Ανοιχτός Ορίζοντας

Η τέχνη ενάντια στο φασισμό

Είναι μεγάλη η χαρά και η τιμή που νιώθω για  την πρόσκληση να συμμετάσχω στην αποψινή σας εκδήλωση. Ταυτόχρονα όμως προβληματίζομαι αν ο τίτλος «Η Τέχνη ενάντια στο Φασισμό»  δεν θα έπρεπε καλύτερα να ήταν ο «Ο Φασισμός ενάντια στην Τέχνη»

Όλοι έχουμε κάποια στιγμή ακούσει ή διαβάσει τον ορισμό του Φασισμού: Είναι μια αυταρχική και εθνικιστική πολιτική ιδεολογία που εμφανίστηκε  στην Ιταλία του Μουσολίνι και αναπτύχθηκε από τους Γερμανούς Ναζιστές. Προτείνει ένα ολοκληρωτικό τρόπο διακυβέρνησης από ένα συγκεκριμένο Ηγέτη  (Führer ). Είναι αυτός που θα συνενώσει όλες τις τάξεις  σε ένα ανώτερο έθνος, το οποίο  έχει προορισμό να κυριαρχήσει στα άλλα “κατώτερα” έθνη και φυλές. Οι Ιταλοί φασίστες διεκδικούσαν  την ανωτερότητά του έθνους τους, ισχυριζόμενοι πως η σύγχρονη Ιταλία ήταν η κληρονόμος της αρχαίας Ρώμης. Εύκολα αναγνωρίσιμος, αν αντικαταστήσεις τους μελανούς χιτώνες με τα καθ’ ημάς μαύρα μπλουζάκια  και το ανέμισμα εθνικών συμβόλων του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού!

Ο Γκεόργκι Δημητρώφ ήδη από το 1935 τον χαρακτήρισε επίσης ως την τρομοκρατική δικτατορία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Συντροφιά  με το νεοφιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση φοράει πια κοστούμι και γραβάτα και σκορπά λαϊκίστικα χαμόγελα.

Σήμερα οι όροι «φασισμός» και «φασίστας» χρησιμοποιούνται πολλές φορές για να χαρακτηρίσουν πρόσωπα, θεσμούς ή συμπεριφορές,  που εκ πρώτης όψεως μπορεί να μην έχουν άμεση σχέση με την αρχική έννοια του όρου. Έτσι προσδιορίζεται ως «φασισμός» γενικά κάθε άδικη, αντιδημοκρατική και βίαιη πράξη, ιδεολογία, συναίσθημα, συνήθεια στο χώρο όχι μόνο της  πολιτικής και της κοινωνίας, αλλά και της οικογένειας και των σχέσεων μας. Αυτός ο  καθημερινός φασισμός ύπουλα διεισδύει στην καθημερινότητά μας και μπορεί να διαβρώσει το είναι μας, μετατρέποντάς μας «ανεπαισθήτως» σε μια ολοκληρωτικά φασιστική κοινωνία.

Πέραν από τις ναζιστικές φρικαλεότητες, το φυλετικό μίσος, τη γενοκτονία, την αγριότητα, τον σαδισμό και γενικά τον απανθρωπισμό, σήμερα εκδηλώνεται με τη  ρητορική μίσους και  η ξενοφοβία  του  παίρνει μορφή ρατσιστικών επιθέσεων εναντίον  και των μεταναστών και γενικά των ξένων γιατί, κατ’ αυτόν, όλοι επιβουλεύονται την καθαρότητα του έθνους. Ξένος γίνεται και όποιος από τη φύση του έχει κάποιες ατέλειες. Υποτιμά τις γυναίκες και δεν  ανέχεται όποια μη καθιερωμένη σεξουαλική συνήθεια. Απορρίπτει κάθε νεωτερισμό στην τέχνη και στην επιστήμη. Όλα συντείνουν στον εκφυλισμό, στην παρακμή της εθνικής παράδοσης. Αυτός υπόσχεται να τερματίσει την παρακμή   και να φέρει μια αναγέννηση του έθνους. Η διαφωνία είναι προδοσία, γι αυτό κάθε συζήτηση ή διάλογος απαξιώνεται. Οι δημοκρατικοί θεσμοί καταργούνται. Ο καθένας πρέπει να προετοιμάζεται να πεθάνει ως Ήρωας για τη δόξα του Έθνους. Γι αυτή τη δόξα  σκοτώνει, βιάζει, βιαιοπραγεί.

