Ενας παραλογισμός με πολιτικές ευθύνες της κυπριακής κυβέρνησης

Γράφει: Τάσος Τσαππαρέλλας

Οι αγρότες μας δυστύχησαν να το δουν κι αυτό: Να αναγκάζονται να ρίχνουν τους καρπούς από τα δέντρα τους, πριν ακόμα ωριμάσουν, έναντι συμβολικής αποζημίωσης, αφού το κράτος αδυνατεί να διαχειριστεί την εμπορία τους.
Αυτή την τραγική πραγματικότητα βιώνουν σήμερα και για πρώτη φορά στην ιστορία τους οι παραγωγοί την μαντόρας, ως συνέπεια του εμπάργκο που επέβαλε η Ρωσία, σε απάντηση των μέτρων που η EE και μαζί και η κυπριακή κυβέρνηση έλαβαν εναντίον της φίλης χώρας.

Οι μόχθοι του παραγωγού εξανεμίζονται μέσα από ένα σχέδιο του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο δεν μπορεί να χωρέσει ούτε στη λογική των ιδίων, αλλά ούτε και του κάθε απλού πολίτη. Το σχέδιο της «πράσινης κοπής», ή «πρώιμης συγκομιδής», όπως το ονομάζει το Τμήμα Γεωργίας, έχει προκαλέσει οργή, απογοήτευση και χίλια δυο άλλα συναισθήματα στους ανθρώπους, που με νύχια και με δόντια προσπαθούν να διατηρήσουν τις φυτείες τους. Μήπως είναι κι αυτό ένα σχέδιο, διερωτώνται, που μεθοδεύει και το δικό μας ξεκλήρισμα;

Αποζημιώνεται η ψυχική φθορά;

Ολα αυτά τα συναισθήματα και απορίες των παραγωγών βιώσαμε μέσα στις ίδιες τις φυτείες, που επισκεφθήκαμε στο Κολόσσι. Οι άνθρωποι, μη έχοντας άλλη επιλογή, σκαρφαλωμένοι στα δέντρα με ραγισμένη καρδιά, να καταστρέφουν την παραγωγή τους ρίχνοντάς την στο χώμα. Και δεν είναι μόνο οι οικονομικές ζημιές, που προκύπτουν από το σχέδιο «πράσινης κοπής», είναι πρώτ’ απ’ όλα η ψυχική φθορά αυτών των ανθρώπων, που για δεκαετίες παλεύουν για να διατηρήσουν τις φυτείες τους, φροντίζοντας τα δέντρα με πραγματική ευλάβεια.

«Κάθε καρπό που ρίχνουμε στη γη», θα μας πει η Τρυφωνούλα Κωνσταντή, «είναι σαν να καταστρέφουμε ένα κομμάτι του ίδιου μας του εαυτού. Αυτό τον καρπό», συνεχίζει, «για να τον φέρουμε ώς εδώ, μοχθήσαμε, ξοδέψαμε χρόνο και χρήμα και τώρα σου λένε, κατέστρεψέ τον με τα ίδια σου τα χέρια και να σε αποζημιώσουμε. Μπορεί άραγε», διερωτάται, «να υπάρξει οποιαδήποτε αποζημίωση σε ένα τέτοιο παραλογισμό; Υπάρχει αποζημίωση, που να αντισταθμίζει την φθορά της ίδιας της ψυχής μας;».

Το μεγάλο δίλημμα και ο παραλογισμός

PANIKOS KON:NOU

Τα ερωτήματα που προβάλλουν ενώπιον των παραγωγών είναι πολλά και σοβαρά. «Τι θα γίνει τον επόμενο χρόνο, τι θα γίνει όλα τα επόμενα χρόνια; Πόσο θα αντέξουμε να βιώνουμε αυτή την παράλογη διαδικασία;» διερωτάται ο Πανίκος Κωνσταντίνου, ο οποίος καταθέτει και ένα μεγάλο βασανιστικό δίλημμα. «Να συνεχίσουμε να συμμετέχουμε σ’ αυτό τον παραλογισμό, ή να εγκαταλείψουμε τις φυτείες μας και να τις αφήσουμε να καταστραφούν;

Αν επιλέξουμε να συνεχίσουμε», προσθέτει, «σημαίνει ότι θα εργαζόμαστε στη ζημιά μας, αφού η λεγόμενη αποζημίωση δεν μπορεί να καλύψει ούτε τα πραγματικά μας έξοδα. Από την άλλη η εγκατάλειψη και η καταστροφή των φυτειών για μας θα σημαίνει ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα για την ίδια την ψυχή μας».

Και το πλέον τραγικό είναι ότι δεν υπάρχει ένας αρμόδιος που να μπορεί να απαντήσει αυτά τα ερωτήματα, είτε να συμβουλεύσει αυτούς τους ανθρώπους ως προς το μεγάλο δίλημμα, όπως το θέτει ο κ. Κωνσταντίνου.

