Και γυναίκα και ξένη και φτωχή…



Της Ελένης Μαύρου

 

Παρακολούθησα το βίντεο με την κακοποίηση της κοπέλας από τον εργοδότη της με έναν κόμπο στο στομάχι. Μια φτωχή γυναίκα ταξίδεψε μόνη στην άλλη άκρη του κόσμου αφήνοντας πίσω την οικογένειά της για να δώσει στα παιδιά της μια καλύτερη ζωή. Κανείς δεν της είπε ότι το τίμημα ήταν η καθημερινή βία, λεκτική και σωματική.

Και δυστυχώς, η σιωπή που επιβάλλει η ανάγκη δεν της άφηνε πολλά περιθώρια για να καταγγείλει τη βία, για να ζητήσει βοήθεια. Και μόνο το γεγονός ότι το θύμα υποχρεώθηκε, μετά τις πολλές καταγγελίες, να καταγράψει την κακοποίησή του για να εκπέμψει σήμα βοήθειας, είναι ενδεικτικό.


Γιατί αλλιώς το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα γινόταν πιστευτή. Πολύ εύκολα θα ξοφλούσαν οι περισσότεροι με τις καταγγελίες: “υπερβολές”, “της έδωσε έναν πάτσο”, “θέλει release γιατί βρήκε κάπου καλύτερα, με λιγότερη δουλειά”… Κυρίως αυτοί στους οποίους το κράτος έχει αναθέσει την ευθύνη της προστασίας μας.

Ελπίζαμε ότι μετά τις φρικιαστικές δολοφονίες γυναικών, που ακόμα μας στοιχειώνουν, η πολιτεία και η κοινωνία θα είχαν μάθει το μάθημά τους. Θα είχαμε συνειδητοποιήσει ότι ανάμεσά μας ζουν ευάλωτες γυναίκες, εργαζόμενες απογυμνωμένες από εργασιακά και ατομικά δικαιώματα, χωρίς πρόσβαση στη δικαιοσύνη, χωρίς το δίχτυ προστασίας που -συνήθως- προσφέρει η οικογένεια και οι φίλοι.

Η βία κατά των γυναικών έχει ταξικό στίγμα. Η σωματική, λεκτική, ψυχολογική ή όποια άλλη μορφή βίας υφίστανται οι γυναίκες, δεν προκύπτει στο κενό. Η βία κατά των γυναικών αποτελεί μέρος της δομής των κοινωνιών μας και του τρόπου λειτουργίας τους.

Η φτώχεια, η οικονομική εξάρτηση, η ανασφάλεια αλλά και η κοινωνική συνείδηση που δημιουργείται με τους μύθους και τις «πολιτιστικές» επιταγές είναι οι βασικές αιτίες της, έστω σιωπηλής, αποδοχής της βίας.

Η Κύπρος έχει υπογράψει διάφορες συνθήκες για την καταπολέμηση της βίας, είναι πολλές όμως οι «δεσμεύσεις» που μένουν μόνο στα χαρτιά. Πώς εφαρμόζεται στην πράξη η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας; Πώς αξιολογείται ο βαθμός επικινδυνότητας των καταγγελιών που γίνονται στους αστυνομικούς σταθμούς; Ποιος επιμένει να κρατά στα συρτάρια σχέδια δράσης, νομοσχέδια, δομές στήριξης, εκστρατείες επιμόρφωσης; Στην εξίσωση για τη βία κατά των γυναικών δεν είναι ο θύτης ενάντια στο θύμα.

Το θύμα έχει απέναντί του και το ίδιο το κράτος. Ένα σύστημα δομημένο για να συντηρεί τους θύτες, που μεταφέρει το δίκαιο της απόδειξης στο θύμα. Ένα κράτος και μια κοινωνία που κακοποιεί ξανά και ξανά όποια μιλήσει. Συγκλονιζόμαστε κάθε φορά που μια γυναίκα γίνεται θύμα βίας. Αυτό δεν είναι αρκετό όμως για να αλλάξουν τα πράγματα. Πρέπει να στοχεύσουμε λοιπόν τη δομική καταπίεση ενάντια στις γυναίκες. Βάζοντας τέλος στις θεσμικές διακρίσεις κάθε είδους και, κυρίως, εφαρμόζοντας πολιτικές και δημιουργώντας υποδομές που θα ενισχύουν την αυτονομία και την αυτοπεποίθηση κάθε γυναίκας. Υστερόγραφο: «Η αναγνώριση της αξιοπρέπειας, που είναι σύμφυτη σε όλα τα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας … αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο». (από το Προοίμιο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα)