Η Συνθήκη της Λοζάνης, η Τουρκία και οι Τούρκοι της Κύπρου

Επιμέλεια: Μιχάλης Μιχαήλ

Πολλοί όταν αναφέρονται σε διάφορες ιστορικές στιγμές που πέρασε η Κύπρος στα τρία τέταρτα του 20ού αιώνα σε σχέση με την Τουρκία, αναφέρονται και στις πρόνοιες της Συνθήκες της Λοζάνης που αφορούσαν την Κύπρο και κυρίως στην πρόνοια βάσει της οποίας η Τουρκία παραιτείτο από κάθε διεκδίκηση έναντι της Κύπρου.

Η αλήθεια είναι πως όντως με τη συγκεκριμένη Συνθήκη η Τουρκία παραιτείτο από κάθε διεκδίκηση απέναντι στην Κύπρο. Εκείνο όμως που διαφεύγει πολλών είναι ότι η σχετική πρόνοια ίσχυε ενόσω ίσχυε το καθεστώς το οποίο ίσχυε όταν υπογράφονταν οι συνθήκες. Από τη στιγμή που υπήρξε η αλλαγή στην Κύπρο με τον αγώνα της ΕΟΚΑ και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας το 1960, οι πρόνοιες της Συνθήκης για την Κύπρο έπαψαν να υφίστανται.

Η προσάρτηση της Κύπρου από τη Μ. Βρετανία

Η Κύπρος ήδη βρισκόταν κάτω υπό τη βρετανική κυριαρχία από το 1878. Και θυμίζουμε πως οι Βρετανοί δέχτηκαν να πληρώνουν φόρο υποτέλειας στον Σουλτάνο.

Ωστόσο, λόγω του Κριμαϊκού πολέμου και των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η Τουρκία, η Αγγλία αποδέχτηκε να αποδίδει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τα καθαρά κέρδη από τα έσοδά της στην Κύπρο.

Όμως η Βρετανία δεν απέδιδε στην Τουρκία τα χρωστούμενα, αλλά τα κατακρατούσε ως αποπληρωμή των τόκων του οθωμανικού δανείου, στο οποίο ήταν εγγυητές1 . Το συνολικό ποσό το οποίο έφευγε από την Κύπρο και κατέληγε στους Βρετανούς ήταν περίπου 92 χιλιάδες στερλίνες, το μισό του προϋπολογισμού της Κύπρου2 .

Λίγο μετά την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, η Αγγλία βρέθηκε σε αντίπαλο στρατόπεδο από την Τουρκία, και έτσι, με κυβερνητικό διάταγμα, προσάρτησε την Κύπρο, αλλάζοντας το καθεστώς της από αγγλικό προτεκτοράτο σε βρετανική κτήση3 .

Η επίσημη προσάρτηση της Κύπρου έγινε στις 25 Οκτωβρίου 1914.

Αργότερα, την 1η Μαΐου 1925 η Κύπρος θα ανακηρυχθεί επίσημα βρετανική αποικία.

Η παραίτηση της Τουρκίας από δικαιώματα

Η Συνθήκη της Λοζάνης ήταν πολύ οδυνηρή για την Τουρκία αφού εκτός των όρων που αφορούσαν την Ελλάδα -και στις οποίες αναφερθήκαμε στο προηγούμενο σημείωμα- μεταξύ άλλων προνοούσε την παραίτηση υπέρ της Ιταλίας (άρθρο 15) από κάθε δικαίωμα σε 13 νησιά του Αιγαίου μεταξύ των οποίων η Ρόδος και το Καστελόριζο4 .

Επίσης, η Τουρκία παραιτείτο από κάθε τίτλο ή δικαίωμα οποιασδήποτε φύσης επί πρώην εδαφών της που έχανε με βάση τη συνθήκη (άρθρο 16), ενώ το ίδιο ίσχυε και για τα δικαιώματά της σε Αίγυπτο και Σουδάν (άρθρο 17).

Επιπλέον, το άρθρο 18 απάλλασσε την Τουρκία από δάνεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ήταν εγγυημένα από αιγυπτιακούς φόρους.

Όσοι επιλέξουν τουρκική ιθαγένεια φεύγουν από την Κύπρο

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πρόνοιες της Συμφωνίας που αφορούν την Κύπρο.

Για πολλούς το πιο ενδιαφέρον είναι το άρθρο 20 το οποίο αναφέρει ότι «η Τουρκία δηλώνει ότι αναγνωρίζει την προσάρτηση της Κύπρου, η οποία ανακηρύχθηκε από τη βρετανική κυβέρνηση στις 5 Νοεμβρίου 1914».

Ωστόσο, εξίσου ενδιαφέρουσες είναι και οι πρόνοιες του άρθρου 21 και το οποίο αφορούσε τους μουσουλμάνους κατοίκους της Κύπρου.

