Ιστορία 2.500 ετών θαμμένη κάτω από τη θάλασσα

Στις καταδυτικές βόλτες περιορίζεται η ανάδειξη του αρχαίου λιμανιού της Αμαθούντας

  • «Η Κύπρος προχωρεί με τη δημιουργία ενός θαλάσσιου αρχαιολογικού πάρκου που έχει ως στόχο την ανάδειξη και προβολή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς»
  • Ένας σημαντικός υποβρύχιος βιότοπος 

Την υλοποίηση σχεδίου ανάδειξης του αρχαίου λιμανιού της Αμαθούντας και της ευρύτερης θαλάσσιας προστατευόμενης περιοχής προωθούν η Ερευνητική Μονάδα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, το Τμήμα Αρχαιοτήτων και το Τμήμα Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού διασυνοριακού προγράμματος ΑΝΔΙΚΑΤ, που εντάσσεται στο Interreg Ελλάδα-Κύπρος 2014-2020.

Πρόσφατα, μάλιστα, είδαμε και τον πολιτικό προϊστάμενο του Τμήματος Αρχαιοτήτων, Υπουργό Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, Γιάννη Καρούσο, να μετέχει σε καταδύσεις στην περιοχή, δηλώνοντας ότι «το αρχαίο λιμάνι της Αμαθούντας είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις καλά διατηρημένων καταλοίπων ελληνιστικών λιμένων σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο και σίγουρα μοναδική στην Κύπρο, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί σημαντικό υποβρύχιο βιότοπο».

Αναφέροντας ότι «η Κύπρος προχωρεί με τη δημιουργία ενός θαλάσσιου αρχαιολογικού πάρκου που έχει ως στόχο την ανάδειξη και προβολή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς», ο υπουργός επεσήμανε ότι «η συντήρηση και η ανάδειξη του χώρου θα μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο για τουριστικούς σκοπούς όσο και από οργανωμένα σύνολα δυτών».

Του Χρήστου Χαραλάμπους

Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς που προωθούνται, η ανάδειξη του αρχαίου λιμανιού θα γίνει με κατάλληλα τοποθετημένες ενημερωτικές πινακίδες στην ξηρά και υποβρυχίως, παρέχοντας πληροφορίες και ενθαρρύνοντας τους επισκέπτες να κολυμπήσουν στο αρχαίο λιμάνι.

Προκειμένου να αποκαλυφθούν και να συντηρηθούν τα σωζόμενα τμήματα των λιμενοβραχιόνων, κρίθηκε απαραίτητη η απομάκρυνση της θαλάσσιας βλάστησης που τα καλύπτει, με ταυτόχρονη όμως διατήρηση των προστατευόμενων λιβαδιών Ποσειδωνίας, που αποτελούν ένα μικρό τμήμα της θαλάσσιας βλάστησης.

Η ανάγκη για προστασία και ανάδειξη του αρχαίου λιμανιού, για τουριστικούς και άλλους σκοπούς, είχε τεθεί πριν από πολλά χρόνια. Ειδικότερα, το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Τύχωνα, στην περιοχή του οποίου βρίσκεται το σύνολο του αρχαιολογικού χώρου της Αμαθούντας, θέλοντας να αναδειχθεί το αρχαίο λιμάνι ξεκίνησε πριν από 20 περίπου χρόνια κάποιες πρωτοβουλίες για την κατασκευή ξύλινων αποβάθρων περιμετρικά, έχοντας την έγκριση και τη συμπαράσταση όλων των αρμόδιων υπουργείων και άλλων κρατικών φορέων. Η όλη προσπάθεια όμως προσέκρουσε σε ένα «όχι» του Τμήματος Αρχαιοτήτων, παρά το γεγονός ότι η δαπάνη για την κατασκευή του έργου είχε εξασφαλιστεί από ευρωπαϊκά κονδύλια.

Η ανάγκη για την κατασκευή των αποβάθρων, όπως μας ανέφερε ο κοινοτάρχης Αγίου Τύχωνα, Πάμπος Ιωάννου, προέκυψε το 2004, όταν θα γίνονταν οι Ολυμπιακοί της Αθήνας, και είχε αποφασιστεί να γίνει και μια συμβολική εκδήλωση στο χώρο του αρχαίου λιμανιού της Αμαθούντας. Συγκεκριμένα, θα ερχόταν το καράβι της Κερύνειας και η Τοπική Αρχή θα πρόσφερε χαλκό στον δήμαρχο Αθηναίων για την κατασκευή των μεταλλίων. Αν και δεν υπήρχε αποβάθρα, η εκδήλωση έγινε με τη βοήθεια πλωτής πλατφόρμας.

Με αυτή την αφορμή, το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Τύχωνα περιέλαβε την κατασκευή της αποβάθρας περιμετρικά του αρχαίου λιμανιού στο πρόγραμμα της κατασκευής του παραλιακού πεζόδρομου, αναθέτοντας τη σχετική μελέτη και τα σχέδια στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Έγιναν τα σχέδια και εγκρίθηκαν τότε από όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες. Όλοι ήταν υπέρμαχοι για να γίνει το έργο που ήταν πολεοδομικό, με κόστος 3 εκ. περίπου λίρες. Τα χρήματα όμως για να προχωρήσει η κατασκευή της αποβάθρας δεν υπήρχαν τότε (2/3 της δαπάνης αντιστοιχούσαν στην κυβέρνηση και το 1/3 στο Κοινοτικό Συμβούλιο), μέχρι που έγινε κατορθωτό να εξευρεθεί πριν από τρία περίπου χρόνια το απαιτούμενο κονδύλι των 5 εκ. ευρώ μέσω Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων.

