Υπηρετούμε ένα τραγούδι που ακουμπάει στη μνήμη

  • «Εάν θέλει να ξεχαστεί, ακούει σκυλάδικα, αν θέλει να θυμάται, ακούει εμάς»

Μπαίνοντας στο καμαρίνι του στη μουσική σκηνή RED, λίγο πριν βγει στη σκηνή με τους Prospectus, καθότανε στον καναπέ, με καφέ και τσιγάρο. Μια εικόνα, ένα ολόκληρο τραγούδι για τον Μίλτο Πασχαλίδη… «Ολη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω, κάτι απογέματα με καφέ και τσιγάρο».

Ο Μίλτος Πασχαλίδης απαντά χωρίς περιστροφές και ομολογεί ότι οι «Κακές συνήθειες» είναι αυτοβιογραφικό τραγούδι. Είναι στιχουργός, συνθέτης, τραγουδιστής αλλά αυτή την περίοδο προτιμά να τραγουδά. Τονίζει ότι το «έντεχνο» είναι ταμπέλα στα δισκάδικα, σημειώνοντας πως οι λεγόμενοι έντεχνοι καλλιτέχνες υπηρετούν ένα τραγούδι που ακουμπάει στη μνήμη.

Δεν έχει κανένα ενδοιασμό να μιλήσει γι’ άλλους καλλιτέχνες, να πει για το άγγιγμα του Μίδα που έχει ο Γιάννης Χαρούλης, για το μεταφυσικό και την κρυφή συνενοχή που έχει με τον Χρήστο Θηβαίο.

Συνέντευξη στον Σπύρο Σωτηρίου

Τι σε έφερε στην Κύπρο;

Η πρόσκληση των Prospectus που μου ζήτησαν να παίξουμε παρέα. Τους άκουσα με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, μου άρεσαν και ήρθα να τραγουδήσουμε μαζί.

Είναι εξαιρετικά παιδιά, εξαιρετικό συγκρότημα. Παίζουνε μιας μορφής πειθαρχημένο ροκ και αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Παίζουνε ροκ αλλά με μια παράξενη πειθαρχία. 

Τι σημαίνει η Κύπρος για τον Μίλτο Πασχαλίδη; Ερχεσαι συχνά στο νησί και συνήθως οι συναυλίες σου είναι sold out.

Ωραία είναι εδώ στο νησί. Δεν αγαπάω, όμως, την Κύπρο, επειδή οι συναυλίες μου είναι sold out. Την αγαπούσα και όταν ερχόταν λιγότερος κόσμος στις συναυλίες. Για μένα είναι ένα κομμάτι της Ελλάδας. Είναι σαν να πηγαίνω στην Κρήτη. Απλά εδώ στην Κύπρο οδηγείτε ανάποδα. Δεν υπάρχει τεράστια διαφορά. Εχω φίλους, βάφτισα και ένα κοριτσάκι στη Λεμεσό, έχω οικογενειακές σχέσεις εδώ στην Κύπρο. 

Imagehandler

Κατατάσσεσαι στους λεγόμενους έντεχνους καλλιτέχνες. Αποδέχεσαι αυτή την ταμπέλα; Τι σημαίνει έντεχνο;

Δεν έχω ιδέα, δεν ξέρω. Εγώ γράφω αφηγηματικά τραγούδια, μπαλάντες. Αλλα είναι ροκ μπαλάντες, άλλα τραγούδια παραδοσιακότροπα, άλλα είναι ζεϊμπέκικα. Δεν ξέρω τι είναι το έντεχνο… Είναι ένας όρος που τον εισήγαγε στη ζωή μας ο Μάνος Χατζιδάκις, για να ξεχωρίσει τους συνθέτες που δεν ήταν αυτοδίδακτοι απ’ αυτούς που ήταν παραδοσιακοί και λαϊκοί. Δηλαδή έλεγε ότι ο Μάρκος Βαμβακάρης ήτανε λαϊκός μουσικός. Κι εμείς γράφουμε λαϊκά τραγούδια αλλά είμαστε έντεχνοι, λαϊκοί συνθέτες. Υπό αυτή την έννοια, τότε είχε μια σημασία, σήμερα δεν έχει. Σήμερα είναι ταμπέλες στα δισκάδικα, όσον υπάρχουν ακόμα. 

