«Καμιά μορφή τέχνης δεν μπορεί να είναι αληθινή, αν δεν βλέπει την αλήθεια» τονίζει ο γνωστός εκπαιδευτικός και λογοτέχνης, ο οποίος αυτές τις μέρες εξέδωσε νέο βιβλίο με διηγήματα

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΥΡΗ

Ο Κώστας Λυμπουρής, ο γνωστός εκπαιδευτικός και λογοτέχνης, τον τελευταίο καιρό έκανε την επανεμφάνισή του στο χώρο της κυπριακής λογοτεχνίας με ένα νέο βιβλίο διηγημάτων -το τρίτο στη σειρά-που τιτλοφορείται «Των ημετέρων άλλων», μέσα από το οποίο αναδεικνύονται σε μεγάλο βαθμό τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ξένοι, κυρίως οικονομικοί μετανάστες, στην Κύπρο και στην Ελλάδα, όπου έζησε και εργάσθηκε τα τελευταία χρόνια ο συγγραφέας.

Στην επισήμανσή μας ότι προσπάθησε μ’ αυτό το βιβλίο να δώσει «φωνή» σ’ αυτά τα άτομα που ζούνε στο περιθώριο της κοινωνίας μας, ο Κώστας Λυμπουρής δήλωσε πως «αυτό, που προσωπικά προσπάθησα να κάνω με το βιβλίο μου είναι να καταγράψω την αλήθεια των πραγμάτων. Και, βέβαια, επειδή κιόλας μιλάμε για λογοτεχνία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι καμιά μορφή τέχνης δεν μπορεί να είναι αληθινή, αν δεν βλέπει την αλήθεια».

Στην ερώτησή μας αν η λογοτεχνία μπορεί να δώσει λύσεις σε κοινωνικά προβλήματα, ο Κώστας Λυμπουρής απάντησε πως «αν δεν μπορεί να δώσει λύσεις, σίγουρα η λογοτεχνία συμβάλλει στην ανάδειξη των προβλημάτων στις σωστές τους διαστάσεις».

-Το τελευταίο βιβλίο σας με διηγήματα που τιτλοφορείται «Των ημετέρων άλλων» καταπιάνεται με θέματα κυρίως οικονομικών μεταναστών και μειονοτήτων. Αντιλαμβάνομαι ότι επιδιώξατε να δώσετε φωνή σ’ αυτά τα άτομα του περιθωρίου. Τι είναι εκείνο που σας παρακίνησε προς αυτή την κατεύθυνση;

Οπως σημειώνω και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου μου, «η συλλογή μου αποπειράται μια λογοτεχνική προσέγγιση στο μείζον κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας: αυτό των ξένων γενικά, όχι μόνο των μεταναστών ή των λαθρομεταναστών. Είναι οι ”άλλοι”, που είναι ταυτόχρονα και ”ημέτεροι”, αφού ζουν ανάμεσά μας και έχουν ρόλους, άλλοτε πρωταγωνιστικούς και άλλοτε δευτερεύοντες. Οπως, δηλαδή, ζει και ο καθένας από εμάς, ανάλογα με την περίσταση. Και, βέβαια, είναι καλοί ή κακοί, όπως είμαστε και μεις ή, όπως θα ήμασταν κάτω από άλλες συνθήκες».

Με βάση αυτό το σκεπτικό, δεν κατέβαλα προσπάθεια για να τους «δώσω φωνή». Γιατί, απλούστατα, οι «άλλοι», που ζουν ανάμεσά μας έχουν τη δική τους φωνή, τη δική τους ταυτότητα. Φτάνει, βέβαια, να ’χουμε κι εμείς την ικανότητα και τη θέληση να την ακούσουμε. Αυτό, που προσωπικά προσπάθησα να κάνω με το βιβλίο μου είναι να καταγράψω την αλήθεια των πραγμάτων. Και, βέβαια, επειδή κιόλας μιλάμε για λογοτεχνία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι καμιά μορφή τέχνης δεν μπορεί να είναι αληθινή, αν δεν βλέπει αυτή την αλήθεια.

Λυμπουρής-1

 

-Γιατί ο κεντρικός άξονας του βιβλίου σας περιστρέφεται γύρω από την κυπριακή και την ελληνική κοινωνία, εφόσον ο ανθρώπινος πόνος, η πείνα, η ανθρώπινη εκμετάλλευση και η αδικία επικρατούν και σε άλλες χώρες του πλανήτη μας;

Οπως είναι γνωστό, ο λογοτέχνης δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένας ευαίσθητος δέκτης και, κατά το δυνατό, ικανός πομπός των δεδομένων της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει. Προσωπικά άντλησα από τα βιώματά μου, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν αντιλαμβανόμαστε ότι τα προβλήματα που δημιουργεί η πρωτοφανής στην εποχή μας μετανάστευση λαών αγγίζει και άλλες κοινωνίες.