Η υλοποίηση όμως του έργου προσέκρουσε και πάλι στο Τμήμα Αρχαιοτήτων, το οποίο, απορρίπτοντας κατηγορηματικά τη κατασκευή αποβάθρων, συμμετέχει στην προώθηση του προγράμματος για καταδυτικές διαδρομές που θεωρείται ότι αποτελεί καλύτερη «επένδυση».

Ωστόσο ο κ. Ιωάννου επισημαίνει ότι «μας ρωτούν από την Ε.Ε. τι γίνεται με το κονδύλι των 5 εκ. ευρώ, το οποίο αν δεν χρησιμοποιηθεί για το σκοπό που έχει εγκριθεί, θα χαθεί…»

Θα μπορούσε το λιμάνι να αναδυθεί από το βυθό

Η ανακάλυψη του αρχαίου λιμανιού έγινε τυχαία στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν η Κοινοτική Αρχή Αγίου Τύχωνα αναζητούσε χώρο για να δημιουργήσει ένα μικρό λιμανάκι για τους ψαράδες της περιοχής. «Τότε, ένας φίλος μου ξένος, ο Μπράνκο, που έκανε ερασιτεχνικές πτήσεις, μου ανέφερε την ύπαρξη του αρχαίου λιμανιού, οπότε κινήσαμε διαδικασίες για την ανασκαφή», αναφέρει ο Πάμπος Ιωάννου, επισημαίνοντας ότι ο τότε διευθυντής του Τμήματος Αρχαιοτήτων, Βάσος Καραγιώργης, «μας υπέδειξε ότι αν βρούμε δύτη αρχαιολόγο και βέβαια τα χρήματα, θα μπορούσε να αρχίσει η ανασκαφή».

Η Τοπική Αρχή έχοντας τη συμπαράσταση προσωπικοτήτων τής τότε οικονομικής και κοινωνικής ζωής του τόπου, ίδρυσε το Σύλλογο Αναβίωσης Λιμένος Παλιάς Αμαθούντος (ΣΑΛΠΑ) και μέσα σε ένα μήνα έγινε κατορθωτό να μαζευτούν 100.000 λίρες. Από τις ανασκαφές που έγιναν, τότε, φάνηκε ότι υπήρχαν 7 σειρές από τεράστιες πέτρες που σχημάτιζαν το λιμάνι.

Ο Γάλλος αρχαιολόγος – δύτης, που ήταν επικεφαλής της ανασκαφής, είχε πει τότε ότι με μισό εκατομμύριο λίρες θα μπορούσε να αποκαλυφθεί το λιμάνι πάνω από τη θάλασσα. Μάλιστα με δική του καθοδήγηση έγιναν και σχετικά σχέδια, τα οποία έδειχναν πώς θα φαινόταν.

Δεν υπήρχαν όμως τα χρήματα και το λιμάνι έμεινε και θα συνεχίσει να παραμένει κάτω από το νερό. Σήμερα δεν μπορεί να αναδυθεί, γιατί το Τμήμα Αρχαιοτήτων υπέγραψε μια διεθνή σύμβαση, σύμφωνα με την οποία για την αναστήλωση ενός μνημείου θα πρέπει να υπάρχει το 85%. Στην περίπτωση του λιμανιού της Αμαθούντας λείπει μια σειρά από πέτρες, οι οποίες, όπως διαπιστώθηκε, μεταφέρθηκαν στην Αίγυπτο και χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή της Διώρυγας του Σουέζ.

7.500 ώρες εργασίας κάτω από το νερό

Το λιμάνι της Αμαθούντας βρί­σκεται στα νότια της αρχαίας αγο­ράς και εκτείνεται κάτω από τον σημερινό παραλιακό δρόμο κα­λύπτοντας την απόσταση από την κύρια είσοδο του αρχαιολογικού χώρου μέχρι και το εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας.

Κατασκευάστηκε στα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή για ενίσχυση της άμυνας της πόλης, αφού εκείνη η περίοδος χαρακτηριζόταν από τις έντονες διαμάχες που υπήρχαν με τους Πτολεμαίους λόγω της διεκ­δίκησης της εξουσίας στην Κύπρο.

Η έρευνα-ανασκαφή που έγινε κατά την περίοδο 1984-1986 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και το Σύλλογο Αναβίω­σης Λιμένος Παλιάς Αμαθούντος διήρκεσε περισσότερο από 6 μήνες και απαιτήθηκαν 7.500 περίπου ώρες εργασίας κάτω από το νερό. Από την ανασκαφή διαπιστώθηκε ότι το λιμάνι ήταν ορθογώνιο και οριζόταν από δύο γωνιαίους κυ­ματοθραύστες, ενώ η είσοδός του ήταν στη νοτιοανατολική γωνία και αυτό προφανώς για να προφυλάσ­σεται από τους ισχυρούς ανέμους.

Όπως αναφέρεται από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, οι πέτρες που χρησι­μοποιήθηκαν για την κατασκευή του λιμανιού και κάποιες από αυτές ξεπερνούν τους 3 τόνους σε βάρος, προέρχονται από λατομεία της πε­ριοχής. Μεταφέρθηκαν στην παρα­λία της Αμαθούντας με τη βοήθεια ειδικού μηχανήματος πάνω σε κα­ρούλια, το οποίο ανύψωνε τις πέ­τρες και τις τοποθετούσε στο βυθό.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.