Πενήντα χρόνια μετά διατηρείται, πεισματικά, ζωντανή η «χωρκάτικη» κυπριακή διάλεκτος

Του Δημήτρη Στρατή

«τζ̆’ ούλλος ο κόσμος τζ̆’ α χαχεί, της Κύπρου μήκακόν της
γιατί πατώ το χώμα της, τζ̆ιαι πίννω το νερό της» – Κ.Ν. (στο χωριό Γαληνόπορνη)

Τα δίστιχο αυτό δεν ανήκει σε κάποιο Ελληνοκύπριο, παλιό ποιητάρη. Ανήκει σε ένα Τουρκοκύπριο συμπατριώτη μας, ο οποίος έχει ως πρώτη του γλώσσα τα Ελληνικά ή τα Ρωμαίικα, όπως ο ίδιος τα αποκαλεί.

Ίσως λίγοι γνωρίζουν ότι σε διάφορα κατεχόμενα χωριά υπάρχει μια συγκριτικά μεγάλη ομάδα Τουρκοκυπρίων, η οποία, μετά από 50 και πλέον χρόνια που έφυγε από το χωριό όπου γεννήθηκε, διατηρεί ακόμα στη ζωή τα ξεχασμένα από την ε/κ κοινότητα παλιά κυπριακά.

Το γεγονός αυτό, καθώς και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, ανέλυσε μια έρευνα που ολοκληρώθηκε πρόσφατα και έγινε στα πλαίσια του προγράμματος «G.R.E.CO.» (Διατηρώντας τα Ελληνικά σε απομονωμένες κοινότητες).

Η «Χ» μίλησε με τη συντονίστρια του προγράμματος, επίκουρο καθηγήτρια του Τμήματος Επιστημών Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου, Έλενα Ιωαννίδου, η οποία μας ξενάγησε στις άγνωστες «διαδρομές» γνωριμίας με αυτούς τους ανθρώπους. Αποτέλεσμα της έρευνας αυτής ήταν να δημιουργηθεί μια βάση δεδομένων της γλωσσικής ποικιλίας της «παλιάς» κυπριακής διαλέκτου που τείνει να χαθεί. Η βάση αυτή μπορεί να αποτελέσει πηγή μελέτης για ερευνητές του μέλλοντος.

Εντύπωση προκαλεί ότι αυτή η ομάδα υιοθετεί μια διττή γλωσσική ταυτότητα: από τη μια οι άνθρωποι αυτοί νιώθουν περήφανοι για την κυπριακή καταγωγή τους, την οποία συνδέουν με τη γλώσσα τους, από την άλλη βιώνουν εντάσεις λόγω του στιγματισμού που βίωσαν επειδή μιλούσαν τη «γλώσσα του άλλου», αλλά και λόγω του ότι ανακάλυψαν, με τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων, ότι λίγοι πια μιλούν τα δικά τους Ρωμαίικα.

Τα Ρωμαίικα εν έτει 2017 στην Κύπρο

Οι Τ/κ χρησιμοποιούσαν τον όρο «Ρωμαίικα» για να προσδιορίσουν τη γλώσσα την οποία μιλούσαν. Πρόκειται για ένα όρο που χρησιμοποιήθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, για όλους όσοι ήταν ελληνόφωνοι και συνεχίζει να υπάρχει εν έτει 2017 και στην Κύπρο.

Όπως μας εξήγησε η Έλενα Ιωαννίδου, η έρευνα είναι κοινωνιογλωσσολογική και έχει ως στόχο όχι μόνο να καταγράψει τη γλώσσα, αλλά να εξετάσει τα περιβάλλοντα χρήσης της και τη συμβολική της αξία σε αυτή την ομάδα των Τ/κ.

Η έρευνα ήταν επίσης εθνογραφική και έγινε μέσω της μεθοδολογίας των κοινωνικών δικτύων. Γινόταν, δηλαδή, μια συνέντευξη σε ένα Τ/κ και στη συνέχεια ακολουθούσαν οι συγγενείς, γνωστοί και φίλοι του.

Με τον τρόπο αυτό οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι δεν αναφερόμαστε σε μερικούς Τ/κ, αλλά σε ολόκληρα χωριά. Το δείγμα της έρευνας ήταν συνολικά 35 συνεντεύξεις (40 οικογένειες) και στήθηκαν οκτώ κοινωνικά δίκτυα, ενώ υπήρξαν και αρκετές επιτόπιες παρατηρήσεις.

