Παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκδώσει το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας εναντίον του πρώην Διευθύνοντος Σύμβουλου της Τράπεζας Κύπρου Ανδρέα Ηλιάδη και της Τράπεζας Κύπρου, σήμερα το Ανώτατο Δικαστήριο, σε τριμελή σύνθεσή του.

Την απόφαση, η οποία λήφθηκε κατά πλειοψηφία των Δικαστών Μύρωνα Νικολάτου και Τεύκρου Οικονόμου, ανέγνωσε ο Δικαστής Οικονόμου, ενώ την απόφαση μειοψηφίας ανέγνωσε η Δικαστής Τάσια Ψαρά – Μιλτιάδου.

Τράπεζα Κύπρου και Ανδρέας Ηλιάδης κρίθηκαν ένοχοι στις 14 Δεκεμβρίου 2017 στην κατηγορία 4 του κατηγορητηρίου που αφορούσε τη χειραγώγηση της αγοράς μεταξύ 19/6/2012 και 26/6/12 στη Λευκωσία “κατά παράβαση των Άρθρων 19 ως εξειδικεύεται από το Άρθρο 20(1)(γ) και 23(3)…» του Ν.116(I)/05 «και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα …».  Κατά την επιβολή ποινής στις 5 Ιανουαρίου 2018 είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 2,5 ετών στον Ανδρέα Ηλιάδη και πρόστιμο €120 χιλιάδες στην Τράπεζα Κύπρου.

Στη σημερινή απόφασή του το Ανώτατο αναφέρει ότι είναι φανερό από τις περιστάσεις ότι δεν επρόκειτο για μεθόδευση στα πλαίσια χειραγώγησης της αγοράς, «αλλά για προσπάθεια, κατά την ώρα εκείνη, του εφεσείοντα (Ανδρέα Ηλιάδη) να αποφύγει την πίεση της συγκεκριμένης περίστασης, να αντιμετωπίσει τους οργισμένους μετόχους και τις επίμονες ερωτήσεις τους».

«Όπως το έθεσε το Κακουργιοδικείο ‘δεν ήθελε εκείνη τη χρονική στιγμή’ να δώσει την αληθή εικόνα», συνεχίζει η απόφαση.

Τούτο όμως, σημειώνεται, «δεν αποτελεί, από μόνο του, ποινικό αδίκημα και, μάλιστα, κακούργημα».

«Άλλωστε, ακόμα και αν είχε σκοπό να αποφύγει τις ‘κινήσεις τους στην αγορά’, όρος που ούτως ή άλλως είναι ανεπίτρεπτα ευρύς προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη, τούτο δεν ισοδυναμεί υπό τις περιστάσεις με στόχευση για στρέβλωση των τιμών και χειραγώγηση της αγοράς», προστίθεται.

Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, «η παρούσα υπόθεση είναι ποινική. Αφορά στην εφαρμογή και ερμηνεία ενός ποινικού νόμου και οι κυρώσεις που προβλέπονται δεν είναι διοικητικές, αλλά ποινικές και μάλιστα τέτοιας σοβαρότητας ώστε να κατατάσσουν το αδίκημα ως κακούργημα».

Ο Κύπριος νομοθέτης, αν και επέλεξε, ήδη με τον αρχικό νόμο την ποινικοποίηση της χειραγώγησης, μετέφερε αυτούσιο τον ορισμό της οδηγίας «χωρίς προβληματισμό για τυχόν αναγκαία διαφοροποιημένη ρύθμιση, που προέκυπτε ως εκ της δημιουργίας ενός ποινικού αδικήματος και μάλιστα κακουργήματος».

Είναι εξ αντιδιαστολής χαρακτηριστικό, αναφέρεται, ότι στον ελληνικό νόμο για προσαρμογή στην οδηγία «όπου επίσης καθιερώθηκε πέραν των διοικητικών κυρώσεων και ποινική ευθύνη, ρητά προβλέφθηκε η ύπαρξη υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) στα σχετικά αδικήματα».

Ειδικότερα, σημειώνεται, «στο άρθρο 30 που ποινικοποιεί τη διάδοση παραπλανητικών ή ψευδών πληροφοριών, ορίζεται ως απαιτούμενος σκοπός του δράστη η τεχνητή διαμόρφωση της τιμής ή της εμπορευσιμότητας χρηματοπιστωτικού μέσου προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος».

Το αντικειμενικό αυτό κριτήριο, προστίθεται, «του προσπορισμού οφέλους διακρίνει το ποινικό από το διοικητικό δίκαιο».

Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, «το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η σιωπή του Κύπριου νομοθέτη και η αυτούσια μεταφορά, άνευ ετέρου, της ρύθμισης που αποσκοπούσε σε διοικητικές κυρώσεις σε ένα νόμο που προέβλεπε και ποινικές κυρώσεις, έχει την έννοια ότι το υπό εξέταση αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, ήτοι αδίκημα για το οποίο δεν απαιτείται η στοιχειοθέτηση υποκειμενικής υπόστασης».