Οι πραγματικές μάχες δεν δίνονται μέσα στην αίθουσα του θεάτρου όπου έρχονται συνήθως ήδη ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι με ανάλογες με τις δικές μας απόψεις. Η πραγματική εναντίωση σε κάθε είδος φασισμού γίνεται αλλού, στους δρόμους, στη δουλειά μας, στην οικογένεια μας, στη καθημερινή μας δράση μακριά από τις αναπαυτικές πολυθρόνες του θεάτρου ή του σαλονιού μας. Με την καθημερινή μας συμπεριφορά θα τους εμποδίσουμε να ξανάρθουν.

Και η Τέχνη; Σύμφωνα με τον  Αριστοτέλη η Τέχνη πηγάζει από τη σοφία και την χαρακτηρίζει ως «ποιεῖν», δηλαδή ως την εφευρετική και παραγωγική ικανότητα του ανθρώπινου πνεύματος να δημιουργεί έργα για τη χρήση της καθημερινής ζωής ή για την αισθητική και πνευματική τέρψη. Η Τέχνη δεν αγαπά τον πόλεμο. Δεν είναι Αντίθεση είναι Θέση. Είναι ένα εργαλείο, ένα μέσο για να υμνείται η ζωή,  η ομορφιά της φύσης του ανθρώπου, η μελωδία της ύπαρξης μας, τα ευγενή αισθήματα. Αυτά μόνο μπορεί να αντιπαραβάλει. Και ενώ η Τέχνη γράφει βιβλία, ο φασισμός τα καίει. Ενώ η Τέχνη ζωγραφίζει πίνακες ο φασισμός τους καταστρέφει. Ενώ η Τέχνη πλάθει μουσικές, ο φασισμός τις απαγορεύει. Ενώ η τέχνη δημιουργεί θέατρο ο φασισμός ακυρώνει θεατρικές παραστάσεις. Την Τέχνη την  ενδιαφέρει η δημιουργία ενός όμορφου κόσμου. Ο φασισμός οραματίζεται την αναγέννηση του σκότους.

Το δίκαιο και το άδικο είναι γνώριμα στην ανθρώπινη καρδιά. Και καθώς κάθε ολοκληρωμένος άνθρωπος, όποια τέχνη κι αν ασκεί, είναι πολιτικό ον έχει  καθήκον να παίρνει θέση, να στρατεύεται με κάθε τρόπο ενάντια στη κάθε αδικία.  Η στράτευση του καλλιτέχνη όμως δεν είναι μόνο η πολιτικοποίησή του και η στάση του απέναντι στα κοινωνικά φαινόμενα. Είναι η έκφραση μιας ιδεολογίας και πως η ιδεολογία αυτή εισχωρεί στο έργο του. Η Πολιτική είναι το ερέθισμα που προκαλεί συγκίνηση στον καλλιτέχνη και πρέπει να εκφράζεται με τρόπο που να μην είναι απλώς πολιτικολογία, απλή συνθηματολογία, προπαγάνδα, ή ρητορεία. Πρέπει να καταξιώνεται αισθητικά.

Φασίζουσες συμπεριφορές υπήρχαν ανέκαθεν, τις οποίες συναντούμε στη θεατρική γραμματεία: Τη φασίζουσα υπεροπτική ανωτερότητα  του Έλληνα Ιάσωνα απέναντι στη γυναίκα, στη ξένη, στη βάρβαρη Μήδεια καυτηριάζει (μεταξύ άλλων) ο Ευριπίδης στην ομώνυμη τραγωδία. Φασίζουσα συμπεριφορά είναι η Ύβρη της αλαζονείας των Περσών του Αισχύλου. Φασίζουσα συμπεριφορά είναι ο εξαναγκασμός της Ιφιγένειας να θυσιαστεί ως «ηρωίδα» για την εκστρατεία των Ελλήνων εναντίον της Τροίας. Φασίζουσα είναι και η μη ανοχή του Ηγέτη Κρέοντα στη διαφωνία της Αντιγόνης .

