Η πολιτική ευθύνεται για την αδυναμία αντιμετώπισης του ιού



Του
Σεβήρου Κούλα*

 

Η επιδημία του κορονοϊού έχει γίνει η καθημερινότητα όλων μας, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό. Τα ΜΜΕ καθημερινά (δικαίως) αναλώνουν όλο τους το «είναι» στην κάλυψη της πορείας του ιού. Στην καταγραφή των κρουσμάτων, στην ανάλυση των θετικών και αρνητικών σεναρίων για την εξάπλωση-αντιμετώπιση και το τελικό ξεπέρασμά του. Τραγικό μέρος των όσων καταγράφουν οι αριθμοί των νεκρών που αφήνει πίσω του, αλλά και τα εφιαλτικά προβλήματα που προκύπτουν στα συστήματα υγείας ανά τον κόσμο, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, που είναι πλέον σύμφωνα και με τους ειδικούς το επίκεντρο της πανδημίας.

Αυτό όμως που «ξεφεύγει» από την κυρίαρχη δημοσιογραφία είναι το γιατί. Όχι το γιατί κτύπησε ο ιός, αλλά γιατί αδυνατούμε να απορροφήσουμε ως κοινωνίες, και κυρίως τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας, τις συνέπειές του. Σπαρακτικό μεν -ειλικρινά είναι- το κάθε ρεπορτάζ που καλύπτει πως στην Ιταλία γίνεται επιλογή των νοσούντων για να εισέλθουν στην εντατική σε όσους κρίνονται πως έχουν τις περισσότερες ελπίδες να ζήσουν, λόγω της έλλειψης κλινών, ελλιπές δε όταν αυτό δεν αποζητά το γιατί.


Εκτός από την προκλητική αδιαφορία (ή/και ανικανότητα) της ΕΕ για βοήθεια προς τα κράτη-μέλη της για αντιμετώπιση της πανδημίας, το εγκληματικότερο απ’ όλα είναι πως η ίδια ευθύνεται για την ανημποριά των συστημάτων υγείας να ανταπεξέλθουν. Σύμφωνα με στοιχεία που είχε παρουσιάσει ο Γερμανός ευρωβουλευτής του Die Linke Μάρτιν Σίρντεβαν1, από το 2011 έως το 2018 η Κομισιόν ζήτησε 63 φορές από κράτη-μέλη της να μειώσουν τις δαπάνες για την υγεία ή και να προχωρήσουν σε ιδιωτικοποιήσεις στο συγκεκριμένο κλάδο. Οι ελλείψεις λοιπόν σε εξοπλισμό, αναλώσιμα, ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό, η γενικότερη κατάσταση αποσύνθεσης πολλών ευρωπαϊκών συστημάτων υγείας, έχει ξεκάθαρα φαρδιά πλατιά την υπογραφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πολιτικών που επιβάλλει.

Στη Γαλλία οι νοσοκομειακοί γιατροί ήδη από τα μέσα του Δεκέμβρη προειδοποιούσαν για τις τεράστιες ελλείψεις στο σύστημα υγείας και για άμεσο κίνδυνο κατάρρευσής του εάν δεν αυξηθεί η χρηματοδότηση. Προχώρησαν σε μαζικές κινητοποιήσεις, αλλά βέβαια προ-κορονοϊού ήταν «οπισθοδρομικοί συνδικαλιστές χαραμοφάηδες» του δημοσίου. Μετά τον κορονοϊό ο Μακρόν θυμήθηκε πως «βρισκόμαστε σε πόλεμο. Αόρατος, ασύλληπτος», χωρίς βέβαια να αναφέρει ποτέ τον πόλεμο που ο ίδιος και οι πολιτικοί προκάτοχοί του ξεκίνησαν στο δημόσιο σύστημα υγείας της χώρας.

«Στην Ιταλία τα τελευταία δέκα χρόνια οι κυβερνήσεις προχώρησαν σε περικοπές 37 δισεκατομμυρίων ευρώ(!) στον τομέα της Υγείας με αποτέλεσμα να εξαφανιστούν 150.000 νοσοκομειακές κλίνες και το προσωπικό των νοσοκομείων να μειωθεί κατά 46.000 άτομα» (Κάρλο Τσιάτο, συνέντευξη στην εφημερίδα ΑΥΓΗ – επιδημιολόγος και πρώην διοικητής εταιρειών υγείας του δημοσίου, Ιταλία). Στη Βρετανία οποιοσδήποτε παρακολουθεί την πολιτική επικαιρότητα κατά καιρούς θα παρατηρήσει πως πάντοτε το Εθνικό Σύστημα Υγείας αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα αντιπαράθεσης εδώ και δεκαετίες. Σήμερα το NHS βρίσκεται υπό απίστευτη πίεση όχι μόνο λόγω του «πειράματος» του Μπόρις Τζόνσον, αλλά κυρίως λόγω των επιθέσεων που αυτό δέχτηκε για σειρά ετών στους προϋπολογισμούς του. Οι New York Times αναφέρουν πως «η Βρετανία έχει μειώσει τις νοσοκομειακές κλίνες της κατά σχεδόν 160.000 από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, οπότε οι γιατροί άρχισαν να μειώνουν το χρόνο νοσηλείας και να προσπαθούν να ελαττώσουν την ανάγκη για νοσοκομειακή φροντίδα, στο πλαίσιο ανάλογων προσπαθειών ανά την Ευρώπη». Επίσης, σύμφωνα με την Ιndependent, «την περίοδο 2011 – 2013 έχουν περικοπεί από το βρετανικό ΕΣΥ 10,8 δισ. λίρες».

Συμπερασματικά λοιπόν: Η πολιτική μπορεί να μην ευθύνεται για τον ιό, αλλά ευθύνεται για την αδυναμία αντιμετώπισής του.

*Μέλος Κεντρικής Γραμματείας ΕΔΟΝ