Θα έλεγα ότι εμείς υπηρετούμε ένα τραγούδι που ακουμπάει στη μνήμη. Η άλλη όχθη του τραγουδιού υπηρετεί ένα τραγούδι, το οποίο σε βοηθά να ξεχνάς. Προτιμάει κανείς και παίρνει. Εάν θέλει να ξεχαστεί, ακούει σκυλάδικα, αν θέλει να θυμάται, ακούει εμάς…

Να ξεχαστεί ο ακροατής και να ξεχαστεί και το τραγούδι με την πάροδο του χρόνου…

Δεν ξέρω. Αυτό θα το δείξουν τα χρόνια. Δεν κάνω κριτική αποτίμηση. Εμένα απλά δεν μου αρέσουνε. Μπορεί να είναι και ωραία. Υπάρχουν και πολλοί πίνακες που είναι που είναι αριστουργήματα και δεν μου αρέσουνε.

Οπως προανέφερες, τα τραγούδια που γράφεις έχουν έναν αφηγηματικό χαρακτήρα. Δημιουργούν και έντονες εικόνες, βγαλμένες από τη ζωή. Είναι αυτοβιογραφικά;

Κάποια είναι, κάποια άλλα όχι. Το θέμα είναι να μπεις στο ρόλο, να περιγράψεις το τραγούδι σαν να είναι δική σου ιστορία. Μπορεί να είναι η ιστορία ενός άλλου, αλλά να την περιγράψεις σε πρώτο πρόσωπο, έτσι ώστε να ταυτιστεί ο ακροατής μ’ αυτό, γιατί αυτό θέλουμε. Και στο σινεμά όταν πάμε, ταυτιζόμαστε με κάποιο ήρωα ή αντιήρωα. Αν παίξει σαν να μην τον νοιάζει, θα είναι και σε εμάς αδιάφορο. Υπό αυτή την έννοια τα τραγούδια που γράφω, είτε αυτά που λέω και είναι άλλων, με αφορούν και γι’ αυτό τα λέω. Οπόταν μοιάζουν σαν να είναι όλα δικές μου ιστορίες.

Miltospashalidis3

Γράφεις στίχους ή ποιήματα; Οι περισσότεροι στίχοι σου έχουν έντονο το στίγμα ενός ποιήματος.

Δεν ξέρω. Δεν με έχει προβληματίσει αυτό. Νομίζω ότι γράφω στίχους γιατί κάθε φορά που γράφω κάτι, έχω στο μυαλό μου να μελοποιηθεί. Δεν έχω στο μυαλό μου να μείνει αυτούσιο. Οποτε μάλλον δεν γράφω ποίηση, γράφω στίχους.

Ενα τραγούδι γίνεται επιτυχία από το στίχο, τη μουσική και τον τραγουδιστή. Εσύ κάνεις και τα τρία. Αν σου έλεγαν να κάνεις μόνο το ένα απ’ τα τρία, ποιο θα προτιμούσες;

Σε άλλες περιόδους της ζωής μου θα προτιμούσα άλλο πράγμα, εκτός από αυτά τα τρία. Τώρα προτιμώ να είμαι τραγουδιστής, σε άλλες περιόδους προτιμούσα να είμαι στιχουργός, σε άλλες μουσικός. Δηλαδή δεν υπάρχει ένα προβάδισμα διαρκείας μέσα μου. Σ’ αυτή τη φάση με ενδιαφέρει πιο πολύ να τραγουδάω παρά να γράφω. 

Ο στιχουργός και ο συνθέτης αδικούνται σε σχέση με τον τραγουδιστή στα περισσότερα τραγούδια. Ολοι ξέρουν τον τραγουδιστή.

