Κακοποιηµένα παιδιά το 25% των θυµάτων βίας στην οικογένεια

Κατακόρυφη αύξηση την τελευταία τριετία και στις καταγγελίες που αφορούν σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων µε βασικούς θύτες άτοµα του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος

Του Χρήστου Χαραλάµπους

Η περίπτωση του θανάτου πριν από λίγες µέρες τού µόλις δύο µηνών βρέφους, που όπως αποκαλύφθηκε οφειλόταν σε δυνατό τράνταγµα που είχε υποστεί από τον πατέρα του µε σκοπό να σταµατήσει να τον ενοχλεί µε το κλάµα του, φέρνει για µια ακόµα φορά στην επιφάνεια το ζήτηµα της κακοποίησης παιδιών και γενικότερα της κάθε µορφής βίας στην οικογένεια. Ένα πρόβληµα του οποίου οι διαστάσεις είναι πολύ µεγαλύτερες από εκείνες που βλέπουν το φως της δηµοσιότητας.

Οι υποθέσεις που κλήθηκε να επιληφθεί η Αστυνοµία τα τελευταία χρόνια αποδεικνύουν του λόγου το αληθές, καθώς αποκαλύπτεται ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει µια εκτόξευση των περιστατικών βίας στην οικογένεια, µε τα παιδιά να αποτελούν σε µεγάλο βαθµό τα θύµατα, µε βασικούς θύτες είτε τους ίδιους τους γονείς, είτε άλλα άτοµα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος. Ενδεικτικά είναι τα στατιστικά στοιχεία που αφορούν την τελευταία επταετία. Ενώ την τριετία 2015-2017 είχαµε 951, 835 και 876 καταγγελίες αντίστοιχα, από το 2018 µέχρι και το 2020 οι καταγγελίες αυξήθηκαν σε 1.027, 1.298 και 2.002 αντίστοιχα, ενώ πολύ µεγαλύτερος είναι ο αριθµός (3.362) το 2021.

Οι δράστες µπορεί να είναι και άνδρες και γυναίκες

Από τις πιο πάνω καταγγελίες, όπως ανέφερε στη «Χαραυγή» η εγκληµατολόγος και βοηθός διευθύντρια του Τµήµατος Καταπολέµησης Εγκλήµατος στην Υποδιεύθυνση ∆ιαχείρισης Ευάλωτων Προσώπων του Αρχηγείου Αστυνοµίας, Κυριακή Λαµπριανίδου, ποσοστό 25% αφορά ανήλικα θύµατα, ενώ τα πλείστα αδικήµατα αφορούν φυσική/σωµατική βία. Οι δράστες συνήθως είναι από το κλειστό οικογενειακό περιβάλλον και πρόκειται και για άνδρες και για γυναίκες.

Ανοδική πορεία καταγράφουν και οι καταγγελίες που αφορούν σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων, αφού το 2017 είχαν υποβληθεί 138 καταγγελίες, 167 το 2018, 211 το 2019, 197 το 2020, ενώ το 2021 ανήλθαν στις 278. Σ’ αυτού του είδους τις κακοποιήσεις η πλειοψηφία των δραστών είναι άνδρες που προέρχονται συνήθως από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, ή συχνά είναι άτοµα εµπιστοσύνης των παιδιών-θυµάτων.

«Ο αριθµός των καταγγελιών σε θέµατα βίας στην οικογένεια είναι σίγουρα πολύ µεγαλύτερος από αυτόν που έχουµε ενώπιόν µας, αφού τα αδικήµατα αυτά έχουν τον υψηλότερο “σκοτεινό αριθµό”. Είναι αδικήµατα που συµβαίνουν πίσω από κλειστές πόρτες και τα θύµατα συχνά χρειάζονται ενδυνάµωση για να µπορέσουν να προβούν σε καταγγελίες», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η κα Λαµπριανίδου, επισηµαίνοντας ότι από το 2020 που δηµιουργήθηκαν τα Επαρχιακά Κλιµάκια Βίας στην Οικογένεια, τα οποία στελεχώνονται από έµπειρους ανακριτές, «ο κόσµος ενθαρρύνθηκε, δείχνει εµπιστοσύνη και δεν διστάζει πλέον να προβεί σε καταγγελίες, γι’ αυτό και παρουσιάζεται αυτή η αύξηση την τελευταία διετία», ενώ παλαιότερα τα θύµατα βίας πήγαιναν στην Αστυνοµία και απλώς ανέφεραν το περιστατικό, αλλά δίσταζαν ή αρνούνταν να κάνουν καταγγελία.