Θέλω, τελικά, να πω, πως αν δεν νιώσεις τον πόνο και, πολλές φορές την εξαθλίωση του ανθρώπου που φεύγει απελπισμένος από τη χώρα του, σε αναζήτηση μιας καλύτερης μοίρας, δεν μπορείς να γράψεις το παραμικρό. Αλλωστε, με τους παγκοσμιοποιημένους όρους της σύγχρονης ζωής, το τι συμβαίνει σε άλλες χώρες είναι πια δίπλα μας και το τι κουβαλούν μες στην ψυχή τους όσοι ξένοι είναι πια στα σπίτια μας, είναι και δικά μας.

Στο διήγημά μου «Ελένη, η Βιετναμέζα» το τι υποφέρει η Ελιέν από το Βιετνάμ, -η γριά που φροντίζει τη φωνάζει Ελένη- έχοντας αφήσει στη μακρινή της χώρα τους δικούς της -και μικρό παιδί, ακόμα- μεταφέρει στο μικρό διαμέρισμα του προσφυγικού συνοικισμού, τα προβλήματα της οικογένειάς της, αλλά και του λαού της. Μεταφέρει, ακόμα, στοιχεία της ιστορίας και του πολιτισμού της μακρινής της χώρας.

-Η λογοτεχνία σίγουρα μπορεί να καταπιαστεί και να φέρει στην επιφάνεια κοινωνικά προβλήματα. Λύσεις, όμως, μπορεί να δώσει σ’ αυτά τα προβλήματα;

Κι αν δεν μπορεί να δώσει λύσεις, σίγουρα η λογοτεχνία συμβάλλει στην ανάδειξη των προβλημάτων στις σωστές τους διαστάσεις. Η κατανόηση, λ.χ. του ανθρώπινου δράματος, όπως το περιγράψαμε πριν, δεν μπορεί να είναι δυνατή, αν η προσέγγισή του δεν είναι ανθρωποκεντρική. Ο Καζαντζάκης έχει πει: «Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι εσύ».

Ο άνθρωπος δεν είναι «άλλος», δεν είναι αντίπαλος, ούτε στην άλλη όχθη. Είναι μόνο εκείνος που οι συγκεκριμένες συνθήκες τού καθόρισαν μια ζωή διαφορετική από τη δική μας. Τελικά, ναι, η λογοτεχνία, ως ένα κομμάτι της τέχνης, μπορεί να συμβάλει και στη λύση προβλημάτων, αν υπηρετεί αξίες στο μέτρο του ανθρώπου, μαζί, βέβαια, με άλλους φορείς, όπως είναι η εκπαίδευση, η οικογένεια και, γιατί όχι, η Εκκλησία.

Ο άνθρωπος είναι, τελικά, το ζητούμενο. Και, επειδή, λόγω της γενικότερης παρακμής που χαρακτηρίζει την εποχή μας πολλοί βιάζονται να πουν ότι φτάσαμε στο τέλος των ιδεολογιών, θέλω να επιμείνω πάνω σ’ αυτό. Καμιά ιδεολογία δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν στοχεύει στην υπηρεσία του ανθρώπου. Και, φυσικά δεν μιλάμε για ιδεολογία, όταν αναφερόμαστε στους μηχανισμούς εκμετάλλευσης του ανθρώπου. Η λογοτεχνία, λοιπόν, είναι εδώ, για να καταγράψει, να συζητήσει, να καθοδηγήσει.

-Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες πώς κρίνετε το επίπεδο της σύγχρονης πεζογραφίας;

Δεν έχω ιδιαίτερη άποψη για τη σύγχρονη λογοτεχνία στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, συνιστά, κατά την άποψή μου νομοτέλεια, η έκφραση μέσα από την τέχνη και εδώ και αλλού, της αντίδρασης των ανθρώπων σε όσα μείζονα τους απασχολούν. Είναι η οικονομική κρίση, αλλά και η γενικότερη κρίση των αξιών, είναι η υπαρξιακή αγωνία, είναι η ανάγκη διαμόρφωσης νέων, ανθρωποκεντρικών προσανατολισμών. Ολα αυτά, δηλαδή, που ίσχυσαν και στο παρελθόν και έδωσαν εξαιρετική λογοτεχνία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

-Γιατί αργήσετε να εμφανιστείτε στο λογοτεχνικό χώρο, δεδομένου ότι το πρώτο βιβλίο σας με διηγήματα που τιτλοφορείται «Προσωρινά κλειστό», εκδόθηκε μόλις το 2006, η γραφή σας όμως παρουσιάζεται αρκετά ώριμη;

Αν ισχύει αυτό που λέτε ότι «η γραφή μου είναι ώριμη», τότε, ναι, φαίνεται, πως περίμενε να ωριμάσει! Οπως πολύ καλά ξέρετε η λειτουργία της λογοτεχνικής δημιουργίας έχει τη δική της μαγεία και το δικό της μυστήριο. Εδώ έγκειται και η αξία της. Αν δεν έρθει την ώρα που η ίδια θέλει, τότε θα μιλάμε για βεβιασμένη έκφραση, συνάρτηση συγκυριών και πρόσκαιρων στοχεύσεων. Αυτό, όμως, δεν θα είναι τέχνη, θα είναι κατασκευή.