Εντοπίστηκαν συνολικά τέσσερις περιοχές στην Κύπρο όπου υπάρχουν οι ελληνόφωνοι Τ/κ:
1. Τ/κ με καταγωγή από την περιοχή Τηλλυρίας και Κοκκίνων, η πλειοψηφία των οποίων μετεγκαταστάθηκε στη Γιαλούσα.
2. Τ/κ από την Πάφο (χωριά όπως Αρόδες, Τέρα, Ανδρολύκου), άλλοι διάσπαρτοι σε διάφορα μέρη, ενώ κάποιοι είναι συγκεντρωμένοι σε χωριά της επαρχίας Κερύνειας.
3. Η πιο γνωστή περιοχή είναι η Λουρουτζίνα από την οποία δεν έχουν μετακινηθεί ποτέ οι Τ/κ.
4. Επίσης η περιοχή Καρπασίας με μια σειρά από χωριά των οποίων οι κάτοικοι δεν μετακινήθηκαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως μας ανέφερε η κ. Ιωαννίδου, είναι η Γαληνόπορνη.

Η έρευνα καταπιάστηκε με τρεις πτυχές:

• Γλωσσική ποικιλία των παλιών κυπριακών

Με έκπληξη οι ερευνητές είδαν ότι οι Τ/κ μιλούσαν πολλές ποικιλίες από τα λεγόμενα παλιά κυπριακά, τα οποία κράτησαν ζωντανά. Η γλώσσα τους, δηλαδή, προσομοίαζε με αυτή που έγραψε ο Παύλος Λιασίδης ή ο Δημήτρης Λιπέρτης και άλλοι Κύπριοι παραδοσιακοί ποιητές.

Για παράδειγμα, υπήρχαν φωνολογικές εναλλαγές όπως: τη λέξη «θέλω» την έλεγαν «χέλω», τη λέξη «δουλειά» την έλεγαν «γουλειά».

Οι άνθρωποι αυτοί ονόμαζαν τον Ιούλιο «Δευτερογιούνη», λέξη την οποία μπορεί κανείς να συναντήσει στα γραπτά του Βασίλη Μιχαηλίδη. Αρκετά από τα στοιχεία αυτά, εξηγεί η καθηγήτρια, εντός της ε/κ κοινότητας είτε χάθηκαν, είτε έγιναν αντικείμενο αστεϊσμών.

Ενδιαφέρουσες είναι και οι καταλήξεις που χρησιμοποιούν, π.χ. «θέλομεν», «έχομεν», «πιάσομεν».

Ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί κράτησαν τη διάλεκτο της περιοχής που κατοικούσαν, π.χ. αν ήταν Παφίτες κράτησαν τα παλιά παφίτικα. Πηγή ανεξάντλητων συμπερασμάτων είναι η περιοχή Καρπασίας, όπου οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι οι κάτοικοι της Γαληνόπορνης, που είναι Καρπασίτες, αλληλοπειράζονται με τους κατοίκους της Γιαλούσας που βρίσκονται πολύ κοντά, της οποίας οι κάτοικοι μιλούν παφίτικα.

• Χρήση της γλώσσας σε τρεις γενιές

Η έρευνα έδειξε ότι η γνώση και η χρήση της γλώσσας διέφερε ανάλογα με την ηλικία. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία (70 και άνω) είχαν τα Ελληνικά ως την κύριά τους γλώσσα, ενώ όσοι δεν πήγαν σχολείο δεν έμαθαν ποτέ Τουρκικά. Δεύτερη ομάδα είναι τα παιδιά τους (ηλικίες 45-60), οι οποίοι είναι δίγλωσσοι (μιλούν και Ελληνικά και Τουρκικά). Λόγω της παρούσας κατάστασης, ωστόσο, τα Τουρκικά επικράτησαν.

Τρίτη ομάδα είναι οι νεαρότερες ηλικίες (τα εγγόνια) που μιλούν μόνο Τουρκικά, ωστόσο κάποιοι αντιλαμβάνονται τα Ελληνικά, αλλά δεν τα μιλούν. Είναι, δηλαδή, «παθητικά δίγλωσσοι». Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο είναι ότι πριν τη διαίρεση, τα Ρωμαίικα ήταν η γλώσσα του χωριού τους. Μετά το ’74 όμως οι άνθρωποι αυτοί έχασαν χωριά τους, έτσι βρέθηκαν σε ένα περιβάλλον από ανθρώπους που μιλούσαν τα Τουρκικά, χωρίς να μπορούν οι ίδιοι να το πράξουν. Το γεγονός αυτό, όπως μας εξήγησε η Έλενα Ιωαννίδου, ήταν μεγάλο τραύμα για τους ίδιους.