Το άρθρο 21 ανέφερε ότι «οι Τούρκοι, οι εγκατεστημένοι στη νήσο Κύπρο κατά την 5η Νοεμβρίου 1914, θα αποκτήσουν, στη βάση των προβλεπόμενων εγχώριων νόμων, τη βρετανική ιθαγένεια αποβάλλοντας την τουρκική.

Εντούτοις, θα μπορούν για δύο χρόνια από την έναρξη της Συνθήκης να επιλέξουν την τουρκική ιθαγένεια, αλλά σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να εγκαταλείψουν την Κύπρο μέσα σε 12 μήνες από την ημέρα που θα ασκήσουν το δικαίωμα επιλογής».

Επιπλέον στο άρθρο αναφερόταν πως «η (βρετανική) κυβέρνηση της Κύπρου θα μπορεί να αρνηθεί τη βρετανική ιθαγένεια σε όσους απέκτησαν, χωρίς την άδεια της τουρκικής κυβέρνησης, κάθε άλλη ιθαγένεια εκτός της τουρκικής».

Οι Τ/κ και το «σύνδρομο της Κρήτης»

Με τη Συνθήκη της Λοζάνης οι μουσουλμάνοι της Κύπρου είχαν βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση και σε μεγάλα διλήμματα. Ή έπρεπε να μετατραπούν σε Βρετανούς πολίτες, όπως και οι χριστιανοί της Κύπρου, ή θα έπρεπε να φύγουν από το νησί.

Οι απώλειες εδαφών της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μαζί με τις άλλες επιπτώσεις, προκάλεσε στους Κύπριους μουσουλμάνους το «σύνδρομο της Κρήτης», το οποίο παρέπεμπε στις διώξεις των μουσουλμάνων από τα Βαλκάνια, την Κρήτη και γενικότερα από όλες τις περιοχές που αποτελούσαν κάποτε εδάφη της αυτοκρατορίας5 .

Οι πρόνοιες της Λοζάνης και η ανακήρυξη της Κύπρου σε βρετανική αποικία το 1925 δυσχέραναν ακόμα περισσότερο τη θέση των μουσουλμάνων, οι οποίοι από κυρίαρχη πολιτικά κοινότητα που ήταν επί οθωμανικής κατάκτησης, υποβιβάστηκαν πολιτικά, οικονομικά και πληθυσμιακά.

Παράλληλα, με αυτά ο υπαρξιακός φόβος των μουσουλμάνων ενισχύθηκε και από την ανοχή που επεδείκνυαν οι Βρετανοί προς τους Ε/κύπριους σε σχέση με το αίτημα της ένωσης. Στην ουσία από την αρχή της έλευσής τους οι Βρετανοί έκαναν ό,τι έκαναν πάντοτε οι νέοι κατακτητές ενός χώρου, δηλ. φρόντιζαν να αποκόψουν τις σχέσεις με τον προηγούμενο κατακτητή ή επικρατούσα κατάσταση.

Το ίδιο έγινε και στην Κύπρο όπου σταδιακά οι Βρετανοί μείωναν τη δυναμική των Τ/κυπρίων, αλλά και την παρουσία της κοινότητας τόσο στην οικονομία6 όσο και στη δημόσια υπηρεσία.

Όλα αυτά, μαζί με άλλα, προκάλεσαν τον υπαρξιακό φόβο της μουσουλμανικής κοινότητας την οποία αργότερα οι Βρετανοί θα αποκαλούσαν τουρκική κοινότητα. Αργότερα, με το ανεξαρτησιακό Σύνταγμα του 1960 η μουσουλμανική κοινότητα θα αποκαλείτο ως «Τούρκοι της Κύπρου». Ανάλογα και οι χριστιανοί της Κύπρου θα αποκαλούνται «Έλληνες της Κύπρου».

Μετανάστευση στην Τουρκία

Ουσιαστικά οι μουσουλμάνοι της Κύπρου με την οριοθέτηση των εδαφικών ορίων της σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας μετά την οριστική διάλυση της αυτοκρατορίας και τη συνθήκη της Λοζάνης το 1923, αποκόπηκαν από το Εθνικό Κέντρο.

Παράλληλα, η Τουρκία του Ατατούρκ, η οποία αποστασιοποιήθηκε από αλυτρωτικές επιδιώξεις, πρόσφερε στους μουσουλμάνους τη διέξοδο της μετανάστευσης στην Τουρκία.

Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί πως μέχρι και το 1930 η Τουρκία όχι μόνο απέφυγε επιμελώς να υιοθετήσει μία αλυτρωτική πολιτική για τους Τούρκους της Κύπρου, αλλά συνέχιζε συστηματικά να ενθαρρύνει τη μετανάστευσή τους στην Τουρκία.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1930 οι Βρετανοί παρότι εφάρμοσαν μία διχοτομική διοικητική διάρθρωση δεν υπέθαλψαν την ανάπτυξη του τουρκοκυπριακού εθνικισμού, αλλά αντίθετα αποθάρρυναν και παρεμπόδιζαν συστηματικά τη θεσμική συγκρότηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας στη βάση του Εθνικού προσανατολισμού7 .