Στο νεότερο θέατρο και στον κατεξοχήν πολιτικό συγγραφέα του 20ου αιώνα, τον Μπέρτολντ Μπρεχτ τα πράγματα είναι σαφή. Η εναντίωση στον πόλεμο, στο Ναζισμό, στην κοινωνική αδικία, και στην καπιταλιστική αδηφαγία εκφράζονται πιο άμεσα μέσα από τη μαρξιστική ιδεολογία του συγγραφέα. Ακολούθησαν και άλλοι πολλοί και το έργο του καθενός αποκτά σπουδαιότητα μέσα από ειδικές περιστάσεις. Πολιτικό θέατρο δεν σημαίνει μόνο το είδος αλλά το  πότε, που και πως παίζεται.

Στο μικρό μας νησί, ίσως επειδή δεν ζήσαμε στο πετσί μας τις πολεμικές συρράξεις που επέφερε ο Φασισμός, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως έχουμε αντιφασιστικά έργα, παρόλο ότι το θέατρο στη χώρα μας γεννήθηκε μέσα στον προοδευτικό χώρο μέσα στις συντεχνίες και τέθηκε στην υπηρεσία της ταξικής πάλης. Ωστόσο ο πόθος για εθνική αποκατάσταση κατά το πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα  κατέληξε σε εθνικιστικές ακρότητες, που παρέσυραν όλους μας στη δίνη τους.

Για να μην ξαναπεθάνει ένα παιδί μετά από bulling, για να μην ξεβράζει η θάλασσα πνιγμένα όνειρα για μια καλύτερη ζωή, για να μην νιώθει ο κάθε μετανάστης ξένος απόκληρος, για να μην ξανασβήσει μια γυναίκα κακοποιημένη, για να μην εκτελείται καθημερινά η διαφορετικότητα  οποιουδήποτε.

Μετά το τραγικό σοκ του 74 και την ανάγκη για μια αυτοκριτική ενδοσκόπηση αρχίζει να περνά η πολιτική στράτευση των ανθρώπων του θεάτρου στα έργα τους και κάπως αργότερα και στη δουλειά πολλών από τις θεατρικές ομάδες, που τα τελευταία χρόνια ανθούν στον τόπο μας. Ο καθημερινός φασισμός, ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία η μη ανοχή γίνεται αντικείμενο της δουλειάς τους. Και έτσι το «πολιτικό» ή στρατευμένο θέατρο εδραιώνεται χωρίς τυμπανοκρουσίες  απέναντι στην εστέτ συμπεριφορά των υπερασπιστών  «της Τέχνης για την Τέχνη».

Επιτρέψετε μου να πω και δυο λόγια για τον εαυτό μου και το έργο μου. Έχω χαρακτηριστεί πολιτικός συγγραφέας. Δεν ήταν πρόθεσή μου. Δεν προσπάθησα να αρθρώσω μέσα από τα έργα μου ένα πολιτικό λόγο. Δεν έχω τις ικανότητες ούτε και το θεωρητικό υπόβαθρο. Το ένστικτο μου, τα βιώματα μου και οι ευαισθησίες μου με οδήγησαν στη ανάγκη να φωνάξω ενάντια στην αδικία. Φασισμός για μένα ήταν και είναι οτιδήποτε παραβιάζει και βιάζει την ανθρώπινη φύση και αξιοπρέπεια.  Μίλησα με τα λόγια απλών ανθρώπων. Όπως τη Μαρία, στο έργο μου «Μανώλη…!» που μιλά στο γάτο της και αναρωτιέται γιατί νιώθει ενοχές για το φόνο του γιου της.

Τι τούμαθα εγώ; Πότε του έμαθα εγώ για χούντες και δημοκρατίες; Εγώ  το μόνο που τούμαθα ήταν να ξεχωρίζει το καλό απ’ το κακό.  Να ξέρει τι ‘ναι δίκαιο και τί άδικο. Εγώ άνθρωπο σωστό τον ήθελα. Πότε του μίλησα εγώ η φτωχή για πραξικοπήματα;

Και την επόμενη στιγμή όμως γεμάτη παράπονο και οργή, του λέει

Μην μου πεις αυτά έχει η ζωή! ‘Έτσι είναι! Δεν είναι έτσι, Μανώλη! Κάνεις παιδιά , τα μεγαλώνεις, τα μορφώνεις, τα παντρεύεις, κάνουν άλλα παιδιά, κι ύστερα κλείνεις τα μάτια ευχαριστημένη. Αυτό είναι ζωή, Μανώλη. Άμα σου τα σκοτώνουν και μένεις έρημη, είναι κοροϊδία, Μανώλη. Πάει να πει σε ξεγέλασε η ζωή.