Ναι, αλλά αυτό είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Ξέρεις ποιος γράφει τα τραγούδια της Μαντόνα; Δεν ξέρεις. Είναι λογικό γιατί ο τραγουδιστής είναι «σταρ» σε σχέση με τους άλλους δύο. Αλλά εμένα δεν μου αρέσει η ιδιότητα του τραγουδιστή, γιατί φαίνεται περισσότερο. Εγώ προτιμώ ως ιδιότητα αυτή την περίοδο να είμαι καλύτερος τραγουδιστής. Υπήρχαν άλλες περίοδοι που προτιμούσα να είμαι στιχουργός και ας μην ξέρει κανείς ότι εγώ έγραψα το τάδε τραγούδι.

Maxresdefault

Ωστόσο, η διαφορά σου με τους περισσότερους τραγουδιστές είναι ότι τις μεγαλύτερές σου επιτυχίες τις έγραψες ο ίδιος.

Για τη ματαιοδοξία μου καλό είναι. Ομως, στη μεγαλύτερή μου επιτυχία, το «Στα είπα όλα», έγραψα μόνο τη μουσική. Τα λόγια είναι του Οδυσσέα Ιωάννου και το έκανε επιτυχία ο Μάλαμας. Δεν με νοιάζει. Μακάρι να γίνονται τα τραγούδια επιτυχίες και να αγαπιούνται και να έχουν μια συνεισφορά στους τρεις τομείς και ας μην ξέρουν αν το έχω κάνει εγώ ή κάποιος άλλος.

«Της λήθης το πηγάδι» το έγραψες εσύ, στίχους και μουσική. Μετά από σένα, το τραγούδησε και ο Γιάννης Χαρούλης. Νιώθεις ότι μ’ αυτό τον τρόπο επιβραβεύεται η δουλειά σου; 

Ο Χαρούλης το τραγούδησε όταν ήταν άγνωστος. Το έκανε όμως επιτυχία, διότι έχει τα κότσια και δέκα χρόνια το τραγουδάει. Δεν αισθάνομαι καμία επιβράβευση για το τραγούδι… Αισθάνομαι ότι είναι πολύ μάγκας ο Χαρούλης. 

Εδωσε άλλη διάσταση στο συγκεκριμένο τραγούδι ο Χαρούλης;

Νομίζω ότι ο Χαρούλης τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια έχει το άγγιγμα του Μίδα και ό,τι και να τραγουδήσει, γίνεται χρυσό. Μέσα σ’ αυτά είπε και κάνα-δυο δικά μου και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό το πράγμα. 

Είναι σε μια διαρκή ανοδική πορεία. Και τον τηλεφωνικό κατάλογο να μελοποιήσει κανείς και να τον τραγουδήσει ο Χαρούλης, θα τον κάνει επιτυχία.

«Μα ό,τι μας δένει στα παλιά είναι οι κακές συνήθειες, το νιώθω τώρα καθαρά, πως είν’ αργά γι’ αλήθειες»Είναι αυτοβιογραφικός ο στίχος;

Εκατό τοις εκατό. Ολο αυτό το τραγούδι μιλά για μένα.

Νιώθεις ότι μέσα από τις δυσκολίες, τις πίκρες της ζωής, μπορεί να εμπνευστεί καλύτερα ο καλλιτέχνης παρά όταν είναι χαρούμενος;

Οταν είσαι χαρούμενος έχεις διάθεση να το βιώσεις αυτό. Δηλαδή, εάν εγώ χρειάζομαι έναν καφέ και τον έχω, δεν θέλω να γράψω τραγούδι για καφέδες. Αμα θέλω εναγωνίως έναν καφέ και δεν τον βρίσκω, μπορεί να κάτσω και να τον περιγράψω. Η έννοια της απώλειας σε κινητοποιεί να γράψεις. Οχι η έννοια της παρουσίας, σπάνια. Απ’ την άλλη μεριά προτιμώ να είμαι χαρούμενος και να μην γράφω παρά να είμαι χάλια και να γράφω. Θα προτιμούσα να μην έχω γράψει τίποτα και να ήμουνα ευτυχής. Επειδή, όμως, εμείς οι καλλιτέχνες έχουμε μιας μορφής αναπηρία, την οποία όμως καταφέρνουμε να την κάνουμε δημιουργία, αυτό είναι ευχής έργο. Νομίζω ότι χωρίς απώλεια δεν μπορείς να γράψεις.

