∆ιαλεκτικός Υλισµός – Γνωσιολογία: Κριτήρια αληθούς γνώσης (2)

Εάν η εµπειρική παρατήρηση δεν αποτελεί κριτήριο, τότε θα µπορούσαν οι καθολικές αρχές, αξιώµατα, κανόνες του λογικού συµπεράσµατος κ.ο.κ. να είναι αληθείς ως αποτέλεσµα της σαφήνειάς τους και δεν θα απαιτείται το όποιο αποδεικτικό στοιχείο, γιατί απλώς το αντίθετό του είναι αδύνατο να υπάρξει. Όµως η σύγχρονη επιστήµη, που στην ουσία είναι κριτική, δεν πρέπει να στηρίζεται ούτε στην πίστη, ούτε στην αυτοπεποίθηση, αλλά στην παραδοξότητά της, που η επικύρωσή της τελικά γίνεται ένα σύνηθες φαινόµενο.

Ο µαρξισµός έχει επιλύσει το ζήτηµα του κριτηρίου της αλήθειας, δείχνοντας ότι αυτό σε τελική ανάλυση βρίσκεται στην ανθρώπινη δραστηριότητα, που αποτελεί τη βάση της όποιας γνώσης, δηλαδή στην κοινωνικο-ιστορική πρακτική. Με αυτόν τον τρόπο το ζήτηµα κατά πόσο η ανθρώπινη σκέψη κατέχει την εµπράγµατη αλήθεια γενικά δεν είναι ζήτηµα θεωρίας, αλλά ένα πρακτικό ζήτηµα. Στην πράξη πρέπει να αποδείξει ο άνθρωπος την αλήθεια (ορθότητα), δηλαδή την πραγµατικότητα και δυναµικότητα της αυτο-εγκοσµιότητας (τετριµµένου) της σκέψης του.

Σε τι συνίσταται λοιπόν η πρακτική ως κριτήριο της αλήθειας;

Το κριτήριο της αλήθειας της γνώσης πρέπει να έχει δυο ποιοτικά χαρακτηριστικά: (α) απαραίτητα πρέπει να έχει αισθητό-πραγµατικό χαρακτήρα, να οδηγεί το άτοµο από τη σφαίρα της συνείδησής του στον πραγµατικό κόσµο, γιατί πρέπει να εγκαθιδρύσει την αντικειµενικότητα του περιεχοµένου της γνώσης και (β) η γνώση, ιδιαίτερα όταν γίνεται λόγος για τους επιστηµονικούς νόµους, έχει καθολικό χαρακτήρα και µια καθολικότητα αποδεικνύεται από µια άλλη. Με ένα µοναδικό και ακόµα µε ένα αυθαίρετο άθροισµά τους είναι αδύνατο να αποδειχθεί το καθολικό και το άπειρο. Τέτοια ιδιαιτερότητα έχει η ανθρώπινη πρακτική, στη φύση της οποίας περικλείεται ακριβώς αυτή η καθολικότητα.

Ο άνθρωπος αντιλαµβάνεται τελειωτικά την αντικειµενική αλήθεια µόνο όταν η έννοια γίνεται γι’ αυτόν ύπαρξη από την άποψη της πρακτικής. Επιπρόσθετα, στην πρακτική το καθολικό αποκτά την αισθητο-συγκεκριµένη µορφή των πραγµάτων ή διαδικασιών, γι’ αυτό και εµπεριέχει όχι µόνο την αξία της καθολικότητας, αλλά και την αµεσότητα της πραγµατικότητας. Με άλλα λόγια, στην πρακτική η αντικειµενικότητα της γνώσης, που έχει καθολικό χαρακτήρα, αποκτά τη µορφή µιας αισθητικής αξιοπιστίας.

