Κανένα ζώο και κανένα υποστατικό στους Γκρεμούς του Χανουτάρη



Της Άννας Μισιαούλη

Επικυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο την περασμένη βδομάδα η απόφαση απόρριψης πολεοδομικής άδειας για ανέγερση υποστατικού (μάντρας) αιγοπροβάτων στην κοινότητα Αγίου Ιωάννη της επαρχίας Πάφου που ενέπιπτε σε περιοχή Εξαιρετικής Φυσικής Καλλονής, στην πολεοδομική ζώνη Ζ3-ΠΤ (Προστατευόμενο Τοπίο) σε «Ζώνη Ειδικής Προστασίας» (ΖΕΠ) που αποτελεί περιοχή του Δικτύου Natura 2000, όπου τέτοια ανάπτυξη δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί.

Η Ιερά Μονή Κύκκου προσέφυγε το 2015 στο Δικαστήριο κατά απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής με το επιχείρημα ότι η τελευταία με τη συμπεριφορά της συνέπραξε και αποδέχθηκε την εν λόγω κτηνοτροφική μονάδα.

Όπως είχε δημοσιεύσει σε ρεπορτάζ της η «Χαραυγή», το συγκεκριμένο κτηνοτροφικό υποστατικό συνέχισε την παράνομη λειτουργία του, παρά την απόρριψη σειράς αιτήσεων για την ανέγερσή του από την Πολεοδομική Αρχή από το 2015.

Με την πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, αναφέρεται ότι η Ιερά Μονή Κύκκου υποβάλλοντας αίτηση για παρέκκλιση, «δεν έπραξε τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από το να χρησιμοποιήσει εκ του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία για επίτευξη του σκοπού της, η χρήση της οποίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αναγνώριση της νομικής κατάστασης που δημιουργήθηκε με την απόρριψη της πολεοδομικής αίτησης της ή τη σιωπηρή αποδοχή αυτής».

Οι λόγοι απόρριψης των αιτήσεων εστίαζαν στον σημαντικό περιβαλλοντικό επηρεασμό από τη χωροθέτηση της αιτούμενης ανάπτυξης σε περιοχή που καθορίζεται ως Προστατευόμενο Τοπίο και Περιοχή του δικτύου Natura.

Συγκεκριμένα στους λόγους απόρριψης της πολεοδομικής αίτησης αναφέρεται ότι το συγκεκριμένο είδος ανάπτυξης, δηλαδή η δημιουργία κτηνοτροφικής ανάπτυξης -και στη συγκεκριμένη περίπτωση λειτουργίας της- εμπίπτει σε περιοχή Εξαιρετικής Φυσικής Καλλονής, στην πολεοδομική ζώνη Ζ3-ΠΤ (Προστατευόμενο Τοπίο) σε «Ζώνη Ειδικής Προστασίας» (ΖΕΠ) που αποτελεί περιοχή του Δικτύου Natura 2000, όπου τέτοια ανάπτυξη δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί.

Συνεπώς αντίκειται στις πρόνοιες της Δήλωσης Πολιτικής (2-14) που προνοεί ότι η φύση, το τοπίο και τα δάση επιβάλλεται να προστατεύονται και να διατηρούνται, ώστε να διασφαλίζονται οι φυσικές διεργασίες, η αποδοτικότητα των φυσικών πόρων, η ισορροπία και η εξέλιξη των οικοσυστημάτων, καθώς και η ποικιλομορφία, η ιδιαιτερότητα και η μοναδικότητά τους, δεδομένου ότι αποτελεί χρήση ασύμβατη και επιβαρυντική στη φυσιογνωμία και ιδιαιτερότητα της περιοχής.

Ταυτόχρονα, στους λόγους απόρριψης επισημαίνεται ότι πρόνοιες και στόχοι της Δήλωσης Πολιτικής καταστρατηγούνται. Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο στόχος που:

  • επιβάλλει το σεβασμό, προστασία διατήρησης, ανάδειξη, αποτροπή υπερβολικών πιέσεων και την αειφόρο διαχείριση του περιβάλλοντος των φυσικών πόρων, του τοπίου, της φυσικής καλλονής και της αρχιτεκτονικής, ιστορικής, κοινωνικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της υπαίθρου και αυτός που
  • επιβάλλει τη διατήρηση και τη βελτίωση του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης των φυσικών βιοτόπων, της βιοποικιλότητας, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας.