Πολλά από τα τραγούδια σου έχουν έντονο το ερωτικό στοιχείο. Είναι τόσο έντονο το συναίσθημα του έρωτα που μπορεί να καθοδηγήσει την πέννα και να δημιουργήσει αριστουργήματα;

Ο έρωτας είναι μιας μορφής ασθένεια. Παραμιλάς, λες βλακείες, είσαι σε υπερένταση, μιλάς μια ακατάληπτη γλώσσα. Υπό αυτή την έννοια είναι και κινητήρια δύναμη γιατί και η λέξη από τα αρχαία σημαίνει έλξη. Προφανώς είναι κινητήρια δύναμη. Αλλά και πάλι, νομίζω πως όταν τον βιώνεις με ισχυρό τρόπο, έχεις διάθεση να πάρεις αγκαλιά την καλή σου. Δεν έχεις τόση διάθεση να της γράψεις τραγούδι. Οταν την χάνεις καταλαβαίνεις τι έχασες και το γράφεις. Στην απώλεια γράφονται τα ωραία. Αλλωστε ο Αποστολάκης από τους Χαΐνηδες το είπε πολύ καλά, «Θεέ μου πόσο παράξενοι είναι οι δικοί μας τόποι, θλιμμένα τα τραγούδια μας και γελαστοί οι ανθρώποι». 

Με ποιον τραγουδιστή θεωρείς ότι έκανες το καλύτερο δίδυμο επί σκηνής;

Με τον Χρήστο Θηβαίο… χωρίς δεύτερη συζήτηση. Είμαστε αδέλφια.

Για πολλούς αποτελείτε μια ξεχωριστή κατηγορία στην κατηγορία των λεγόμενων έντεχνων τραγουδιστών.

 

Το ίδιο αίσθημα έχουμε και εμείς ως προσλαμβάνουσα. Επίσης, επειδή είμαστε πάρα πολύ καλοί φίλοι και ξέρει ο ένας τον άλλο πάρα πολύ καλά, ως δίδυμο υπερδιαπλασιάζουμε τις δυνάμεις μας. Δηλαδή, συνήθως όταν παίζω με ένα συνάδελφο στη σκηνή, είμαι εγώ και αυτός και το ντουέτο μας κάνει επί δύο. Με τον Θηβαίο στη σκηνή είμαστε επί οχτώ γιατί αυτό που κουβαλάει ο ένας μέσα του, το ξέρει κι ο άλλος. Ξέρουμε πολύ βαθιά ο ένας τον άλλο και αυτό μεταφράζεται μ’ ένα τρόπο στη σκηνή.

Εχουμε κάτι μεταφυσικό μεταξύ μας. Οταν σκάσει ένα χαμόγελο ο Θηβαίος στη σκηνή ή όταν του κλείσω εγώ το μάτι, έχουμε μια κρυφή συνενοχή. Εμείς οι δύο ξέρουμε κάτι που κανείς άλλος δεν ξέρει. Αυτό δημιουργεί ένα δεσμό πάνω στη σκηνή, ο οποίος είναι άρρηκτος. 

Σκέφτεσαι ότι μεγαλώνοντας ηλικιακά, μπορεί τα τραγούδια σου να χάσουν την επιρροή τους;

Ο Βασίλης (Παπακωνσταντίνου) θα έλεγε τώρα, «εσείς μεγαλώνετε ρε, εμείς δεν μεγαλώνουμε». Ολα χάνονται. Μετά από 20 χρόνια, όμως, ότι έχουνε μείνει καμιά δεκαριά τραγούδια που με ακολουθούν είναι το παράσημό μου. Αυτό είναι μαγικό πράγμα. Οταν ένας 17χρονος ξέρει τις «Κακές συνήθειες», τις οποίες έγραψα πριν 17 χρόνια που ήταν αγέννητος είναι πολύ συγκινητικό.

