Κώστας Βουτσάς: Η πορεία στο θέατρο και το πολιτικό bullying λόγω ΚΚΕ



Ο Κώστας Βουτσάς, σε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, είχε βρεθεί στην εκπομπή One Talk στην Ελλάδα , στις 25 Σεπτεμβρίου μιλώντας για τις μεγάλες στιγμές της ζωής του, το θέατρο και την πολιτική.

Ο Κώστας Βουτσάς, αποκάλυψε παρασκήνιο από το ξεκίνημά του στον κινηματογράφο και την πρώτη του ταινία, μίλησε για την πορεία του στο θέατρο που ξεκίνησε από τα μπουλούκια στην ελληνική επαρχεία, αλλά και για την εποχή που γνώρισε την επιτυχία και την αναγνώριση.

 

Αναφέρθηκε επίσης και στους έρωτες της ζωής του και τις μεγάλες του αγάπες, που όπως δήλωσε ήταν οι γυναίκες και θέατρο, ενώ αποκάλυψε και τη σημασία του επιθέτου του. Εκανε από το πλατό της εκπομπής One Talk, μία αναδρομή στην χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, μιλώντας για προσωπικότητες όπως ο Φιλοποίμην Φίνος, ο Γιάννης Δαλιανίδης και ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ενώ αποκάλυψε πληροφορίες γύρω από θρυλικές ατάκες του, που έχουν γράψει ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο.

Ένας από τους συμπαθέστερους και πιο αγαπητούς ηθοποιούς της γενιάς του. Καθιερώθηκε κυρίως χάρη στους ρόλους του στον «παλιό ελληνικό κινηματογράφο», με ατάκες που έμειναν παροιμιώδεις όπως «Φστ μπόινγκ», «Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα», «Έτσι και τρούπωσα, τρούπωσα» και άλλες, είχε όμως παρουσία τόσο στο θέατρο, όσο και στην τηλεόραση.

Η οικογένεια ήταν φτωχή και ζούσε σε μαγαζί του Βύρωνα, όπου κάλυπταν τη βιτρίνα. Στη Θεσσαλονίκη ο πατέρας του εργάστηκε ως εργάτης οδοποιΐας. Ο ίδιος ο μικρός Κώστας έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού μαζί με τα αδέρφια του στη Θεσσαλονίκη, όπως την πώληση τσιγάρων, ανταλλάσσοντας φτηνά ελληνικά τσιγάρα με αγγλικά, που ήταν λιγότερα, αλλά ο ίδιος μεταπωλούσε ακριβά σε εύπορους Θεσσαλονικείς. Συνεργάστηκε επίσης με παπατζήδες, ειδοποιώντας τους για την παρουσία της αστυνομίας, κάποιες φορές και στα ψέματα, ώστε να μπορεί να εξαπατά αφελείς ευκολότερα. Στα χρόνια της κατοχής συμμετείχε στην ΕΠΟΝ, εκείνος όμως που είχε σημαντική δράση στην αντίσταση ήταν ο πατέρας του, που πλήρωσε γι’ αυτή και τις κομμουνιστικές ιδέες με ξυλοδαρμούς και φυλακίσεις μεταπολεμικά. Ο ίδιος θυμόταν ένα επεισόδιο στο οποίο δυο χωροφύλακες τον είχαν δείρει μπροστά στην οικογένειά του, κλείνοντάς τον μετά αιμόφυρτο σε ένα στάβλο στο βουνό, όπου πήγαιναν να τον περιθάλψουν περπατώντας με τις ώρες. Στα νεανικά του χρόνια ασχολήθηκε με διάφορες μορφές αθλητισμού, όπως στίβο, κωπηλασία, βόλεϊ και μπάσκετ.

