Η Μέρκελ, ο Μπετόβεν και η ΕΕ



του Νιαζί Κιζίλγιουρεκ

Στις 8 Ιουλίου η Γερμανίδα Καγκελάριος μίλησε μπροστά στην ολομέλεια του ευρωκοινοβουλίου, όπως κάνει ο κάθε αρχηγός κράτους- μέλους που αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου. Ήταν όντως μια ενδιαφέρουσα ομιλία, η οποία συνόψιζε τις προτεραιότητες της γερμανικής προεδρίας, δίνοντας παράλληλα στήριξη στις προκηρύξεις Φον ντερ Λαϊεν για ριζική αλλαγή στις πολιτικές προτεραιότητες της ΕΕ.

Η Μέρκελ εντόπισε πέντε τομείς ως τις προτεραιότητες της προεδρίας: τα θεμελιώδη δικαιώματα, την αλληλοστήριξη, την προστασία του περιβάλλοντος, τη ψηφιοποίηση και τη θέση της Ευρώπης στον κόσμο.


Έστειλε ένα πολύ δυνατό μήνυμα υπεράσπισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, προειδοποιώντας μάλιστα κάποια κράτη μέλη (κατά τη γνώμη μας μεταξύ άλλων την Πολωνία και την Ουγγαρία) να μην χρησιμοποιήσουν την πανδημία ως αφορμή για να καταστρατηγήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ωστόσο, οι εν λόγω κυβερνήσεις έρχονται κατ’ εξοχήν από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, πρωταγωνιστής του οποίου είναι βεβαίως η ίδια η κυρία Μέρκελ. Είμαι βέβαιος πως αυτή η ομιλία δεν θα ήταν η ίδια αν απευθυνόταν όχι στο ευρωκοινοβούλιο, αλλά στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.

Άλλη προτεραιότητα ήταν αυτή της αλληλοστήριξης. Η κυρία Μέρκελ θεωρεί πως η ΕΕ μόνο με αλληλοστήριξη μπορεί να υπάρχει και να προχωρήσει. Δεν δίστασε να μιλήσει για ενσυναίσθηση, δηλαδή να κατανοεί ο ένας τον άλλο. Αλλά  βεβαίως δεν μπορούμε να ξεχάσουμε πως κατά τη διάρκεια της πανδημίας για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, όχι μόνο δεν είδαμε ενσυναίσθηση, αλλά το Συμβούλιο γύρισε την πλάτη σε χώρες που είχαν πολύ μεγάλη ανάγκη. Και τα Κράτη-Μέλη, με εθνικιστικά αντανακλαστικά, έκλεισαν τα σύνορα τους το ένα προς το άλλο.

Ωστόσο, έστω και με καθυστέρηση, η Γερμανία έκανε ένα σημαντικό άνοιγμα και μαζί με τον πρόεδρο της Γαλλίας Μακρόν, πρότεινε ένα πακέτο στήριξης 500δις ευρώ. Στην ομιλία της η κυρία Μέρκελ δεν έκρυψε την ικανοποίηση της. Είναι γεγονός πως η Γαλλία και η Γερμανία συνεργάστηκαν για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Η απόφαση όμως για το ομόλογο θα παρθεί από το Συμβούλιο, όπου οι λεγόμενοι «φειδωλοί 4» (Αυστρία, Ολλανδία, Δανία, Σουηδία) έχουν σημαντικό βάρος. Στέλνοντας ένα μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση, η κυρία Μέρκελ τόνισε ότι ο εθνικισμός δεν είναι λύση και υπογράμμισε ότι οι αντιευρωπαϊστές καραδοκούν και χρησιμοποιούν την κρίση για τους σκοπούς τους. Στην συνέχεια τόνισε τη σημασία του να δράσουν όλα τα κράτη μαζί.

Τρίτη προτεραιότητα ήταν αυτή της προστασίας του περιβάλλοντος. Μέσα από την ομιλία της, βρήκε ξεκάθαρα λόγια στήριξης των στόχων που έθεσε η πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν για κλιματικά ουδέτερη ΕΕ μέχρι το 2050. Μια γενναία πρόταση με μια σπουδαία προοπτική, έστω και αργοπορημένη, αφού η ΕΕ απέτυχε να παίξει το σημαντικό ρόλο που έπρεπε στη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. Σε κάθε περίπτωση όμως η Κύπρος πρέπει να βρίσκεται σε εγρήγορση για να πάρει τα κονδύλια που της αναλογούν και να ανταποκριθεί στο βαθμό που της αρμόζει.