Εν προκειμένω, αναφέρεται σε άλλο σημείο της απόφασης, «το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε ότι ο εφεσείοντας, προβαίνοντας στις επίμαχες δηλώσεις, είχε πρόθεση ‘να καθησυχάσει τους πάντες και κυρίως τους μετόχους για να αποφύγει τις όποιες αρνητικές αντιδράσεις τους ή κινήσεις τους στην αγορά’».

Ασφαλώς, συνεχίζει η απόφαση της Ανωτάτου, «η επιδίωξή του ήταν να καθησυχάσει τους μετόχους ή και το κοινό. Ασφαλώς οι απαντήσεις του ήταν παραπλανητικές. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι κατά πόσο έγιναν με σκοπό τη χειραγώγηση της αγοράς».

Παρατίθεται η ερμηνεία του όρου της χειραγώγησης σύμφωνα με νομικά συγγράμματα από την Ελλάδα και τις ΗΠΑ αλλά και τη νομολογία στις ΗΠΑ καθώς και στην ίδια την οδηγία.

«Η ουσία της έννοιας της χειραγώγησης, η οποία αποκτά καίρια σημασία στην ποινική διάσταση του ζητήματος, αποκαλύπτεται και μέσα από σειρά χαρακτηριστικών παραδειγμάτων που δίδονται στο προαναφερθέν δημοσίευμα «Εγκλήματα στα πλαίσια της δημιουργίας του Χρηματιστηρίου», στα οποία, όσο και αν δίδονται στα πλαίσια του άρθρου 30 του Ν. 3340/2005, διαφαίνεται ως σκοπός της χειραγώγησης η διαμόρφωση τεχνητά της εμπορευσιμότητας και της τιμής των μετοχών προς επιδίωξη αθέμιτου οφέλους», αναφέρεται.

Εν προκειμένω, προστίθεται στην απόφαση, «θεωρούμε ότι δεν επρόκειτο για τέτοια μεθόδευση».

Τίθεται ακόμη το ερώτημα «εάν επρόκειτο για τέτοια μεθόδευση, ευλόγως τίθεται το ερώτημα γιατί να μην επιχειρηθεί, ως μεθοδευμένη πρακτική εάν έτσι είχαν τα πράγματα, με την αρχική ομιλία στην οποία, όπως διαπίστωσε το Κακουργιοδικείο ‘δεν εντοπίζεται πληροφορία, η οποία δυνητικά θα μπορούσε να ελεγχθεί και να κριθεί ότι έδιδε παραπλανητική ένδειξη σε σχέση με το έλλειμμα’»;

«Είναι φανερό από τις περιστάσεις ότι δεν επρόκειτο για μεθόδευση στα πλαίσια χειραγώγησης της αγοράς υπό την παραπάνω έννοια, αλλά για προσπάθεια, κατά την ώρα εκείνη, του εφεσείοντα να αποφύγει την πίεση της συγκεκριμένης περίστασης, να αντιμετωπίσει τους οργισμένους μετόχους και τις επίμονες ερωτήσεις τους», αναφέρεται.

Ενισχύει το εύρημα της χειραγώγησης η εκ προθέσεως λανθασμένη δήλωση, λέει η απόφαση μειοψηφίας

Στην απόφαση μειοψηφίας της Δικαστού Ανωτάτου Τ. Ψαρά – Μιλτιάδου αναφέρεται αντίθετα ότι «δεν με βρίσκει σύμφωνη πως η έννοια του Νόμου μας είναι αυτά που λέχθηκαν για τον Ελληνικό Νόμο (3340/2005), ότι δηλαδή πρέπει να διαφαίνεται ο σκοπός της χειραγώγησης, ή η διαμόρφωση τεχνητά της εμπορευσιμότητας και της τιμής των μετοχών προς επιδίωξη αθέμιτου οφέλους».

Κάτι τέτοιο, προστίθεται, «δεν προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του Νόμου. Με όλο το σεβασμό, θεωρώ πως η παραπλανητική δήλωση δια του στόματος του ανωτάτου αξιωματούχου της Τράπεζας Κύπρου στα πλαίσια της γενικής συνέλευσης των μετόχων αυτής, στην οποία εκφράζεται ουσιαστικά η ανησυχία για το ίδιο το status και την πορεία της τράπεζας, δεν μπορεί να έχει άλλο σκοπό, από την χειραγώγηση της αγοράς».

Αντίθετα, σύμφωνα με τη Δικαστή Ψαρά – Μιλτιάδου «η θέση πως η δήλωση έγινε για να καθησυχαστούν οι ανησυχίες των μετόχων, – εν αντιθέσει της εισήγησης – θεωρώ ότι ενισχύει και δεν εξουδετερώνει το εύρημα της χειραγώγησης της αγοράς».

«Ακριβώς επειδή επρόκειτο περί εκ προθέσεως λανθασμένη δήλωση, διατυπωθείσα υπό τις περιστάσεις που εξηγήθηκαν, ο ούτω καλούμενος «καθησυχασμός» είχε ακριβώς σκοπό τη χειραγώγηση της αγοράς δια της προβολής μη πραγματικών και αληθινών στοιχείων, τα οποία όμως παρουσιάστηκαν ως αληθή εκ προθέσεως», σημειώνει η Δικαστής.