Αυτό φυσικά δεν σηµαίνει ότι από την πλευρά της µαρξιστικο-λενινιστικής γνωσιολογίας θα πρέπει η κάθε έννοια, η κάθε πράξη της γνώσης να εξετάζεται στην πρακτική, είτε στην παραγωγή, είτε σε µια άλλη µορφή δραστηριότητας του ανθρώπου. Στην πράξη η διαδικασία απόδειξης στηρίζεται στην εξαγωγή µιας γνώσης µέσα από µια άλλη γνώση σε µια µορφή λογικής αλυσίδας συλλογισµών, όπου όµως κάποιοι κρίκοι της οποίας ελέγχονται µέσω της πρακτικής. Εδώ όµως άραγε δεν δηµιουργείται η αντίληψη για την ύπαρξη παράλληλα µε την πρακτική και κάποιων κριτηρίων, βασιζόµενων στον λογικό µηχανισµό της ανθρώπινης σκέψης εφ’ όσον συγκρίνεται µια γνώση µε µια άλλη;

Φυσικά οι µορφές και οι νόµοι του λογικού συµπεράσµατος δεν εξαρτιούνται από ξεχωριστές πράξεις της πρακτικής δραστηριότητας, αλλά αυτό επίσης δεν σηµαίνει ότι αυτές οι πράξεις γενικά δεν συνδέονται µε την πρακτική και δεν είναι παράγωγά της. Μια συγκεκριµένη πρακτική ανθρώπινη δραστηριότητα, επαναλαµβανόµενη εκατοµµύρια φορές τελικά οδηγεί τη συνείδηση του ανθρώπου στην επανάληψη διαφορετικών λογικών σχηµάτων, µέχρι που τα σχήµατα αυτά θα µπορούσαν να αποκτήσουν τη σηµασία αξιώµατος.

Η πρακτική δεν αποτελεί µια αποστεωµένη κατάσταση, αλλά είναι µια διαδικασία που δηµιουργείται από ξεχωριστές στιγµές, στάδια και κρίκους. Έτσι η γνώση µπορεί να ξεπεράσει την ίδια την πρακτική της µιας ή της άλλης ιστορικής περιόδου.

Πλειστάκις συµβαίνει η υπάρχουσα πρακτική να είναι ανεπαρκής για την εξακρίβωση της αλήθειας (ορθότητας) θεωριών, προβαλλόµενων από την επιστηµονική κοινότητα. Ακριβώς αυτό αποδεικνύει τη σχετικότητα του κριτηρίου της πρακτικής. Όµως: (α) άλλο πιο αντικειµενικό και πιο επακριβές κριτήριο δεν υπάρχει και (β) αυτό το κριτήριο ταυτόχρονα είναι και καθολικό, γιατί µόνο στη βάση της πρακτικής τής σήµερον ή του αύριο θα µπορούσε να διαπιστωθεί η αντικειµενική αλήθεια.

Εποµένως το κριτήριο της πρακτικής ουδέποτε θα µπορούσε ουσιαστικά να επικυρώσει ή να απορρίψει πλήρως την όποια ανθρώπινη αντίληψη. Αυτό το κριτήριο επίσης είναι τόσο «µη προσδιορισµένο», το οποίο δεν επιτρέπει στις γνώσεις του ανθρώπου να µετατρέπονται σε «απόλυτες» και την ίδια στιγµή είναι τόσο προσδιορισµένο, ώστε να διεξάγει έναν ανελέητο αγώνα µε όλα τα είδη ιδεαλισµού και αγνωστικισµού.

Η πρακτική, σε τελευταία ανάλυση, ξεπερνά τα περιοριστικά της όρια ως κριτήριο γνώσης κατά τη διαδικασία της εξέλιξης, µε αποτέλεσµα η εξελισσόµενη πρακτική να απαλλάσσει τη γνώση από κάθε είδους αναλήθειες και να υποβοηθά την ανέλιξή της σε νέες αποκαλύψεις πολύ πιο πλήρεις και αντικειµενικά αληθείς.

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.