Εχεις παιδιά;

Εχω μια κόρη έξι χρονών…

Αν σε ρωτήσει γιατί έγραψες τις «Κακές συνήθειες», τι θα της πεις;

Την αλήθεια. Δεν λέω ποτέ ψέματα στο παιδί μου. 

Για την «Πηνελόπη», τι θα της πεις;

Αυτό είναι το αιώνιο αίτημα. Ο άνθρωπος πάντα θέλει αυτό που δεν έχει. Στο τραγούδι αυτό το ταξίδι είναι μια πρόφαση και λέει πως όταν στέκεσαι, θες να ταξιδέψεις και όταν ταξιδεύεις, θες να αράξεις. Η αλήθεια είναι ότι, επειδή είμαστε άπληστα όντα οι άνθρωποι, πάντα θέλουμε αυτό που δεν έχουμε. 

Εσύ, έχεις αράξει;

Εγώ ταξιδεύω… Ταξιδεύω, αράζω, ταξιδεύω, αράζω. Αλλά νομίζω ότι κυρίως ταξιδεύω… Ωστόσο, θέλω να αράξω.

Είσαι και μαθηματικός. Νομίζεις ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι μαθηματικό; Μπορούμε να το λύσουμε με μαθηματικές πράξεις;

Οχι, δεν είναι τα μαθηματικά το πρόβλημα. Οι πολιτικές επιλογές είναι το πρόβλημα της Ελλάδας. Τα μαθηματικά δεν βγαίνουνε. Οταν ακούει κανείς ότι χρωστάς το 400% του ΑΕΠ, καταλαβαίνει ότι αυτό μαθηματικά δεν βγαίνει. Δηλαδή ο καθένας από εμάς χρωστά τρεις φορές τον εαυτό του. Δεν γίνεται αυτό. Δεν υπάρχει μαθηματική εξίσωση που να το λύνει αυτό. Ή κάποιος τα χαρίζει και διαγράφεται κάποιο χρέος, για να ζεις ή σταματάς να το πληρώνεις. 

Αν σε έπαιρνε τηλέφωνο ο Βαρουφάκης και σου έλεγε «ρε Μίλτο εσύ που σπούδασες μαθηματικά, βρες μια λύση», τι θα τον συμβούλευες;

Θα του έλεγα «άμα δεν ξέρεις εσύ και με παίρνεις τηλέφωνο να σου πω, ζήτω που καήκαμε»… Για να σοβαρευτώ, θεωρώ ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύεται στ’ αλήθεια και κάνει το καλύτερο που μπορεί και το αίσθημα αυτό το έχει ο ελληνικός λαός, γι’ αυτό και τους στηρίζει. Εν αντιθέσει με τους προηγουμένους που μάλλον υπέγραφαν χωρίς να διαβάσουν τι έχουν υπογράψει. Το θέμα όμως, και δεν το λέω συντασσόμενος απαραίτητα με κάποιο κόμμα, είναι ότι έχουμε πει πως οι προηγούμενοι πήγαν και διαπραγματεύτηκαν με λύκους και τους φάγανε οι λύκοι. Πάνε τώρα οι νέοι λέγοντας ότι «εσείς δεν το κάνατε καλά και πάμε τώρα εμείς να διαπραγματευτούμε με τους λύκους»… Μα το πρόβλημα δεν είναι η διαπραγμάτευση. Είναι οι λύκοι. Πώς να διαπραγματευτείς με λύκους; Στην πραγματική ζωή, άμα σε βάλουν στο κλουβί του λύκου, τι θα του πεις; «Μισό λεπτό, ο προηγούμενος διαπραγματεύτηκε λάθος;». Ή δεν διαπραγματεύεσαι μαζί τους ή στέλνεις κι εσύ λύκους. Δεν γίνεται αλλιώς. 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.