Ιάκωβος Παπακώστας: «Καμία δικαιολογία για την προδοσία, καμία συγχώρεση»

Συνέντευξη στον
Γιάννη Κακαρή

Από την ίδρυσή της, η Κυπριακή Δημοκρατία βρισκόταν στο στόχαστρο των ακροδεξιών και εθνικοφρόνων που δεν μπορούσαν να δεχτούν την ανεξαρτησία, ζητώντας ένωση με την Ελλάδα. Αποκορύφωμα των προσπαθειών για την εξόντωση του Μακαρίου και κατάλυση της Δημοκρατίας ήταν το 1974.
Σε συνέντευξή του στην «Κυριακάτικη Χαραυγή», ο Ιάκωβος Παπακώστας εξιστορεί τα όσα βίωσε ο ίδιος κατά την περίοδο του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής. Περιγράφει την επιχείρηση σύλληψης των ηγετών της ΕΟΚΑ Β καθώς και τη «Μάχη της Αρχιεπισκοπής», στις οποίες έλαβε μέρος.
Ακόμα, απαντά σε όσους πραξικοπηματίες προφασίζονται άγνοια και παραπλάνηση, αλλά και στις συντονισμένες προσπάθειες παραχάραξης της Ιστορίας.

 

Τι κλίμα επικρατούσε πριν το πραξικόπημα;

Το κλίμα ήταν τεταμένο. Από τη μια ήταν οι Μακαριακοί, οι οποίοι ήταν οι πραγματικοί δημοκράτες και αυτοί που σέβονταν το Σύνταγμα, τις αρχές και αξίες της δημοκρατίας. Από την άλλη ήταν οι παράνομοι της ΕΟΚΑ Β, οι πάτρωνές τους και οι συμπαθούντες αυτούς. Αυτή η πλευρά ήταν μειοψηφία, αλλά δεν σταματούσαν από το να διχάζουν τον κόσμο. Το πραξικόπημα μάς βρήκε διχασμένους. Εξού και το μίσος που είχαν οι πραξικοπηματίες αλλά και το σθένος με το οποίο οι δημοκρατικές δυνάμεις αντιμετώπισαν το πραξικόπημα.

Εσείς πώς βιώσατε το πραξικόπημα; Πού βρισκόσασταν την ημέρα αυτή;

Τότε ήμουν λοχίας στο Εφεδρικό Σώμα. Είχα ήδη αποφοιτήσει από την αστυνομική σχολή, αλλά ο λόχος μου, ενώ έκανε μαθήματα, ταυτόχρονα τον χρησιμοποιούσε η διοίκηση του εφεδρικού σε επιχειρήσεις. Επειδή είχα ολοκληρώσει τη σχολή, ήμουν «ελεύθερος σκοπευτής». Έτσι εκτελούσα διάφορες αποστολές.

Μια από αυτές ήταν η αποστολή σύλληψης των ηγετικών στελεχών της ΕΟΚΑ Β, η οποία ανατέθηκε σε εμένα και τον συνάδελφο Αντώνη Χαραλάμπους. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, σε ένα συγκεκριμένο σπίτι στη Δασούπολη θα γινόταν συνάντηση της ηγεσίας της ΕΟΚΑ Β για ανάδειξη του νέου αρχηγού.

Μετά το θάνατο του Γρίβα στις 27/1/1974, η αρχηγία ανατέθηκε στον ταγματάρχη του Ελληνικού Στρατού που υπηρετούσε στην Κύπρο, Καρούσο. Για λόγους που δεν γνωρίζω, ο Καρούσος παραιτήθηκε και έφυγε από την Κύπρο. Οπότε η ΕΟΚΑ Β ήταν ακέφαλη με τους μνηστήρες να είναι αρκετοί.

Μνηστήρες ήταν κυρίως οι τομεάρχες της ΕΟΚΑ Β, όπως ο Κίκης Κωνσταντίνου στην Αμμόχωστο, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στη Λευκωσία κ.α.

Σε μια από τις παρακολουθήσεις που γίνονταν κάθε βράδυ, εντοπίσαμε την ομάδα που έφτασε εκεί. Ανάμεσά τους βρίσκονταν οι Λευτέρης Παπαδόπουλος από τη Λευκωσία, ο δικηγόρος Κυριάκος Σαβεριάδης από την Αμμόχωστο, ο οποίος μετέπειτα διετέλεσε υπουργός της κυβέρνησης Σαμψών, ο Άρης Χατζηγεωργίου, επίσης μετέπειτα υπουργός του Σαμψών και ο τότε λοχαγός της Ε.Φ. Ανδρέας Παπαπέτρου από την Αθηαίνου. Έτσι, μετά από αστραπιαία επιχείρηση του Εφεδρικού συνελήφθη η ηγεσία της ΕΟΚΑ Β.