Οι Ε/κύπριοι πλειοψηφούν στη Δημόσια Υπηρεσία

Σταδιακά, λοιπόν, το ισοζύγιο ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους άλλαζε με τις μεθοδεύσεις των αποικιοκρατών, γεγονός που οδηγούσε σιγά-σιγά στη δημιουργία ενός τουρκικού εθνικισμού, παράλληλα με την εμφάνιση του ελληνικού εθνικισμού.

Οι Τ/κύπριοι εξέφραζαν συνεχώς παράπονα για τη μείωση της αντιπροσώπευσής τους στη Δημόσια Υπηρεσία. Αυτό ήταν μεν ένα γεγονός, αλλά οφειλόταν και στη μείωση του πληθυσμού τους ως αποτέλεσμα της συνεχούς μετανάστευσής τους στην Τουρκία.

Αυτό δεν εμπόδιζε τους Ε/κύπριους να εκφράζουν παράπονα ότι δεν εκπροσωπούνται επαρκώς στο Δημόσιο. Έτσι η εφημερίδα «Χρόνος» έγραφε τον Ιανουάριο του 1929 ότι «τόσον εις τους διορισμούς όσο και εις τας κυβερνητικάς υποτροφίας το ελληνικόν στοιχείον εξέρχεται πάντοτε ηδικημένον»!

Η αποψίλωση των Τ/κυπρίων

Πρέπει να σημειωθεί πως η αποψίλωση των Τ/κυπρίων είναι ιστορικό γεγονός, αλλά δεν οφειλόταν μόνο στα όσα αναφέραμε. Οφειλόταν και στον τρόπο αντιμετώπισής τους από την ίδια την Τουρκία.

Ο Σώτος Κτωρής αναφέρεται στην περίπτωση της τουρκικής ναυτιλιακής εταιρείας “Denizyollari”, η οποία αποφάσισε να αναθέσει σε Ελληνοκύπριο επιχειρηματία την εκτέλεση των δρομολογίων της στην Ανατολική Μεσόγειο, προκαλώντας μάλιστα την έντονη αντίδραση του τουρκικού εμπορικού συλλόγου Λευκωσίας.

Παράλληλα, όμως δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε πως και οι Βρετανοί προσέδωσαν στους Τ/κύπριους καθεστώς μειονότητας υπό αποικιακή κηδεμονία. Επίσης, με μια σειρά νομοθετημάτων που προωθήθηκαν το 1928 αφαιρούνταν από τους Τ/κύπριους η δυνατότητα διαχείρισης της περιουσίας του Evkaf, το δικαίωμα διαχείρισης της δευτεροβάθμιας τ/κ εκπαίδευσης και το δικαίωμα εκλογής του μουφτή της κοινότητας.

Συνεπώς, οι συνέπειες της Λοζάνης ήταν καταλυτικές πάνω στη μουσουλμανική κοινότητα της Κύπρου, όμως τα δεδομένα άλλαξαν στην πορεία και ειδικότερα με την ακύρωση των προνοιών της Λοζάνης για την Κύπρο με τη ριζοσπαστικοποίηση του ελληνικού στόχου για ένωση με την Ελλάδα.

1 Ρίχτερ, Χάιντς Α. (2007). Ιστορία της Κύπρου, τόμος πρώτος (1878-1949), σελ. 103-05.

2 Γιωργαλλής, Κύπρος (2015). Το ζήτημα του «φόρου υποτέλειας»: φορολογία και πολιτική στην πρώτη περίοδο της βρετανικής επικυριαρχίας στην Κύπρο (Διδακτορική διατριβή).

3 Ρίχτερ, σελ. 144.

4 Πρόκειται για την Αστυπάλαια, Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο, Κάσσο, Τήλο, Νίσυρο, Κάλυμνο, Λέρο, Πάτμο, Λειψούς, Σύμη, Κω και Καστελόριζο.

5 Βλ. στον πρόλογο του Νιαζί Κιζίλγιουρεκ (σελ. 18, 19) στο βιβλίο του Σώτου Κτωρή «Τουρκοκύπριοι, από το περιθώριο στο Συνεταιρισμό, 1930-1960».

6 Η μουσουλμανική κοινότητα στην πορεία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία παραδοσιακά αγροτική κοινότητα σε αντίθεση με τους Ε/κύπριους, οι οποίοι γρήγορα ανέπτυξαν μια πρώιμη μορφή αστικής τάξης, η οποία αναπτύχθηκε στη συνέχεια σε οικονομικά κυρίαρχη.

7 Κτωρής, σελ. 76.

Όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον Κόσμο και όλη την επικαιρότητα στο dialogos.com.cy