Με αφορμή… την κυκλοφορία και την παρουσίαση του δεύτερου βιβλίου του Σταύρου Χριστοδούλου, ενός μυθιστορήματος noir με τίτλο Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός, παρουσιάζουμε ένα μικρό απόσπασμα:

“Εκείνο το πρωινό, στις 12 Φεβρουαρίου 1985, το κρύο στη Βουδαπέστη περόνιαζε τα κόκαλα και ο δυνατός αέρας πέτρωνε τα πρόσωπα. Η γειτονιά τέτοια ώρα έμοιαζε έρημη και τα παράθυρα στις πολυκατοικίες, πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό Κέλετι, ήσαν ερμητικά κλειστά.

«Να δεις που είχε δίκιο η μάνα μου για τον σκούφο…» μουρμούρισε και τάχυνε τα βήμα του για να φτάσει το γρηγορότερο στο Μετρό. Η φοβισμένη φωνή της Άντρεα, λίγο πριν στο τηλέφωνο, του τριβέλιζε το μυαλό, σπρώχνοντας με δύναμη τα βήματά του στη νοτισμένη άσφαλτο. «Ένας πόνος, σαν σουβλιά, με πεθαίνει», την άκουσε να ψιθυρίζει στην άλλη άκρη της γραμμής. «Ο Λάζλο;» ήταν το μόνο που κατάφερε να πει μέσα στη σαστισμάρα του. «Αν ήταν εδώ ο αδερφός μου νομίζεις θα σ’ έπαιρνα;» ξέσπασε εκείνη. «Πονάω, σου λέω. Βιάσου!»

Μπήκε ασθμαίνοντας στον σταθμό, έδειξε την κάρτα του στον νυσταγμένο υπάλληλο και χώθηκε σ’ ένα από τα βαγόνια της κόκκινης γραμμής. Στην Ντέακ φέρεντς άλλαξε βιαστικά τρένο και στριμώχτηκε ανάμεσα σ’ έναν τύπο που τα χνότα του μύριζαν μπίρα και μια μεσόκοπη γυναίκα που διάβαζε τη Népszabadság . Έκανε συχνά αυτήν τη διαδρομή τον τελευταίο χρόνο, αλλά τούτη τη φορά τού φάνηκε ατελείωτη. Όταν άνοιξαν οι πόρτες στην όγδοη στάση, ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και βγήκε επιτέλους στην οδό Πούτιους.

Η κίνηση στον δρόμο ήτανε λιγοστή. Δυο εργάτες καθάριζαν νωχελικά το πεζοδρόμιο και μια γριά, τυλιγμένη μ’ ένα βαρύ μάλλινο σάλι, πούλαγε ματσάκια με λουλούδια. Τα είχε στριμώξει σ’ έναν βρόμικο πλαστικό κουβά που ακουμπούσε ανάμεσα στις χοντρές γαλότσες της. Πήγε να την προσπεράσει, αλλά ένα χέρι τον τράβηξε απότομα και, προτού προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, είδε τη γυναίκα να του φράζει τον δρόμο.

«Πάρ’ της φρέσκα λουλούδια. Θα της αρέσουν…» του είπε παρακλητικά, ενώ του έσφιγγε το μπράτσο με δύναμη.

«Παράτα με!» αντέδρασε εκείνος. Κάτι στα μάτια της τον αλάφιαζε.

«Φιορίνια! Δώσε μου λίγα φιορίνια κι εγώ θα σ’ τα πω όλα».

«Παράτα με, τρελόγρια, σου λέω».

«Κακός σπόρος, κακά μαντάτα» ακούστηκε σαν κρώξιμο η φωνή της πίσω του, όμως οι λέξεις σκόρπισαν από τη δύναμη του ανέμου.

Το πρώτο μυθιστόρημα του Σταύρου Χριστοδούλου Hotel National (2016), περιελήφθη στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας της Κύπρου, καθώς και στην αντίστοιχη του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα.

Η παρουσίαση του βιβλίου θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα, 4 Ιουνίου, στις 7 το απόγευμα στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι Κώστας Γουλιάμος, συγγραφέας και πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Λευκωσίας και ο Γιάννης Ράγκος, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει η ηθοποιός Στέλα Φυρογένη, ενώ την εκδήλωση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Κώστας Κωνσταντίνου.