Όπως μπορεί να αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε, η ΕΟΚΑ Β πλέον ήταν σε δύσκολη θέση. Το πιο σημαντικό όμως εκείνης της επιχείρησης ήταν δύο ευρήματα: Πρώτο εύρημα ήταν το Αρχείο της ΕΟΚΑ Β, αφού ο Παπαδόπουλος το κουβαλούσε μαζί του. Σε κάποιο από τα αρχεία βρέθηκε το Μητρώο Μελών, στο οποίο αναγραφόταν το όνομά τους, το ψευδώνυμο και η διεύθυνση κατοικίας τους. Αυτό ήταν ένα εξαιρετικό εργαλείο.

Οπότε, από το ίδιο βράδυ ξεκίνησαν οι συλλήψεις. Πρώτος συλληφθείς ήταν ο Κύπριος λοχαγός του ελληνικού στρατού Κροίσος Χριστοδουλίδης, με το ψευδώνυμο «Ποσειδώνας». Στο αρχείο βρέθηκε επιστολή του προς τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, με την οποία ζητούσε να αποχωρήσει από την οργάνωση για προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους. Ο Παπαδόπουλος εκείνο το βράδυ ετοίμαζε την απάντηση. Αυτό ακριβώς ήταν το δεύτερο σημαντικό στοιχείο. Στην απάντηση του Παπαδόπουλου προς τον Κροίσο, του έλεγε επί λέξει: «Σε θερμοπαρακαλώ να αναθεωρήσεις την απόφασή σου, να το ξανασκεφτείς και να περιμένεις μέχρι τις 15 Ιουλίου, διαφορετικά η οργάνωση θα σε φτύσει». Από αυτή την παράγραφο φαίνεται ότι το παραμύθι που προσπαθούν να σερβίρουν στον κόσμο, πως η ΕΟΚΑ Β ήταν αμέτοχη στο πραξικόπημα, είναι ένα μεγάλο ψέμα. Η ηγεσία της ΕΟΚΑ Β ήταν ενήμερη και όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα έδρασε με συλλήψεις, κακοποιήσεις και φόνους. Έκαναν τα αίσχιστα.

«Είναι ηλίου φαεινότερο ότι οι κυβερνώντες προσπαθούν να σβήσουν τις μνήμες και το παρελθόν. Διότι αν δεν είναι αυτοί που κυβερνούν σήμερα, είναι οι οικογένειές τους, που ήταν από τους μη συμπαθούντες τον Μακάριο»

Πού σας βρήκε η ημέρα του πραξικοπήματος και πώς δράσατε;

Στις 15 Ιουλίου πήγα στην Πύλη Πάφου για να δώσω περαιτέρω στοιχεία, ώστε να ανανεωθεί το διάταγμα προσωποκράτησης για τους συλληφθέντες. Εκείνη την ώρα εκδηλώθηκε το πραξικόπημα. Βρισκόμουν εκτός μονάδας, οπότε πήγα στην Αρχιεπισκοπή, αφού προηγουμένως υπηρετούσα στην προεδρική φρουρά της Αρχιεπισκοπής. Έμεινα εκεί μέχρι αργά το βράδυ, όταν καταλήφθηκε από τους πραξικοπηματίες. Δεν παραδοθήκαμε, αλλά προτιμήσαμε να διαφύγουμε.

Η «Μάχη της Αρχιεπισκοπής» ήταν ίσως η πιο μεγάλη σε διάρκεια. Φαίνεται ότι δεν περιλαμβανόταν στις προτεραιότητες που έθεσαν οι πραξικοπηματίες. Προτεραιότητά τους ήταν να καταλάβουν το Προεδρικό, το ΡΙΚ, την ΑΤΗΚ, το Εφεδρικό και το Αρχηγείο της Αστυνομίας. Έτσι, αφού κατέλαβαν όλα τα κτίρια και τους στόχους, στην Αρχιεπισκοπή ήρθαν μετά το μεσημέρι. Αυτό είχε θετικό και αρνητικό πρόσημο. Θετικό, γιατί μας δόθηκε χρόνος να οργανωθούμε και να φθάσουν πολίτες για να μας βοηθήσουν. Από την άλλη όμως είχαμε να αντιμετωπίσουμε όλη την Ε.Φ.