Οι συνηθισµένες µορφές κακοποίησης σε παιδιά και βρέφη

Την εκτίµηση ότι στην Κύπρο, τις τελευταίες δύο δεκαετίες τουλάχιστον, υποθέσεις κακοποίησης παιδιών έχουν αναδυθεί στην επιφάνεια λόγω της ευρείας διαφώτισης που γίνεται, αλλά και της ευκολότερης πρόσβασης του κοινού στα µέσα ενηµέρωσης, εκφράζει ο ιατροδικαστής Λοΐζος Νικολαΐδης, υποδεικνύοντας όµως ότι «πολλές φορές µια κακοποίηση παιδιού αποσιωπάται λόγω φόβου, κοινωνικής κατακραυγής ή ακόµα και άγνοιας».

Επισηµαίνοντας ότι ηλικιακά τα θύµατα είναι συνήθως παιδιά από βρεφική ηλικία µέχρι την ηλικία των 4-6 χρονών, χωρίς όµως να αποκλείονται και παιδιά µεγαλύτερου ηλικιακού φάσµατος, ο ∆ρ Νικολαΐδης τονίζει ότι «ορισµένες φορές είναι δύσκολο να γίνει διάκριση µεταξύ της τιµωρίας που επιβάλλει ο γονιός και της κακοποίησης, δηλαδή πού σταµατά το ένα και πού ξεκινά το άλλο. Σε καµία περίπτωση όµως δεν δικαιολογείται κακοποίηση παιδιού ως επιβολή τιµωρίας».

Από ιατροδικαστικής πλευράς, οι πιο συνηθισµένες κακοποιήσεις που διαπιστώνονται στα παιδιά αφορούν εκδορές και εκχυµώσεις στο σώµα και στα άκρα, διαστρέµµατα και εξαρθρώσεις στα άνω και κάτω άκρα, διάφορα κατάγµατα ιδιαίτερα στο κεφάλι και στα άκρα, εγκαύµατα, κακώσεις από αναταράξεις κυρίως σε βρέφη. Σε περιπτώσεις επανειληµµένης κακοποίησης, όπως εξηγεί ο ∆ρ Νικολαΐδης, οι τραυµατισµοί και οι κακώσεις στο σώµα του παιδιού έχουν επέλθει σε διαφορετικά χρονικά διαστήµατα.

Σε ό,τι αφορά τον θύτη, αυτός µπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε ενήλικας, ο οποίος έχει απρόσκοπτη πρόσβαση στο βρέφος ή στο παιδί. Συνήθως τους θύτες αποτελούν οι γονείς, οι πλησιέστεροι συγγενείς που ασχολούνται µε την επίβλεψη των παιδιών, οικιακοί βοηθοί ή παραµάνες. Πολύ πιο σπάνια έχουν γίνει καταγγελίες για κακοποιήσεις παιδιών σε βρεφοκοµικούς σταθµούς και νηπιαγωγεία.