Χωρίς να έχει κάποια ιδιαίτερη επαφή με το χώρο του κινηματογράφου ή του θεάτρου – λέγοντας χαρακτηριστικά πως σινεμά έμπαινε μόνο για να ρίξει προκηρύξεις του ΕΑΜ – μπήκε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου της Αγγελικής Τριανταφυλλίδη, (“για τα κορίτσια” όπως έλεγε ο ίδιος) απ’όπου αποφοίτησε το 1953, παρότι τον είχαν διώξει τρεις φορές στο ενδιάμεσο. Το δίπλωμα δεν ήταν αναγνωρισμένο, οπότε σύμφωνα με τη νομοθεσία της εποχής έδωσε δύο φορές εξετάσεις σε επιτροπή στην Αθήνα για να αποκτήσει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού. Στη συνέχεια όργωσε την επαρχία με τα λεγόμενα “μπουλούκια” της εποχής, μαθαίνοντας τη δουλειά υπό αντίξοες συνθήκες.

Εμφανίστηκε στον κινηματογράφο για πρώτη φορά το 1953 με το έργο «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται», ενώ από το 1958 ως το 1973 έπαιζε κάθε χρόνο σε ταινίες, ακόμα και έξι την ίδια χρονιά, συνήθως κωμωδίες και μιούζικαλ, αλλά και στις δυο «τολμηρές» κοινωνικές ταινίες της περιόδου, τον «Κατήφορο» και το «Νόμο 4000» του Γιάννη Δαλιανίδη, με τον οποίο τον συνέδεε και στενή προσωπική φιλία. Στη μικρή οθόνη πρωτοεμφανίστηκε το 1973 στο “Βαριετέ”, έχοντας έκτοτε πολλές εμφανίσεις στο ενεργητικό του, με πιο πρόσφατη εκείνη στους “Δέκα Μικρούς Μήτσους”, ενώ και θεατρικά παραμένει δραστήριος.

Με πολυτάραχη ερωτική ζωή, έκανε τέσσερις γάμους από τους απέκτησε τρεις κόρες κι ένα γιο, το Φοίβο, που γεννήθηκε το 2016, ενώ θετός του γιος από τον τρίτο του γάμο είναι ο Άνθιμος Ανανιάδης.

Ο Κώστας Βουτσάς έχει πολλές φορές πάρει θέση για τα πολιτικά τεκταινόμενα στη χώρα μας, δηλώνοντας σταθερά φίλος του ΚΚΕ. Επηρεασμένος από τα βιώματα του πατέρα του, ο ίδιος έχει αρνηθεί πολλές φορές το χαρακτηρισμό του κομμουνιστή, λέγοντας μάλιστα σε κάποια συνέντευξή του πως είναι “του κώλου” και πως δε διώχτηκε όπως άλλοι από τη χούντα, η οποία πάντως ήταν αντικείμενο της ελαφράς πολιτικής σάτιρας που γύρισε με το Δαλιανίδη το 1975, με τίτλο “Ένα τανκς στο κρεβάτι μου”. Πάντως οι πολιτικές του πεποιθήσεις είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί … bullying από μια κυρία στη μεγαλοαστική Βουλιαγμένη, όπου έχει τα εκλογικά του δικαιώματα: “Εγώ ψηφίζω στη Βουλιαγμένη και ξέρεις τι έπαθα μια φορά σε εκλογές; Με πιάνει μια κυρία: «Δεν ντρέπεσαι που ψηφίζεις ΚΚΕ; Φτου σου, σιχαμένε, ξεφτίλα, ντροπή σου, αντί να ψηφίσεις Νέα Δημοκρατία!». Της λέω: «Κυρία μου, συγγνώμη, τι μπορώ να σου πω τώρα…». Τίποτα δεν της είπα, με έφτυσε κι έφυγε.” Αίσθηση είχε προκαλέσει πριν λίγους μήνες η κοινή του συνέντευξη με το Παναγιώτη Λαφαζάνη στα “Νέα”, όπου παρά τα διάφορα επιμέρους “θολά” σημεία επανέλαβε για ακόμη μια φορά πως: “Αν ψηφίζω το ΚΚ, δεν είναι γιατί είμαι κομμουνιστής, αλλά για να δυναμώσει το ΠΑΜΕ και να κάνει αφόρητη τη ζωή αυτών που κυβερνάνε.”

 

 

Με πληροφορίες απο katiousa.gr / in.gr