Λόγο για άδικη, στοχοποιημένη και εκφοβιστική επίθεση και κριτική από τον Γενικό Ελεγκτή, κάνει η Επίτροπος Νομοθεσίας, Λήδα Κουρσουμπά.

Η κ. Κουρσουμπά, με ανακοίνωση που εξέδωσε, απαντάει στον Γενικό Ελεγκτή αναφορικά με τις καταγγελίες που τις επισυνάπτει για διασπάθιση δημοσίου χρήματος σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την επιλογή των νομικών που προετοίμασαν προσχέδια νομοσχεδίων στο πλαίσιο της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού.

Διαβάστε επίσης:

Αυτούσια η ανακοίνωση της Λήδας Κουρσουμπά:

Δυστυχώς το τελευταίο χρονικό διάστημα οι Θεσμοί που υπηρετώ (Επίτροπος Νομοθεσίας και Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού) και εγώ προσωπικά, έχουμε βρεθεί στο επίκεντρο μιας άδικης, στοχοποιημένης έως και εκφοβιστικής επίθεσης και κριτικής από τον Γενικό Ελεγκτή, με αφορμή αρμοδιότητες που μου δόθηκαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στη βάση Απόρρητων Αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, υπό την ιδιότητα μου ως Επίτροπος Νομοθεσίας. Εντολή μου ήταν η ετοιμασία νομοθεσιών στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού Προβλήματος. Σύμφωνα με Ειδική Έκθεση του Γενικού Ελεγκτή το Γραφείο της Επιτρόπου «διασπάθισε δημόσιο χρήμα» επειδή κατέβαλε «υπέρογκα ποσά» σε ιδιώτες δικηγόρους αναφορικά με την ετοιμασία και συντονισμό της ετοιμασίας των εν λόγω νόμων, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε ανταγωνιστική διαδικασία μεταξύ δικηγόρων.

Σέβομαι το ρόλο, το έργο και την αποστολή του Γενικού Ελεγκτή, ως ενός θεσμού του οποίου στόχος θα πρέπει να είναι πρωταρχικά η υποβοήθηση των οργανισμών του δημοσίου για καλύτερη διαχείριση των πόρων τους προς όφελος του πολίτη και του δημοσίου συμφέροντος, μέσα από συνεργασία με τους ελεγχόμενους και στο πλαίσιο επαγγελματισμού, αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, αρχές που διέπουν τις Ανώτατες Ελεγκτικές Αρχές. Στο βαθμό που με αφορά, έχω δώσει πλήρη πρόσβαση στον Γενικό Ελεγκτή σε όλα τα στοιχεία που ζήτησε στο πλαίσιο των ελέγχων του, χωρίς αμφισβήτηση των αρμοδιοτήτων του.

Εντούτοις, όπως γραπτώς απάντησα στο Γενικό Ελεγκτή, αλλά και τοποθετήθηκα ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου καθώς και δημοσίως, θεωρώ τα πιο πάνω συμπεράσματα αυθαίρετα και ατεκμηρίωτα (καθότι είναι αντίθετα με αυτά που ορίζουν οι αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου οι οποίες με δεσμεύουν) σε βαθμό που περισσότερο υποσκάπτουν παρά ωφελούν την πολιτεία, δημιουργώντας ένα άνευ προηγουμένου κλίμα έχθρας και επίθεσης στην αξιοπιστία προς το άτομό μου και τους Θεσμούς που υπηρετώ με επιπτώσεις και για τους ίδιους τους πολίτες. Πέραν του ότι τα εν λόγω συμπεράσματα δεν βασίζονται στα γεγονότα, αφού, πρώτον, η ίδια η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου επιβάλλει την απευθείας ανάθεση στους συγκεκριμένους δικηγόρους και, τόσο τα ονόματα όσο και οι αμοιβές τους καθορίζονται στην ίδια την Απόφαση, και δεύτερον, το «υπέρογκο των αμοιβών» δεν έχει τεκμηριωθεί μέσα από μία ορθή και ολοκληρωμένη κοστολόγηση που να λαμβάνει υπόψητον όγκο, τη φύση, τη δυσκολία, τον χρόνο διεκπεραίωσης, την πείρα και εξειδίκευση, σε νομικό και τεχνικό επίπεδο, που απαιτείτο για μια τέτοια εργασία. Εν πάση περιπτώσει, το αντικείμενο ελέγχου αφορά Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία λήφθηκε με υιοθέτηση σχετικής Πρότασης του Υπουργείου Οικονομικών την οποία, ως Επίτροπος Νομοθεσίας, εφάρμοσα κατά γράμμα, ως όφειλα.

