Της

Ελένης Μαύρου


 

Ένα χρόνο μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην Προεδρία των ΗΠΑ και ήδη η υφήλιος νιώθει πιο ανασφαλής. Από την πρώτη του ομιλία στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ -ένας πρωτόγνωρος συνδυασμός επιθετικότητας και υποκριτικών μαθημάτων στον υπόλοιπο πλανήτη περί δημοκρατίας και ειρήνης- δεν άφησε καμία αμφιβολία για το τι θα ακολουθούσε.

Η τελευταία απόφαση του Αμερικανού Προέδρου στις 6 Δεκεμβρίου, με την οποία αναγνώρισε την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, έναν ακόμη «κύκλο αίματος» στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη και ενέτεινε τους φόβους ότι «θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή» (Γ.Γ. Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες).

Η ένταση λοιπόν στη συζήτηση στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για το ψήφισμα καταδίκης της απόφασης, ήταν αναμενόμενη. Είχε προηγηθεί άλλωστε το βέτο των ΗΠΑ σε παρόμοιο σχέδιο ψηφίσματος στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

Κυρίως όμως, είχε προηγηθεί μια απίστευτη επίδειξη αυταρχικότητας από πλευράς των ΗΠΑ. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ είχε απειλήσει, παραμονή της ψηφοφορίας στη Γενική Συνέλευση, με διακοπή της χρηματοδότησης σε όσα από τα 193 κράτη-μέλη του ΟΗΕ ψηφίσουν κατά των ΗΠΑ. «Αφήστε τους να ψηφίσουν εναντίον μας. Θα γλιτώσουμε πολλά χρήματα. Δεν μας νοιάζει», δήλωνε από τον Λευκό Οίκο. Η δε πρεσβευτής των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Νίκι Χέιλι, λίγο πριν ξεκινήσει η ψηφοφορία δήλωσε: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θυμούνται αυτή τη μέρα, που είδαν να διαπομπεύονται από τη Γενική Συνέλευση. Θα το θυμόμαστε όταν μας ζητηθεί για ακόμη μια φορά να κάνουμε τη μεγαλύτερη συνεισφορά στα Ηνωμένα Έθνη».

«Θα δούμε πόσα κράτη θα επιλέξουν να ψηφίσουν με τη συνείδησή τους, υπέρ της δικαιοσύνης», ήταν η απάντηση του Παλαιστίνιου Υπουργού Εξωτερικών, Ριάντ αλ-Μαλίκι.

Η αλήθεια είναι ότι ο διεθνής οργανισμός δεν είχε πολλές επιλογές. Το Ισραήλ κατέλαβε την Ανατολική Ιερουσαλήμ στο τέλος του πολέμου του 1967, αφού είχε ήδη καταλάβει το δυτικό μισό της πόλης στον αραβο-ισραηλινό πόλεμο του 1948. Η διεθνής κοινότητα έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει την Ανατολική Ιερουσαλήμ «κατεχόμενο έδαφος».

Ως αποτέλεσμα, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ χαρακτήρισε την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ από τις ΗΠΑ «άκυρη και κενή περιεχομένου».

Μπορεί το ψήφισμα να μην είναι δεσμευτικό, όμως το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας έχει πολλές αναγνώσεις: 128 χώρες ψήφισαν υπέρ, μεταξύ αυτών και ο παραδοσιακός σύμμαχος των ΗΠΑ, η Βρετανία, αλλά και η Κύπρος (έστω και αν κάποιοι αρθρογράφοι επέμεναν ότι έπρεπε να ταχθούμε εναντίον για… «να μην παίξουμε το παιχνίδι του Ερντογάν»). 9 χώρες ψήφισαν κατά, 35 χώρες απείχαν ενώ άλλες 21 χώρες επέλεξαν να απουσιάσουν από τη Γενική Συνέλευση – οι απειλές δεν πέρασαν δηλαδή απαρατήρητες.

Είναι φανερό ότι στις επερχόμενες σκληρές αναμετρήσεις που θα ζήσει η ανθρωπότητα, η μάχη θα είναι βίαιη. Από την έκβασή της όμως θα κριθεί το μέλλον. Και οι επόμενες γενιές αξίζουν κάτι καλύτερο από έναν κόσμο που γίνεται συνεχώς θυσία στα συμφέροντα του κεφαλαίου και στις αιμοσταγείς ανάγκες του ιμπεριαλισμού. Μέρες που είναι, ας ευχηθούμε (και κυρίως, ας αγωνιστούμε) για το καλύτερο – για μια καινούργια κοινωνία όπου θα επικρατεί το δίκαιο, η ειρήνη και η ευημερία, όπου ο άνθρωπος και όχι το κέρδος θα είναι το σημείο αναφοράς.