• Η γλώσσα ως μέρος της ταυτότητας και αιτία στιγματισμού

Μια ερώτηση που γινόταν για το θέμα της ταυτότητας ήταν τι σημαίνουν τα Ρωμαίικα για τους ανθρώπους αυτούς. Τα Ρωμαίικα, λοιπόν, ήταν ένα κομμάτι της ταυτότητάς τους, ωστόσο ήταν και ένα κομμάτι που δημιουργούσε εντάσεις.

Από τη μια τα Ρωμαίικα ήταν η γλώσσα του χωριού τους και δήλωναν ότι με το να μιλούν Ρωμαίικα ήταν περισσότερο Κύπριοι (π.χ. «άμμαν τους μιλάς Ελληνικά είσαι σοβαρός Κυπραίος, εν είσαι ξένος, άμμαν ξέρεις τα Ελληνικά σου εν είσαι που την Τουρκία, είσαι που την ράτσα μας» ή «άμμαν εν χωρκανοί μου μιλούμεν Ελληνικά, έτσι εμάχαμεν, άμμαν δκυό χωρκανοί εν μιλούμεν Ελληνικά εν είμαστεν Λουρουτζιάτες, εν ιβρίσκουμεν τη γλύκα»).

Τα Ρωμαίικα λοιπόν αποτελούσαν μέρος της καταγωγής τους, αλλά και μέρος του ποιοι είναι. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο ήταν η πολιτισμική διάσταση: υπήρχαν άνθρωποι που τραγουδούσαν στα Ρωμαίικα, έλεγαν «τσιαττιστά», είχαν παλιές εκφράσεις ( π.χ. «σκόρτος τζι άλας»).

Σε μια δεύτερη διάσταση, ωστόσο, οι άνθρωποι αυτοί βίωσαν το στιγματισμό και την απομόνωση, επειδή ακριβώς μιλούσαν Ελληνικά. Στην έρευνα καταγράφηκαν μαρτυρίες, όπου άνθρωποι δέχτηκαν πρόστιμο (2 σελίνια), επειδή μιλούσαν Ελληνικά. Ιδιαίτερα μετά την περίοδο των διακοινοτικών ταραχών που ξεκίνησαν το ’63 υπήρχαν ακόμη και καφενέδες με προκηρύξεις για «να μην μιλά κανένας Ελληνικά». Μαρτυρίες που συνέλεξε η ερευνήτρια αναφέρουν: «Μας έλεγαν προδότες της πατρίδας». Ακόμη και τώρα κάποιοι το παρεξηγούν.

Μια άλλη ένταση που διαπιστώθηκε ήταν όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα και αντιλήφθηκαν ότι τα Ρωμαίικα που μιλούν είναι πολύ διαφορετικά από τα Ελληνικά εντός της ε/κ κοινότητας, όπου μετά το ’74 εξαπλώθηκε η κοινή Νέα Ελληνική, ενώ οι Τ/κ αυτοί μιλούσαν «χωρκάτικα», όπως ανέφεραν.

Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν είχαν αυτό που η κοινωνιογλωσσολογία ονομάζει «πίεση της πρότυπης γλώσσας», όταν δηλαδή οι διάλεκτοι καταπιέζονται από την κοινή γλώσσα.

Συντελεστές και παρακαταθήκες της έρευνας

Η έρευνα, που μόλις έχει ολοκληρωθεί, χρηματοδοτήθηκε από το ίδρυμα Λεβέντη και από το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ξεκίνησε από το 2014 και διήρκεσε δύο χρόνια και ήταν σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Πατρών, καθότι έγινε παράλληλα μελέτη των Τουρκοκρητικών που βρίσκονται στα Μοσχονήσια στην Τουρκία.

Για την έρευνα εργάστηκαν η Έλενα Ιωαννίδου, δύο ερευνητικοί συνεργάτες, οι γλωσσολόγοι Θεώνη Νεοκλέους και Μάριος Ανδρέου. Υπήρξαν ακόμα εξωτερικοί συνεργάτες που βοήθησαν στην πρόσβαση στους Τ/κ.

Στην έρευνα δημιουργήθηκε μια βάση γλωσσικών δεδομένων με φωνολογικά, μορφολογικά, συντακτικά και λεξιλογικά χαρακτηριστικά των Ρωμαίικων της Κύπρου. Επίσης, συνελέγησαν δίστιχα και ποιήματα από Τ/κ που τραγουδούν ακόμα στίχους στα Ρωμαίικα. Η συλλογή των στίχων έγινε από την εθνομουσικολόγο Νικολέττα Δημητρίου.

Συνολικά μαζεύτηκαν αρκετές προσωπικές αφηγήσεις και προφορικές ιστορίες από ανθρώπους που βίωσαν τη γλωσσική διαφορετικότητα αλλά και το δράμα της προσφυγιάς, της βίας και των συγκρούσεων του πολέμου.