Κερδοσκοπία τραπεζών με κρατική επιδότηση – To όφελος στα κέρδη των τραπεζών αντί στους δανειολήπτες

Αντί στους δανειολήπτες, το όφελος διοχετεύεται στα κέρδη των τραπεζών

Του Κωνσταντίνου Ζαχαρίου

Κερδοσκοπία των τραπεζών σε βάρος των δανειοληπτών αλλά και των φορολογούμενων, με αφορμή τα σχέδια επιδότησης του επιτοκίου από το κράτος, δείχνουν τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας.

Μετά την ανακοίνωση των σχεδίων για επιδότηση των νέων στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων, οι τράπεζες προχώρησαν σε αλλεπάλληλες αυξήσεις επιτοκίων.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το όφελος από την επιδότηση να διοχετεύεται πλέον στα κέρδη των τραπεζών αντί στους δανειολήπτες. Μάλιστα οι αυξήσεις επιτοκίων στα δάνεια με επιδότηση επιβλήθηκαν κόντρα στη ροή της αγοράς, αφού τα επιτόκια τα οποία πληρώνουν οι τράπεζες προς τους καταθέτες μειώθηκαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, ο μέσος όρος των επιτοκίων που πληρώνουν οι τράπεζες προς τα νοικοκυριά για καταθέσεις με προθεσμία έως ένα έτος μειώθηκε στο 0,12% τον Ιούνιο σε σύγκριση με 0,14% τον Φεβρουάριο (πριν την έναρξη των σχεδίων επιδότησης του επιτοκίου στα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια).

Δηλαδή μειώθηκε το κόστος του χρήματος για τις τράπεζες. Παρά ταύτα, ο μέσος όρος των επιτοκίων που χρεώνουν οι τράπεζες στα στεγαστικά δάνεια, αυξήθηκε στο 2,10% τον Ιούνιο σε σύγκριση με 2,04% τον Φεβρουάριο. Σημειώνεται μάλιστα ότι το Συνολικό Ετήσιο Ποσοστό Επιβάρυνσης (ΣΕΠΕ) –το οποίο περιλαμβάνει εκτός από το επιτόκιο και τις συναφείς επιβαρύνσεις– αυξήθηκε στο 2,95%, σε σύγκριση με 2,91% τον Φεβρουάριο.

Επίσης, στις επιχειρήσεις το επιτόκιο το οποίο πληρώνουν οι τράπεζες στις καταθέσεις μειώθηκε στο 0,03% σε σύγκριση με 0,10 τον Φεβρουάριο, αλλά το επιτόκιο στα δάνεια μέχρι 800 χιλ. ευρώ τα οποία μπορούν να ενταχθούν στο σχέδιο επιδότησης αυξήθηκε στο 3,16% σε σύγκριση με 3,06% τον Φεβρουάριο.

Επισημαίνεται ότι η επιδότηση του επιτοκίου είναι μόνο για τέσσερα χρόνια, ενώ οι αυξήσεις τις οποίες έχουν επιβάλει οι τράπεζες είναι για όλη τη διάρκεια του δανείου. Δηλαδή εάν ένα στεγαστικό δάνειο έχει διάρκεια αποπληρωμής 25 χρόνια, ο δανειολήπτης θα πάρει επιδότηση μόνο για τα τέσσερα πρώτα χρόνια και θα συνεχίσει να πληρώνει αυξημένο επιτόκιο για ακόμη 21 χρόνια. Ακόμη, επισημαίνεται ότι οι αυξήσεις επιτοκίων, εκτός από τους δανειολήπτες, επηρεάζουν και τους φορολογούμενους, οι οποίοι καλούνται να πληρώσουν τις αυξημένες επιδοτήσεις.

Σημειώνεται ότι από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι αυξήσεις στα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια συνδέονται άμεσα με τα σχέδια επιδότησης από το κράτος, αφού σ’ όλα τα υπόλοιπα σχέδια δανειοδότησης τα επιτόκια παρέμειναν αμετάβλητα ή μειώθηκαν. Ενδεικτικά, στα νοικοκυριά ο μέσος όρος του επιτοκίου στις τραπεζικές υπεραναλήψεις μειώθηκε στο 4,11% τον Ιούνιο, σε σύγκριση με 4,29% τον Φεβρουάριο, ενώ στα καταναλωτικά δάνεια μειώθηκε στο 2,96% σε σύγκριση με 3,10%. Επίσης, στα λοιπά δάνεια μειώθηκε στο 2,10%, σε σύγκριση με 2,64%.

Ακόμη, στις επιχειρήσεις ο μέσος όρος του επιτοκίου στα δάνεια άνω του ενός εκατ. ευρώ, τα οποία δεν εμπίπτουν στο σχέδιο επιδότησης, παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος (2,99% τον Ιούνιο, σε σύγκριση με 3,00% τον Φεβρουάριο).

kp1

Οι καταγγελίες του ΑΚΕΛ και οι διαβεβαιώσεις του Υπουργείου Οικονομικών

Τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας επιβεβαιώνουν πλήρως τα όσα κατήγγειλε το ΑΚΕΛ από τον προηγούμενο μήνα σε σχέση με τα σχέδια επιδότησης του επιτοκίου.