Για να διαπιστωθεί µια κακοποίηση παιδιού, όπως επισηµαίνει ο ιατροδικαστής, «αυτό έγκειται στην παρατηρητικότητα πρώτα των γονιών, στην περίπτωση που θύτες δεν είναι οι γονείς». Επίσης, οι νηπιαγωγοί και βρεφοκόµοι που έχουν καθηµερινή επαφή µε το παιδί µπορούν να διακρίνουν σηµεία κακοποίησης. Σε µεταγενέστερο στάδιο, εάν και εφόσον το παιδί µεταφερθεί σε γιατρό για εξέταση, τότε ο παιδίατρος ή ο γιατρός των Πρώτων Βοηθειών που θα εξετάσει το παιδί µπορεί να διακρίνει εάν πρόκειται για σηµεία κακοποίησης ή τραυµατισµούς που είναι πιθανόν να επέλθουν από την καθηµερινότητα του παιδιού και να καλέσει τις αρµόδιες κρατικές Υπηρεσίες να επέµβουν.

Αδυναμία θυμάτων να προχωρήσουν με ποινική διαδικασία

 

Αναφερόμενη σε κάποια προβλήματα που παρεμβάλλονται από τη στιγμή που θα γί­νει μια καταγγελία μέχρι την τεκμηρίωση της υπόθεσης, την εκδίκαση και την καταδίκη των εμπλεκόμενων, η κα Λαμπριανίδου επισημαί­νει ότι συνήθως παρατηρείται η αδυναμία των θυμάτων να συνεργαστούν ή να προχωρήσουν με την ποινική διαδικασία. «Βλέπουμε θύματα να αποσύρουν τα παράπονά τους ή να επιστρέ­φουν στον δράστη, ή ακόμη βλέπουμε θύματα να επηρεάζονται από άλλα μέλη των οικογε­νειών τους ή να επηρεάζουν τα παιδιά να μην καταγγείλουν».

Σε ερώτηση για το αν υπάρχει η ενδεδειγμέ­νη συνεργασία άλλων αρμόδιων υπηρεσιών με την Αστυνομία, αναφέρει ότι για τα θέματα βίας στην οικογένεια η συνεργασία με τις συναρμό­διες Αρχές του κράτους είναι δεδομένη και συ­νεχής. «Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, τα κατάλληλα τμήματα και οι υπηρεσίες του Υπουργείου Παι­δείας, η Ιατροδικαστική Υπηρεσία, καθώς και άλλοι, είναι οι συνεργάτες μας με τους οποίους είμαστε σε συνεχή επαφή».

Υπάρχει επίσης συνεργασία με ΜΚΟ, όπως είναι ο ΣΠΑΒΟ (Σύνδεσμος για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια, τηλ. 1440), ο οποίος συνδράμει τα μέγι­στα στην παροχή ασφάλειας και συμβουλών στα θύματα βίας στην οικογένεια, το σωματείο ΙΡΙΣ ενάντια στη σεξουαλική και οποιαδήποτε άλλης μορφής κακοποίησης (τηλ,25760960) και το hope for children (τηλ. 1466).

Ο ιατροδικαστής υπο­γραμμίζει και το γεγονός ότι «λειτουργεί πλέον και το Σπίτι της Γυναίκας, μια νέα δομή που προσφέρει υπηρεσίες σε γυναίκες θύματα και τα ανήλικα παιδιά τους». Στον συγκεκριμένο χώρο υπάρχει σταθερό μέλος της Αστυνομίας και εκεί είναι δυνατόν να λαμβάνονται κατα­θέσεις τόσο από θύματα όσο και από μάρτυρες, νοουμένου ότι εμπίπτουν στο πλαίσιο της λει­τουργίας του Σπιτιού της Γυναίκας.

Σε ό,τι αφορά τις υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, υπάρχει Πρωτόκολ­λο Συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και του Σπιτιού του Παιδιού. «Για παράδειγμα, όλες οι οπτικογραφημένες κα­ταθέσεις παιδιών λαμβάνονται από ειδικά εκπαιδευμένους ανακριτές της Υποδιεύθυν­σης Διαχείρισης Υποθέσεων Ευάλωτων Προ­σώπων του Αρχηγείου και τα θύματα αξιο­λογούνται και λαμβάνουν υπηρεσίες από το Σπίτι του Παιδιού».

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.