Και φωνάζει:

Ξυπνάτε, ξυπνάτε και ξανάρχονται.

Και ζητά δικαιοσύνη για :

Να μάθουν όλοι ποιο είναι τ’ άδικο και ποιο είναι το σωστό… Για νάχει νόημα ο θάνατός του Δικαιοσύνη… δικαιοσύνη ζητώ. Για να μπουν τα πράματα στη… σωστή τους θέση…

Το έργο δεν προβλήθηκε όταν γυρίστηκε για την τηλεόραση του ΡΙΚ. Η προβολή του αναβλήθηκε την τελευταία στιγμή «για τεχνικούς λόγους». Δεν θα χαρακτήριζα κατ’ ουδένα λόγο ως φασίστες αυτούς που πήραν αυτή την απόφαση. Ούτε και το ίδρυμα ως φασιστικό. Όμως έδειξε πως εν έτι 1987 δεν τολμούσαμε ακόμη να πούμε τα πράγματα με το σωστό τους όνομα.

Το θέατρο έχει μια ιδιαιτερότητα. Δεν είναι όπως η λογοτεχνία, που ως πομπός επικοινωνεί κατ΄ ιδίαν μέσα από ένα «άψυχο» βιβλίο με το ζωντανό δέκτη. Το θέατρο απαιτεί ανθρώπινη παρουσία. Επικοινωνία ανθρώπων. Είναι οι ηθοποιοί  επί σκηνής που  διαλέγονται με το κοινό στην πλατεία. Ενώπιος ενωπίω. Οι αντιδράσεις είναι ατομικές και συλλογικές. Είναι μια κοινωνική πράξη που διαμορφώνει μια συλλογική ενσυναίσθηση. Οι αντιδράσεις και η δραστικότητα του είναι διαφορετικές.

Στην εποχή μας γίνονται συστηματικά τερατώδη εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα αλλά το ανθρώπινο γένος δεν νιώθει να πέφτει θύμα εγκλημάτων. Ενώ τα ίδια τα εγκλήματα πολλαπλασιάζονται η ικανότητά μας να αντιδράσουμε λιγοστεύει.  Η θεατρική πράξη μάς ευαισθητοποιεί μάς συνειδητοποιεί, δεν αλλάζει όμως τίποτα. Οι πραγματικές μάχες δεν δίνονται μέσα στην αίθουσα του θεάτρου όπου έρχονται συνήθως ήδη ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι με ανάλογες με τις δικές μας απόψεις. Η πραγματική εναντίωση σε κάθε είδος φασισμού γίνεται αλλού, στους δρόμους, στη δουλειά μας, στην οικογένεια μας, στη καθημερινή μας δράση μακριά από τις αναπαυτικές πολυθρόνες του θεάτρου ή του σαλονιού μας. Με την καθημερινή μας συμπεριφορά θα τους εμποδίσουμε να ξανάρθουν.

Για να μην ξαναπεθάνει ένα παιδί μετά από bulling, για να μην ξεβράζει η θάλασσα πνιγμένα όνειρα για μια καλύτερη ζωή, για να μην νιώθει ο κάθε μετανάστης ξένος απόκληρος, για να μην ξανασβήσει μια γυναίκα κακοποιημένη, για να μην εκτελείται καθημερινά η διαφορετικότητα  οποιουδήποτε.

Μόνο τότε θα αποκτήσει νόημα ο θάνατος κάθε αδικοχαμένου «Μανώλη», κάθε Παπαλαζάρου, κάθε Μισιαούλη, και κάθε Φύσσα.

Γιώργος Νεοφύτου, θεατρικός συγγραφέας

Εισήγηση σε συζήτηση που διοργάνωσε στις  6/6/2019 το Πολιτιστικό Γραφείο της ΕΔΟΝ Λάρνακας