Σύμφωνα με τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ιερά Μονή Κύκκου, η απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής ήταν έκδηλα αντισυνταγματική διότι παραβίαζε διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται η συναίνεση της Εκκλησίας όταν η περιουσία της υπόκειται σε οποιαδήποτε στέρηση, όρους ή περιορισμούς, πλην των περιπτώσεων αμιγώς πολεοδομικών λόγων. Βάσει αυτής της θέσης η προστασία του περιβάλλοντος δεν συνιστά αμιγώς πολεοδομικό λόγο και, ως εκ τούτου, η συναίνεση της αιτήτριας, η οποία εδώ δεν δόθηκε, ήταν απαραίτητη.

Ως εκ τούτου θεώρησε ότι η απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής για απόρριψη της αίτησης για ανέγερση των κτηνοτροφικών υποστατικών ήταν προϊόν νομικής πλάνης εξαιτίας της λανθασμένης εφαρμογής των συγκεκριμένων προνοιών του Συντάγματος και αναπόφευκτα λήφθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.

Ταυτόχρονα, η Ιερά Μονή Κύκκου χαρακτήρισε στην επιχειρηματολογία της ελλιπή την απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής, όπως και αόριστη που στερείται εξειδίκευσης, αφού όπως υποστήριξε δεν εξειδικεύονται ποιες είναι οι πρόνοιες τόσο της εθνικής, όσο και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που παραβιάζονται, ούτε εξηγείται πως οι πρόνοιες αυτές παραβιάζονται ή ενδέχεται να παραβιαστούν και ούτε εξηγείται ποιες συγκεκριμένες αποκλίσεις υπάρχουν, εάν υπάρχουν, από τις προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν τον οποιονδήποτε κίνδυνο στο ελάχιστο.

Στην απόφασή του το Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς, σημειώνοντας κατ’ αρχήν ότι τα περί αντισυνταγματικότητας της απόφασης της Πολεοδομικής Αρχής δεν είχαν δικογραφηθεί με τον κατάλληλο τρόπο και ως είθισται και γι’ αυτό δεν μπορούσαν να τύχουν οποιασδήποτε εξέτασης.

Ανάλογα το δικαστήριο απέρριψε και τον ισχυρισμό για τη συναίνεση της Εκκλησίας, όχι μόνο λόγω απουσίας δικογραφίας, αλλά και επειδή δεν διέκρινε καμία παραβίαση των συγκεκριμένων διατάξεων του σχετικού άρθρου του Συντάγματος.

 

«Το ευρωπαϊκό δίκαιο υπερτερεί ανεξαιρέτως της εθνικής, έστω συνταγματικής, νομοθεσίας»

Σημαντική ήταν η αναφορά στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου όσον αφορά εναρμονισθείσα ευρωπαϊκή περιβαλλοντική οδηγία. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την επιμέρους επίκληση της ευρωπαϊκής οδηγίας, η οποία έχει ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία με τον περί Προστασίας και Διαχείρισης της Φύσης και της Άγριας Ζωής Νόμο του 2003, Ν.153(Ι)/2003, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι είναι σαφές, κατά την κρίση του, πως καμία πολεοδομική άδεια δεν μπορεί να εκδοθεί, η οποία συγκρούεται με τις διατάξεις της συγκεκριμένης ευρωπαϊκής οδηγίας, έστω κι αν το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας θα επέτρεπε κάτι τέτοιο, με δεδομένο ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο υπερτερεί ανεξαιρέτως της εθνικής, έστω συνταγματικής, νομοθεσίας.

Εξού και το δικαστήριο θεωρεί ότι η αιτιολογία που δόθηκε για την απόρριψη της πολεοδομικής αίτησης συνίσταται στη μη συμβατότητα της εν λόγω πολεοδομικής αίτησης με συγκεκριμένες αναφερόμενες πρόνοιες της Δήλωσης Πολιτικής (2014) στις οποίες εντάσσεται και ο καθορισμός των πολεοδομικών ζωνών και των χαρακτηριστικών κάθε πολεοδομικής ζώνης. Όπως σημειώνεται, το τεμάχιο για το οποίο έγινε και απορρίφθηκε αίτηση για ανέγερση κτηνοτροφικών υποστατικών εντάχθηκε στην πολεοδομική ζώνη Ζ3-ΠΤ (Προστατευόμενο Τοπίο) σε «Ζώνη Ειδικής Προστασίας» (ΖΕΠ) που αποτελεί περιοχή του Δικτύου Natura 2000, όπου τέτοια ανάπτυξη δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί και την οποία το δικαστήριο χαρακτηρίζει ως πολεοδομικής υφής.