Σε ό,τι με αφορά, θεωρώ την εν λόγω Έκθεση του Γενικού Ελεγκτή ως σαφή προσπάθεια στοχοποίησης εμένα και των συνεργατών μου σε αυτό το έργο, αφού ενώ του δόθηκαν όλες οι επεξηγήσεις, και πλήρης πρόσβαση στο έργο που παράχθηκε επέμενε στην εν λόγω Έκθεση την οποία με εμπάθεια και απαράδεκτους χαρακτηρισμούς υποστήριξε με δηλώσεις του στη συνέχεια, τόσο στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου όσο και δημόσια σε ΜΜΕ.

Με πραγματική λύπη, είμαι υποχρεωμένη σήμερα να τοποθετηθώ δημόσια, ότι ο Γενικός Ελεγκτής, αντιλαμβανόμενος προφανώς τις αδυναμίες της Έκθεσής του και το φανερό της προσπάθειας στοχοποίησης και επίθεσης εναντίον δύο άλλων Θεσμών, κατά παράβαση των αρχών που θα έπρεπε να διέπουν την δράση του ως Ανώτατης Ελεγκτικής Αρχής, προσπαθεί τώρα να ανοίξει νέο μέτωπο για να διατηρήσει στην επικαιρότητα και να συντηρήσει την αρνητική εικόνα που ο ίδιος δημιούργησε για τους Θεσμούς τους οποίους υπηρετώ στην κοινωνία, αφού στην παρούσα συγκυρία αποφάσισε να με ελέγξει αναφορικά και με τη χρήση του υπηρεσιακού μου οχήματος, με τρόπο μάλιστα θεσμικά και δεοντολογικά απαράδεκτο.

Ο Γενικός Ελεγκτής χωρίς να με ενημερώσει, ως όφειλε, ότι υπάρχει οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον μου, έδωσε οδηγίες και λειτουργοί του Γραφείου του αποτάθηκαν τηλεφωνικά στο Λογιστή του Γραφείου μου, ζητώντας πληροφορίες και έγγραφα, αναφέροντας σε αυτόν ότι υπάρχει σωρεία καταγγελιών αναφορικά με τη χρήση του υπηρεσιακού οχήματος. Την επομένη, 2 λειτουργοί του Γραφείου του επισκέφτηκαν το Γραφείο μου, και πάλι χωρίς δική μου ενημέρωση, για να ανακρίνουν τον υπηρεσιακό οδηγό μου. Στη συνέχεια, η Προϊστάμενή τους, τηλεφώνησε για να υποβάλει περαιτέρω ερωτήσεις και «έμμεσες» απειλές.

Όπως προανέφερα, δεν αμφισβητώ την εξουσία που έχει ο Γενικός Ελεγκτής να ερευνήσει οποιεσδήποτε καταγγελίες και, εν πάση περιπτώσει, του δόθηκε πλήρης πρόσβαση και οι λειτουργοί του Γραφείου μου και ο οδηγός μου, έχουν συνεργαστεί πλήρως με τους λειτουργούς του Γενικού Ελεγκτή.

Δεν θα υπεισέλθω στην ουσία του θέματος και, παρόλο που δεν έχω ενώπιων μου τις ισχυριζόμενες καταγγελίες, απορρίπτω κατηγορηματικά τη θέση ότι γίνεται από εμένα οποιαδήποτε παράνομη χρήση του υπηρεσιακού οχήματος. Επιφυλάσσομαι να απαντήσω σχετικά στο Γενικό Ελεγκτή όταν και εφόσον ενημερωθώ αναφορικά με τις εν λόγω καταγγελίες επίσημα και μου δοθεί το δικαίωμα να ακουστώ και να απαντήσω, αφού μέχρι τώρα ούτε έχω ενημερωθεί προσωπικά, ούτε ζητήθηκε η άποψή μου, αλλά απλώς «ανακρίθηκαν» λειτουργοί του Γραφείου μου και ο υπηρεσιακός οδηγός μου.