Η Αρχιεπισκοπή άντεξε μέχρι τις 8:30-9:00 το βράδυ. Ήταν μια 8ωρη μάχη, όμως ήταν αδύνατον να κρατηθούμε. Απέναντί μας είχαμε άρματα μάχης, τα οποία είχαν σχεδόν καταστρέψει το κτίριο από τους κανονιοβολισμούς.

Οι δύο αξιωματικοί που είχαμε ήταν οι αείμνηστοι Αλέκος Γιαννή και ο Γιώργος Λοΐζου. Μας μάζεψαν το βράδυ και μας είπαν ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να παραδοθούμε. Ήδη είχε στείλει μήνυμα ο Αρχιεπίσκοπος ζητώντας να σταματήσει η αιματοχυσία.

Οι πολίτες είχαν διαφύγει και καλά έκαναν. Εκεί μείναμε περίπου 35 αστυνομικοί και πολύ λίγοι πολίτες. Μια ομάδα 13 αστυνομικών, μεταξύ τους και εγώ, δεν συμφωνήσαμε να παραδοθούμε και διαφύγαμε από την πίσω πλευρά της Αρχιεπισκοπής. Παραμείναμε καταζητούμενοι μέχρι την Τετάρτη, οπότε μας στάλθηκε μήνυμα από τον Μακάριο, διαμέσου του γαμπρού του, ο οποίος μας είπε ότι «ο Μακάριος έφυγε για το εξωτερικό και οι οδηγίες του ήταν να σταματήσει η αιματοχυσία και όλοι να παρουσιαστούμε στις δουλειές μας». Παρά την προσωπική μου άρνηση, η υπόλοιπη ομάδα συμφώνησε να παραδοθούμε, πράγμα που έγινε. Παραδοθήκαμε, μας συνέλαβαν και μείναμε στη φυλακή μέχρι την εισβολή.

46 χρόνια μετά, βλέπουμε μια καλά συντονισμένη προσπάθεια και από την κυβέρνηση για παραχάραξη της Ιστορίας. Ποια είναι η άποψή σας;

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι οι κυβερνώντες προσπαθούν να σβήσουν τις μνήμες και το παρελθόν. Μπορεί ο καθείς να κατανοήσει τους λόγους. Διότι αν δεν είναι αυτοί που κυβερνούν σήμερα, είναι οι γονείς και οι οικογένειές τους, που ήταν από τους μη συμπαθούντες τον Μακάριο. Έτσι προσπαθούν με κάθε τρόπο να σβήσουν το παρελθόν.

Αυτό που μας ενοχλεί περισσότερο και μας εξαγριώνει είναι η αλλοίωση και παραχάραξη της Ιστορίας.

Αρκεί μόνο να δούμε τι διδάσκεται στα σχολεία. Ζούμε σε μια ημικατεχόμενη πατρίδα και δεν ξέρουμε τι έχουμε απέναντί μας. Γιατί ήρθαν οι Τούρκοι, ποιοι έκαναν τη μεγάλη προδοσία. Ποιοι άνοιξαν τις πόρτες στην Τουρκία.

Κουβεντιάζοντας με πολλούς σήμερα, νίπτουν τας χείρας τους λέγοντας «τι φταίμε εμείς;» Αυτοί που γέμισαν τα αεροπλάνα της Τουρκίας με πετρέλαιο, αυτοί που γέμισαν τα πλοία της Τουρκίας με καύσιμα, αυτοί που ευθύνονται για να έρθει εδώ η Τουρκία και να καταλάβει τη μισή Κύπρο, δεν ήταν μόνο η ΕΟΚΑ Β. Ήταν και όλοι αυτοί που στο πραξικόπημα χειροκροτούσαν, έβγαιναν στα μπαλκόνια ανεμίζοντας τις ελληνικές σημαίες, είναι αυτοί οι οποίοι χαρακτήριζαν την οκταήμερη κυβέρνηση Σαμψών ως «εθνική κυβέρνηση». Όλοι αυτοί να μη νίπτουν τας χείρας τους και να μη μας λένε ότι εξαπατήθηκαν, γιατί φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης.

Η εσχάτη προδοσία είναι η προδοσία της πατρίδας. Δεν υπάρχει δικαιολογία, δεν υπάρχει συγχώρεση. Δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι περιπλανήθηκε. Όλα αυτά είναι παιδιάστικες δικαιολογίες.

*Ακολουθεί αύριο Δευτέρα, 20 Ιουλίου, το β’ μέρος της συνέντευξης του Ιάκωβου Παπακώστα, που αφορά τα προσωπικά του βιώματα κατά την τούρκικη εισβολή.