Οπως και κανένας δεν εξήγησε σ’ αυτό τον κόσμο το γιατί, αντί να καταστρέφεται, να μην αξιοποιείται αυτή η παραγωγή για εσωτερικές ανάγκες όπως η Εθνική Φρουρά, τα νοσοκομεία, ιδρύματα κ.ά. «Είναι αδιανόητο», όπως μας επισημαίνουν οι ίδιοι οι παραγωγοί, «να έχουμε τόσα κοινωνικά παντοπωλεία, να υπάρχει κόσμος σήμερα στο νησί μας που να πεινά και να μην δικαιούμαστε να προσφέρουμε σ’ αυτούς λίγη έστω από την παραγωγή μας, που έτσι κι αλλιώς μας αναγκάζουν να καταστρέψουμε».

Ευρύτερα καταθλιπτική η κατάσταση

SOTIROULA AVGOYSTI

Ολ’ αυτά βεβαίως είναι η συνέχεια μιας πολιτικής επιλογής, για πλήρη υποταγή της κυπριακής οικονομίας στα συμφέροντα των μεγαλοκεφαλαιοκρατών Ευρωπαίων συνεταίρων μας. Αυτή είναι η εκτίμηση της Σωτηρούλας Αυγουστή, η οποία αναγιώθηκε, όπως μας είπε, με τον ίσκιο και τη μυρωδιά των εσπεριδοειδών.

Αυτή την πορεία, μας είπε, την πρωτοαντικρίσαμε με τις χωματερές που είχαν ξεκινήσει στην Ελλάδα και μετά με τις δικές μας χωματερές για διάφορα άλλα αγροτικά προϊόντα. Ακολούθησε η πολιτική του πράσινου τρύγου και της εκρίζωσης σταφυλιών, σήμερα καταστρέφουμε τις μαντόρες, αύριο θα κληθούμε να καταστρέψουμε τα πορτοκάλια μας και δεν θα έχουμε σταματημό.

Πέραν των όλων άλλων συνεπειών, η Σ. Αυγουστή, επεσήμανε και το τεράστιο θέμα της απώλειας εργασίας για χιλιάδες άτομα που απασχολούνται στον τομέα, πέρα από τους ίδιους τους παραγωγούς και τις οικογένειές τους. Είναι οι εργάτες γεωργίας και οι εποχιακοί εργάτες που έβγαζαν ένα μεροκάμματο στα συνεργεία συγκομιδής, είτε ως βοηθοί των παραγωγών. Ηδη, όπως μας λέει η Σ. Αυγουστή, πολλές δεκάδες εργάτες και εργάτριες δεν κλήθηκαν φέτος για δουλειά, λόγω του σχεδίου της «πράσινης κοπής».

Η ίδια καταθλιπτική εικόνα, προσθέτει, παρουσιάζεται και στη ΣΕΔΙΓΕΠ, η οποία οδεύει προς διάλυση, αφού δεν θα έχει πλέον αντικείμενο ενασχόλησης, όταν οι καρποί καταστρέφονται μέσα στις φυτείες και δεν υπάρχει θέμα εμπορίας. Είναι τεράστιες οι ευθύνες της κυβέρνησης, καταλήγει, η οποία όφειλε, προτού κάνει τις επιλογές της, να διασφαλίσει πρώτιστα τα συμφέροντα της κυπριακής οικονομίας και να προστατεύσει τους αγρότες της.

Π. Χάμπας: Πρώτιστα πολιτικό το θέμα

PANIKOS XAMPAS

Κληθείς να μας σχολιάσει όλα τα πιο πάνω, ο Γ.Γ. της ΕΚΑ Πανίκος Χάμπας δήλωσε πως δεν υπάρχει αμφιβολία πως όλ’ αυτά είναι μεθοδεύσεις που εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης της χώρας μας. Είναι φανερό, τόνισε, πως τα πράγματα δεν λειτουργούν καθόλου ορθολογιστικά και οι συνέπειες βαραίνουν, όπως πάντα, τον απλό κόσμο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέχισε ο Π. Χάμπας, «με το σχέδιο της “πράσινης κοπής” έχουμε μια σειρά από αλυσιδωτές επιπτώσεις στην οικονομία μας, με κυριότερη, αν θέλετε, τη συρρίκνωση του αγροτικού μας τομέα, αλλά και της εργατικής απασχόλησης. Χάνουμε», πρόσθεσε, «εκτός από την παραγωγή και τα αναμενόμενα έσοδα από αυτή, πάρα πολλές θέσεις εργασίας με τρομερές κοινωνικές συνέπειες.

Από την αρχή», τόνισε ο Γ.Γ της ΕΚΑ, «η θέση μας ήταν ότι θα έπρεπε η χώρα μας να προβληματιστεί πάρα πολύ και πριν συμμετέχει στη συμπαιγνία ΗΠΑ-Ε.Ε κατά της Ρωσίας, να υπολογίσει το μέγεθος των συνεπειών πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών. Αρα», κατέληξε, «για μας είναι πρώτιστα πολιτικό το ζήτημα και έχει να κάνει με τις πολιτικές επιλογές αυτής της διακυβέρνησης».