Τοποθετούμαι όμως στο γεγονός της νέας αυτής προσπάθειας του Γενικού Ελεγκτή στοχοποίησης και θυματοποίησης μου, αφού αυτή η ενέργεια δυστυχώς δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά την άποψη μου διαφορετικά. Καταγγέλλω ότι, ο Γενικός Ελεγκτής διακατέχεται από μεροληψία και εμπάθεια τουλάχιστον, προς το πρόσωπό μου, χαρακτηριστικά που δεν αρμόζουν ούτε και επιτρέπονται σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα των Ανώτατων Ελεγκτικών Αρχών που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι εφαρμόζει, αφού, δυστυχώς, κανένας νόμος δεν διέπει τις εξουσίες του και τον τρόπο με τον οποίο αυτός τις ασκεί. Ως αποτέλεσμα τις ασκεί εκφοβιστικά προς τους ελεγχόμενους και με τρόπο που δεν ελέγχεται από οποιονδήποτε. Σύμφωνα με τα διεθνή αυτά πρότυπα, οι Ανώτατες Ελεγκτικές Αρχές, οφείλουν να διέπονται από ακεραιότητα, ανεξαρτησία, αμεροληψία και αντικειμενικότητα. Ο έλεγχος, θα πρέπει να έχει σκοπό όχι την εχθρική και σε προσωπικό επίπεδο έκθεση των ελεγχόμενων, αλλά τη συμμόρφωσή τους προς τις νομίμως τεκμηριωμένες υποδείξεις της Υπηρεσίας.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, κατά την άποψή μου, που αυτός ο έλεγχος γίνεται τώρα, μετά την όλη δημοσιότητα που έλαβε η προηγούμενη Έκθεσή του αναφορικά με τους Νόμους του Κυπριακού και ενώ η εν λόγω Έκθεση συζητείται ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου. Καταχρώμενος τις εξουσίες του και για αλλότριους δικούς του σκοπούς πλήττει επιλεκτικά και εκτός πλαισίου την αξιοπιστία και εντιμότητά μου με τρόπο απαράδεκτο και, ουσιαστικά, πλήττει τους Θεσμούς που υπηρετώ.

Ως πρόσωπο που υπηρετώ τα ανθρώπινα δικαιώματα, το οποίο έχει προσφέρει στον δημόσιο τομέα τα τελευταία 40 χρόνια, υπό διάφορες ιδιότητες, και έχει συνεισφέρει στις επιτυχίες αυτού του κράτους σε πολλά θέματα, δεν μπορώ να παραμείνω σιωπηλή σε αυτή τη νέα και απαράδεκτη προσπάθεια του Γενικού Ελεγκτή, η οποία, όχι μόνο δεν εξυπηρετεί, αλλά πλήττει το δημόσιο συμφέρον, του οποίου ισχυρίζεται ότι είναι ο μόνος θεματοφύλακας(!). Αντίθετα, δηλώνω ανεπιφύλακτα ότι θα ενεργήσω με αποφασιστικότητα και με κάθε νόμιμο μέσο που έχω στη διάθεσή μου για να προστατεύσω τους Θεσμούς τους οποίους με συνέπεια και επιτυχία υπηρετώ προς όφελος της κοινωνίας, εδώ και πολλά χρόνια, εναντίον της νέας στοχοποίησης τους από το Γενικό Ελεγκτή.

Σημειώνω δε, ότι, η πολιτεία στο σύνολό της θα πρέπει να προβληματιστεί σοβαρά ως προς την κρίση που παρατηρείται στη χώρα μας σε σχέση με τους ανεξάρτητους θεσμούς και πώς θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι αυτοί ασκούν τις εξουσίες και αρμοδιότητές τους σύννομα, στη βάση της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος και των επί μέρους στόχων και σκοπών του κάθε θεσμού με αντικειμενικότητα, αμεροληψία και πλήρη διαφάνεια αλλά και με πλήρη επίγνωση της φύσης, των ορίων και της μετρήσιμης, με κατάλληλους δείκτες και πρότυπα, επαγγελματικότητάς τους.