Μάλιστα για την απόρριψη του συγκεκριμένου επιχειρήματος παρατίθεται νομολογία, η οποία και υπογραμμίζεται από το δικαστήριο. Σύμφωνα με τη μία περίπτωση, «η επιβολή ζωνών συνιστά μέσο για τη διαφύλαξη του χαρακτήρα της περιοχής και προδιαγραφή των όρων για τη μελλοντική της ανάπτυξη. Αποτελεί μέτρο για την εναρμόνιση της ανάπτυξης με το περιβάλλον, χάριν του κοινού συμφέροντος στη διαφύλαξη των αγαθών της φύσης και της ποιότητας ζωής που αρμόζει στον άνθρωπο…»

Αναλόγως υπογραμμίζεται επιπρόσθετα ότι: «Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει εδώ ευρύτερα πως το περιβάλλον θεωρείται πια και αντιμετωπίζεται σαν παγκόσμιο κοινωνικό αγαθό που χρήζει νομικής προστασίας. Σε διεθνές επίπεδο δεν είναι λίγες οι διακρατικές συμφωνίες που ρυθμίζουν περιβαλλοντικά προβλήματα, ιδιαίτερα μεταξύ γειτονικών χωρών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα από τα κύρια λίκνα του δικαίου του περιβάλλοντος. Με πολλές οδηγίες της έχει εισαγάγει σε διαφόρους τομείς ανάπτυξης όχι μόνο οικονομικά, αλλά και περιβαλλοντικά κριτήρια» (σ.σ. υπογράμμιση του δικαστηρίου).

Καταληκτικά, το δικαστήριο απέρριψε και τον ισχυρισμό περί νομικής πλάνης, θεωρώντας ότι η Πολεοδομική Αρχή σωστά εφάρμοσε τους συγκεκριμένους κανόνες της Δήλωσης Πολιτικής, οι οποίοι αποτελούν ως επί το πλείστον πολεοδομικούς κανόνες, δηλαδή επιτρεπτό περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, για τον οποίο δεν απαιτείται η συναίνεση της Εκκλησίας και, εν μέρει, δεσμευτική ευρωπαϊκή οδηγία, ως αυτή έχει ενσωματωθεί στην εθνική έννομη τάξη, ενώ χαρακτηρίζει παντελώς ατεκμηρίωτη τη θέση για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αφού ούτε αποδείχθηκε ούτε καταδείχθηκε ποια άλλη απόφαση της Πολεοδομικής Αρχής θα μπορούσε να είναι συμβατή με τις σχετικές πρόνοιες της οικείας Δήλωσης Πολιτικής.

 

 

Τα ευρήματα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για το Τμήμα Δασών επισημαίνεται ότι από φωτογραφικό υλικό που υποβλήθηκε διαφαίνεται ότι έχει προκληθεί μεγάλη ζημιά στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής, ενώ στην υπό αναφορά καταγγελία αναφέρεται αριθμός αρνητικών επιπτώσεων στα υπό προστασία είδη και οικοτόπους.

Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι η μάντρα γειτνιάζει με αργάκι, γεγονός που εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους ρύπανσης των νερών και του εδάφους, ενώ παράλληλα συνορεύει με τις λεκάνες απορροής και τις κοντινές ζώνες προστασίας των φραγμάτων πόσιμου νερού του Ασπρόκρεμμου και της Αρμίνου.

Πέραν όλων αυτών, σύμφωνα με επικοινωνία λειτουργού των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών με την Ελεγκτική Υπηρεσία πέρσι, η υπό αναφορά μάντρα δεν διαθέτει κωδικό εκμετάλλευσης και τα ζώα, ο ακριβής αριθμός των οποίων δεν είναι γνωστός, δεν φέρουν την προβλεπόμενη από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία σήμανση.