Κενό στις εξετάσεις για άτομα με δυσλεξία – Εισηγείται εξεύρεση λύσεων η Λοττίδου



Εισήγηση προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας και στη Διευθύντρια της Υπηρεσίας Εξετάσεων για κάλυψη του κενού που υπάρχει στη διαδικασία παροχής διευκολύνσεων στις εξετάσεις που διενεργεί το κράτος για πρόσληψη στη Δημόσια Υπηρεσία, για άτομα με δυσλεξία, υποβάλλει η Επίτροπος Διοικήσεως Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη.

Η Επίτροπος υπέβαλε έκθεση μετά από παράπονο που δέχτηκε και εισηγείται κάλυψη του κενού για πρόσβαση ενηλίκων ατόμων με δυσλεξία στην εργασία ως άτομα με αναπηρία.

Στην έκθεσή της, η κ. Λοττίδη αναφέρει ότι με βάση το παράπονο και τη διερεύνησή του, προκύπτει ότι η παραπονούμενη είναι ένα άτομο το οποίο διαγνώστηκε με δυσλεξία, και κατ’ επέκταση με μαθησιακές δυσκολίες, κατά την ενήλικη ζωή της και όχι κατά τη διάρκειά της φοίτησής της σε σχολείο.

Κατά τη διαδικασία εξετάσεων, για συμπερίληψη και κατάταξή της στους Πίνακες Διορισίμων της Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας προσκόμισε σχετικό ποιοτικό διάγνωσης, το οποίο εκδόθηκε από αναγνωρισμένο κέντρο άλλου ευρωπαϊκού κράτους. Ωστόσο, όπως αναφέρει, το εν λόγω πιστοποιητικό δεν έγινε αποδεκτό από την Υπηρεσία Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας, αφού κρίθηκε ότι το ψυχομετρικό εργαλείο με το οποίο αξιολογήθηκε η παραπονούμενη δεν είναι σταθμισμένο στον κυπριακό πληθυσμό.

Στην απόφαση της Υπηρεσίας, προστίθεται, φαίνεται από τις απαντήσεις που λήφθηκαν ότι συνεκτιμήθηκε το γεγονός ότι η παραπονούμενη προχώρησε στη συγκεκριμένη αξιολόγηση σε σχετικά μεγάλη ηλικία, αφού βρισκόταν ήδη σε επίπεδο διδακτορικών σπουδών, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο τύπος δυσλεξίας που αντιμετωπίζει δεν χαρακτηρίζεται ως «ασθένεια», αλλά ως διαφορετικός τρόπος εκμάθησης.

“Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι για να έχει εφαρμογή η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, δεν απαιτείται η ύπαρξη «ασθένειας» ή «αναπηρίας» με την κλασσική μορφή, που ενδεχομένως ο όρος αυτός να γινόταν κατανοητός,καθότι η αναπηρία επουδενί δεν ταυτίζεται πάραυτα με ασθένεια. Αντίθετα, αυτό που αναγνωρίζεται είναι η ύπαρξη μακροχρόνιας βλάβης, η οποία σε αλληλεπίδραση με διάφορα εμπόδια μπορεί να παρεμποδίσει την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή του προσώπου στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους”, αναφέρει η Επίτροπος.

Στην έκθεσή της τονίζει επίσης πως η δυσλεξία θεωρείται ως μία μακροχρόνια βλάβη που θέτει σε δυσμενή θέση κάποιο πρόσωπο έναντι άλλων και για τον λόγο αυτό είναι ευρέως δεκτό ότι στα άτομα με δυσλεξία παραχωρούνται, σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης, διευκολύνσεις, τόσο κατά την εκπαιδευτική διαδικασία, όσο και κατά τη διαδικασία των εξετάσεων. Δεν αποκλείεται, δε, για ποικίλους λόγους η διάγνωση της δυσλεξίας να μη γίνει έγκαιρα αλλά κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του προσώπου.

“Εν προκειμένω, η παραπονούμενη ζήτησε να τύχει σχετικών διευκολύνσεων, όχι κατά την εκπαίδευση, αλλά κατά την πρόσβασή της σε θέση εργασίας. Υπογραμμίζω, στο σημείο αυτό, ότι τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν πλήρως το δικαίωμα στην εργασία, συμπεριλαμβανομένης και της πρόσβασης στην εργασία, χωρίς καμία διάκριση, η δε, άρνηση παροχής εύλογων προσαρμογών συνιστά διάκριση η οποία απαγορεύεται. Εντούτοις, η παραπονούμενη δεν έλαβε τις παροχές που είχε ζητήσει και οι οποίες στηρίζονταν στο πιστοποιητικό αξιολόγησης των μαθησιακών της δυνατοτήτων, για τον κύριο λόγο ότι η αρμόδια Υπηρεσία Εξετάσεων δεν μπορούσε να διαπιστώσει εάν πράγματι η παραπονούμενη παρουσίαζε τη συγκεκριμένου τύπου αναπηρία”, αναφέρει.

