Με το 16% του ΑΕΠ, παραδέχεται η κυβέρνηση ότι “επιχορηγεί” την Ελληνική μέσω της ΣΚΤ. Πέρα από τα €2,35 δισ. που κατέθεσε τον Απρίλιο, έρχεται να καταθέσει ακόμα €840 εκατ. στην ΣΚΤ. Το συνολικό ποσών των €3,19 δισ. συνολικά που αντιστοιχεί στο 16% του ΑΕΠ της χώρος κατατίθεται ως χρηματοδότηση για την έκδορση κρατικών ομολόγων.

Η πιθανή πώληση της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας (ΣΚΤ) θα αυξήσει το δημόσιο χρέος της Κύπρου αλλά δεν θα μεταβάλει τη μεσοπρόθεσμη τάση του ποσοστού χρέους προς το ΑΕΠ, που μειώνεται σταθερά την αρχή του έτους, σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης Fitch.
 
Όπως αναφέρεται, η Κυβέρνηση θα καταθέσει επιπλέον €840 εκατ. στην ΣΚΤ, επιπρόσθετα των €2,35 δισ. που κατέθεσε τον Απρίλιο, για την ενίσχυση του ισολογισμού της ΣΚΤ. Οι καταθέσεις θα χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση της έκδοσης κυπριακών κρατικών ομολόγων, οι οποίες θα μεταφερθούν στην Ελληνική Τράπεζα στο πλαίσιο της συναλλαγής. Αυτό φέρνει τις κρατικές καταθέσεις στην ΣΚΤ στα €3,19 δισ. συνολικά (16% του ΑΕΠ). Οι μέγιστες πιθανές απώλειες που καλύπτονται από το σχέδιο προστασίας περιουσιακών στοιχείων εκτιμώνται στα €155 εκατ. για 12 έτη. Το Υπουργείο Οικονομικών θεωρεί, αναφέρεται, ότι το κόστος αυτό, εάν προκύψει, θα καλύπτεται από ένα τέλος εγγύησης που καταβάλλει η Ελληνική Τράπεζα στην κυβέρνηση και από το εισόδημα που θα παράγεται από την «κακή τράπεζα».
 
Με την έκδοση νέων ομολόγων, ο λόγος χρέους προς το ΑΕΠ θα αυξηθεί στο 110% από  97,5% στο τέλος του 2017. Πρόκειται, όπως αναφέρει ο Fitch για μια αύξηση μεγαλύτερη (κατά περίπου 6 ποσοστιαίες μονάδες) από ό, τι προέβλεπε ο οίκος όταν αναβάθμιζε την κυπριακή οικονομία σε «ΒΒ +» / Θετική τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους.
 
« Αλλά εξακολουθούμε να προβλέπουμε ότι το χρέος προς το ΑΕΠ θα υποχωρήσει κάτω από το 100% εντός του ορίζοντα αξιολόγησης, αν και ένα χρόνο αργότερα, το 2020, καθώς η Κύπρος συνεχίζει να επιτυγχάνει δημοσιονομικά πλεονάσματα και έσοδα τα οποία υποστηρίζονται από ισχυρή οικονομική ανάπτυξη», αναφέρεται.
 
Αυτή η δυναμική του χρέους, προστίθεται, παρέχει ένα περιθώριο δημοσιονομικής αντοχής για να απορροφηθούν ενδεχόμενες υποχρεώσεις από τον τραπεζικό τομέα.
 
Αναφέρεται ακόμα ότι σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, η συναλλαγή θα μειώσει τις Μη Εξυπηρετούμενες Χορηγήσεις (ΜΕΧ) του τραπεζικού τομέα κατά €5,7 δις και θα φέρει τον δείκτη ΜΕΧ στο 37% από το 44%, αφού το μεγαλύτερο μέρος των ΜΕΧ της ΣΚΤ θα μείνει στην «κακή τράπεζα» που θα δημιουργηθεί.  Αν και το ποσοστό θα είναι ακόμη πολύ υψηλό, αυτό θα βοηθήσει στη διαδικασία καθαρισμού του τραπεζικού τομέα, του οποίου η εξαιρετικά χαμηλή ποιότητα περιουσιακών στοιχείων και η ικανότητα να υπονομεύσει την οικονομική σταθερότητα αποτελούν παράγοντες που επιδρούν αρνητικά στην αξιολόγηση.
 
Ο οίκος συνυπολογίζει στις προβλέψεις του για το χρέος και το κόστος του σχεδίου «ΕΣΤΙΑ» που υπολογίζονται στα €814 εκ για 25 χρόνια.

Αναφερόμενος στο νομοθετικό πλαίσιο για τις εκποιήσεις και την αφερεγγυότητα που εγκρίθηκε πρόσφατα από τη Βουλή για διευκόλυνση της αντιμετώπισης των ΜΕΧ, ο οίκος επισημαίνει ότι παρόμοια μέτρα βοήθησαν στη μείωση των ΜΕΧ αλλού στην Ευρώπη, ωστόσο η εξέλιξη μπορεί να είναι αργή και εξαρτάται από την αποτελεσματική υλοποίηση.

Επισημαίνοντας ότι η αξιολόγηση του για την Ελληνική Τράπεζα ήταν στο «Β» με θετική προοπτική στις 29 Ιουνίου, ο οίκος αναφέρει ότι αυτό αντανακλά την άποψή του ότι η απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων της ΣΚΤ θα είναι γενικότερα θετική για το πιστωτικό προφίλ της τράπεζας.
 
Ο οίκος θεωρεί ότι τα οφέλη από ένα ισχυρότερο franchise, η βελτιωμένη ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων και οι καλύτερες προοπτικές μακροπρόθεσμης κερδοφορίας αντισταθμίζουν το υψηλό ποσοστό των ΜΕΧ και τους σημαντικούς κινδύνους που σχετίζονται με την ενσωμάτωση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της ΣΚΤ.