε ύστερα άλλος, με το ένα του χέρι την άρπαξε από τα μαλλιά και με το άλλο την έδερνε αλύπητα στο πρόσωπο… Την κτυπούσε και το κλάμα της την έπνιγε μαζί με τα δόντια της που έσπαζαν το ένα μετά το άλλο …

«Σκοτώστε με… καλύτερα παίξετέ με να γλιτώσω τούτο το μαρτύριο… τι σας έκαμα… λυπηθείτε με…» τους παρακαλούσε κι ένιωθε τη φωνή της να αργοσβήνει και ν’ ακούγεται όλο και πιο πεθαμένη…

Έκαμε ν’ αντισταθεί το καημένο το κορίτσι, το αίσθημα του ξεγυμνώματος του παρθένου κορμιού της και οι σατανικές διαθέσεις των Τούρκων την έκαναν να ξαναβρεί για μια στιγμή λίγη από τη χαμένη της δύναμη, μα πάλι δεν τα κατάφερε. Σαν τα αγρίμια άρπαξαν στα χέρια τους το απροστάτευτο κορίτσι και το λεηλάτησαν χωρίς να βρεθεί ένα πλάσμα να τους αντικόψει… Όλοι, καμιά εικοσαριά στρατιώτες που ήταν εκεί και κοίταζαν κι έκαναν χάζι, περίμεναν τη σειρά τους κι ο καθένας, χωρίς κανένα εμπόδιο, άφησε τα δικά του σημάδια στο τρυφερό κορμί και την αγνή ψυχή της μισοπεθαμένης κοπέλας…

Το αίμα είχε χαθεί από τις φλέβες της και τώρα πια, δεν ήταν σίγουρη αν το μυαλό της βρισκόταν ακόμα στο κεφάλι της… Το κορμί της ούτε που το ένοιωθε και κάποια στιγμή της φάνηκε πως είχε παραδώσει και το σώμα και το πνεύμα της… Σε ποιον; Ούτε που μπορούσε να καταλάβει…

Βρήκε βοήθεια από Τούρκο αξιωματικό

Το κορμί της ασάλευτο και μουδιασμένο ήταν απλωμένο στο τσιμέντο κι έτσι όπως είχε καταφέρει να κινήσει λίγο το δεξί της χέρι που ήταν αφημένο πάνω στο γόνατό της, η παλάμη της διέγραψε μια κόκκινη γραμμή με το αίμα που είχε λιμνάσει ανάμεσα στα πόδια της…

Με πολύ κόπο κατάφερε να κουνήσει και το αναμαλλιασμένο κεφάλι της, έγειρε λίγο στο πλευρό κι όπως ο ήλιος δυνάμωνε κι άρχισαν τα δάκρυα να ζεσταίνονται, τα μάτια μισάνοιξαν. Οι βιαστές της είχαν εξαφανιστεί. Δεν πέρασε πολλή ώρα και είδε μέσα από τα θολά της μάτια τη φιγούρα ενός άλλου Τούρκου που ήταν ντυμένος με στρατιωτικά…

Την πλησίασε με αργά βήματα κι αντί να χιμήξει και ν’ αρπάξει κι αυτός μερτικό από το κορμί της, την άγγιξε απαλά με το ένα χέρι και με το άλλο της έκανε νόημα δίνοντάς της να καταλάβει πως δεν είχε κακό στο νου του. Έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του μια τσαλακωμένη φωτογραφία και της την έδειξε…

Μια γυναίκα με άσπρη μαντίλα και δύο μικρά παιδιά που χαμογελούσαν κι έδειχναν ευτυχισμένα, κάθονταν σ’ ένα πολύχρωμο καναπέ κι από πίσω τους ξεχώριζε ένα μεγάλο βάζο γεμάτο λουλούδια… «Αϊλέμ… καρίμ ιλέ τσιοτζουκλαρίμ… Κεμάλ βε Σουλεϊμάν… » της είπε και την είδε που χωρίς να ξέρει τη γλώσσα του, έδειξε να κατάλαβε τα όσα τις έλεγε για τους δικούς του ανθρώπους που τον περίμεναν να γυρίσει στην Ισταμπούλ…

Ένιωθε τώρα πιο ήρεμη η Ελένη, ήταν σχεδόν σίγουρη πως δεν είχε να φοβηθεί τίποτε περισσότερο κι ακόμα κάτι της έλεγε μέσα της ότι από αυτό τον Τούρκο αξιωματικό θα έβρισκε κάποια βοήθεια, όπως κι έγινε.

Η Ελένη μεταφέρθηκε σ’ ένα στρατόπεδο των Ηνωμένων Εθνών κι από εκεί στο νοσοκομείο της Δεκέλειας.