Ο τομέας της ψηφιοποίησης ήταν επίσης μια από τις προτεραιότητες της κυρίας Μέρκελ. Είναι θετικό το γεγονός ότι έκανε αναφορά στο πρόβλημα που υπάρχει αναφορικά με τις θέσεις εργασίας και τις νέες μορφές δουλειάς που θα αναδύονται λόγω της ψηφιοποίησης. Η ψηφιοποίηση είναι αποτέλεσμα της τεχνολογικής ανάπτυξης του σύγχρονου κόσμου, και σίγουρα θα αποτελέσει εργαλείο άμυνας σε περιπτώσεις κυβερνο-επιθέσεων. Όμως το ερώτημα της προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων και της διασφάλισης-δημιουργίας θέσεων εργασίας για τους πολίτες της ΕΕ παραμένει πολύ επίκαιρο και ακανθώδες.

Τέλος, η κυρία Μέρκελ έκλεισε με ένα πολύ δύσκολο θέμα. Αυτό των διεθνών σχέσεων της ΕΕ. Αναφέρθηκε στις προσπάθειες διεύρυνσης της ΕΕ προς τα δυτικά Βαλκάνια, στην αναθέρμανση των σχέσεων με την Αφρικανική Ένωση και τη στρατηγική συνεργασία με την Κίνα. Εκκωφαντική ήταν όμως η σιωπή της για την Τουρκία. Δεν είπε ούτε μια λέξη φοβούμενη την κριτική τόσο όσων θέλουν άμεσα την διακοπή των σχέσεων με την Τουρκία, αλλά και όσων την περιμένουν να φέρει αποτελέσματα σε αυτά που ζητά ο Ταγίμπ Εργντογάν: Φιλελευθεροποίηση της βίζας και διεύρυνση της συμφωνίας της τελωνειακής ένωσης. Μέσα από τη σιωπή της επέλεξε το δρόμο της «μυστικής διπλωματίας».

Η κυρία Μέρκελ έκλεισε την ομιλία της κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στην αγάπη της για τη μουσική και την 9η συμφωνία του Μπετόβεν, του οποίου τον Δεκέμβρη του 2020 θα γιορτάσουμε τα 250 χρόνια από τη γέννηση του. Είπε η κυρία Μέρκελ: «Κάθε φορά που ακούω την 9η Συμφωνία ανακαλύπτω καινούρια στοιχεία, όπως και κάθε φορά ανακαλύπτω καινούρια πράγματα στην ΕΕ…».

Δυστυχώς όμως δεν είπε τίποτα για την κουλτούρα στην ΕΕ. Δεν αναφέρθηκε στους χιλιάδες καλλιτέχνες που εισήλθαν σε πολύ δύσκολη συγκυρία λόγω της πανδημίας. Ούτε εισακούστηκαν οι φωνές της επιτροπής Παιδείας και Κουλτούρας της οποίας και εγώ είμαι μέλος, που επίμονα ζητά αύξηση των κονδυλίων για στήριξη του τομέα της κουλτούρας. Όπως τόνισα και δυο μέρες στην ομιλία που έκανα στην ολομέλεια του κοινοβουλίου 2 μέρες μετά την ομιλία Μέρκελ, η αγορά και το κέρδος δεν μπορούν να σμίξουν τους λαούς και τους πολίτες. Όμως όπως είπε ο Γιάννης Ρίτσος, «τα τραγούδια» ενώνουν τους ανθρώπους.

Ο Λούντβιχ φαν Μπετόβεν, ο μεγάλος αυτός δημιουργός που έφερε επανάσταση στη μουσική κάποτε αναρωτήθηκε: «Η Τέχνη; Πώς θα ήμουν χωρίς αυτή; Δεν ξέρω. Όμως φοβάμαι- βλέπω- πώς είναι εκατοντάδες και χιλιάδες χωρίς αυτή.» Φαίνεται πως τα λεγόμενα του ακόμα ισχύουν και στην περίπτωση της ΕΕ, όπου το κέρδος είναι πάνω από τα τραγούδια…