Υπενθυμίζεται ότι το ΑΚΕΛ αποκάλυψε με στοιχεία περιπτώσεις δανειοληπτών οι οποίοι βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις με τράπεζες για τη συνομολόγηση δανείων, αλλά μετά την ανακοίνωση των σχεδίων οι τράπεζες τούς ζήτησαν πιο υψηλά επιτόκια, όχι μόνο για την περίοδο της επιδότησης αλλά για το σύνολο της διάρκειας των δανείων. Μάλιστα το θέμα οδηγήθηκε στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής, μετά από πρωτοβουλία της ομάδας του ΑΚΕΛ (Στέφανου Στεφάνου, Άριστου Δαμιανού, Αντρέα Καυκαλιά).

Ωστόσο οι εκπρόσωποι του Υπουργείου Οικονομικών και του Συνδέσμου Τραπεζών διαβεβαίωσαν ότι δεν επιβλήθηκαν αυξήσεις οι οποίες σχετίζονται με τα σχέδια επιδότησης του επιτοκίου. Παρά ταύτα, τα στοιχεία της ΚΤ επιβεβαιώνουν πλήρως τις καταγγελίες του ΑΚΕΛ.

Τα κορονοδάνεια

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΤ, οι τράπεζες άνοιξαν ήδη λογαριασμό με τα σχέδια επιδότησης του επιτοκίου, αφού κατά την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου παραχωρήθηκαν καθαρά νέα δάνεια (εξαιρουμένων των αναδιαρθρώσεων) ύψους 178,7 εκατ. ευρώ προς νοικοκυριά για αγορά κατοικίας και 94,7 εκατ. ευρώ προς επιχειρήσεις (κάτω του 1 εκατ. ευρώ το καθένα), τα περισσότερα από τα οποία μπορούν να ενταχθούν στα σχέδια επιδότησης του επιτοκίου.

Σημειώνεται ότι κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουνίου παραχωρήθηκαν καθαρά νέα δάνεια συνολικού ύψους 975,9 εκατ. ευρώ. Στα νοικοκυριά παραχωρήθηκαν 434,1 εκατ. ευρώ (296,6 εκατ. ευρώ για αγορά κατοικίας, 63 εκατ. ευρώ καταναλωτικά δάνεια και 74,5 εκατ. ευρώ δάνεια για άλλους σκοπούς), ενώ στις επιχειρήσεις παραχωρήθηκαν 541,8 εκατ. ευρώ (151,1 εκατ. ευρώ δάνεια κάτω του 1 εκατ. ευρώ το καθένα και 390,7 εκατ. ευρώ δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ το καθένα).

kp3

Σύγκριση με άλλες χώρες της ευρωζώνης: Ακριβά τα στεγαστικά, πανάκριβα τα επιχειρηματικά δάνεια στην Κύπρο

Το κόστος δανεισμού στην Κύπρο είναι πολύ υψηλό από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, παρά το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις τα επιτόκια τα οποία πληρώνουν οι τράπεζες στους καταθέτες είναι πολύ πιο χαμηλά.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τον Ιούνιο ο μέσος όρος του επιτοκίου στις καταθέσεις με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος ανήλθε στην Κύπρο στο 0,12%, σε σύγκριση με 0,20% στην Ευρωζώνη.

Παρά ταύτα, ο σύνθετος δείκτης του κόστους δανεισμού για νέα δάνεια προς τα νοικοκυριά για αγορά κατοικίας ανήλθε στο 2,07%, σε σύγκριση με 1,42% στην Ευρωζώνη. Δηλαδή, με βάση τα στοιχεία οι τράπεζες πληρώνουν πιο χαμηλό επιτόκιο στις καταθέσεις, αλλά χρεώνουν πιο υψηλό επιτόκιο στα δάνεια σε σύγκριση τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Μάλιστα η Κύπρος βρίσκεται στην 8η θέση με τα πιο υψηλά επιτόκια.

Επίσης, στις επιχειρήσεις ο μέσος όρος του επιτοκίου στις καταθέσεις με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος ανήλθε στην Κύπρο στο 0,03%, σε σύγκριση με -0,14% στην Ευρωζώνη, ενώ ο σύνθετος δείκτης του κόστους δανεισμού για νέα δάνεια ανήλθε στο 3,09%, σε σύγκριση με 1,49% στην Ευρωζώνη.

Μάλιστα η Κύπρος βρίσκεται στην 3η θέση με τα πιο υψηλά επιτόκια, πίσω από τη Μάλτα (3,18%) και την Ελλάδα (3,16%).