Σύμφωνα με την κ. Λοττίδη, όπως επανέλαβε σε όλες τις απαντήσεις οι οποίες απέστειλε, η εμπλεκόμενη Υπηρεσία, το ψυχομετρικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για την περίπτωση της παραπονούμενης δεν είναι σταθμισμένο στον κυπριακό πληθυσμό, ενώ δεν υπάρχει αντίστοιχο εργαλείο που να χρησιμοποιείται στην Κύπρο για την αξιολόγηση ενηλίκων που αιτούνται διευκολύνσεις εξαιτίας μαθησιακών δυσκολιών, αλλά ούτε και υπάρχει η δυνατότητα για ανάπτυξη ενός τέτοιου εργαλείου.

“Η παραδοχή αυτή καταδεικνύει ένα σημαντικό κενό στη διαδικασία παροχής διευκολύνσεων στις εξετάσεις που διενεργεί το κράτος για πρόσληψη στη Δημόσια Υπηρεσία, εν γένει, αφού στερεί από τα πρόσωπα, των οποίων οι μαθησιακές δυσκολίες δεν διαγνώστηκαν πριν την ενηλικίωσή τους, τη δυνατότητα να λάβουν τις αναγκαίες διευκολύνσεις. Πρέπει, δε, να τονιστεί ότι με την παροχή των εν λόγω διευκολύνσεων τα άτομα με αναπηρίες δεν τίθενται σε ευνοϊκότερη θέση έναντι των ανθυποψηφίων τους, αλλά σε ισότιμη θέση, αφού οι διευκολύνσεις αυτές αποτελούν αντιστάθμισμα στη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονται λόγω της αλληλεπίδρασης της αναπηρίας τους με διαδικασίες και πρακτικές που είναι προορισμένες για άτομα χωρίς αναπηρίες”, τονίζεται.

Η κ. Λοττίδη σημειώνει στην έκθεσή της πως η απουσία από την κυπριακή πραγματικότητα ενός μηχανισμού αξιολόγησης των αναγκών των ενήλικων προσώπων που αξιολογούνται με δυσλεξία, σε συνδυασμό με την άρνηση της Υπηρεσίας Εξετάσεων να δεχτεί πιστοποιητικό που εκδίδεται σε άλλο κράτος, “θέτει σε δυσμενή θέση τα πρόσωπα αυτά, κατά τρόπο που αποτελεί «διάκριση στην εργασία», κατά παράβαση των προνοιών της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες”.

“Η αποδοχή ή οχι του τεκμηρίου που προσκομίστηκε από την παραπονούμενη, χρειάζεται επιστημονική άποψη για την οποία δεν είμαι σε θέση να εκφράσω .Η διαπίστωση όμως του κενού που έχει εντοπιστεί για τις περιπτώσεις σαν και της παραπονούμενης το οποίο επενεργεί εις βάρος των δικαιωμάτων μίας ομάδας ατόμων με αναπηρίες ,επιβάλλει όπως η αρμόδια Υπηρεσία του κράτους μελετήσει και να εφαρμόσει τρόπους για την κάλυψη του κενού αυτού ως προς την αξιολόγηση , κατά τρόπο που να διαφυλάσσεται το δικαίωμά του κάθε προσώπου ,για ισότιμη μεταχείριση στην πρόσβαση σε εργασία”, αναφέρει.

Η Επίτροπος συνεχίζει: “Αυτή είναι και η εισήγηση που υποβάλλω στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας και στη Διευθύντρια της Υπηρεσίας Εξετάσεων. Παράλληλα εισηγούμαι ότι σε περίπτωση συμμετοχής της παραπονούμενης σε νέες εξετάσεις για πρόσληψη στη Δημόσια Εκπαιδευτική ή τη Δημόσια Υπηρεσία τύχει διαφορετικής αντιμετώπισης, ώστε οι εκπαιδευτικές της ανάγκες να τύχουν κατάλληλης αξιολόγησης και συνεκτίμησης”.

Πηγή: ΚΥΠΕ