Κουρσουμπά και Μιχαηλίδης ξανά στη Βουλή για τις νομοθεσίες του Κυπριακού και τη δικηγόρο Ν. Χαραλαμπίδου.

Τη θέση ότι όσα ανέφερε ο Γενικός Ελεγκτής για την ανάθεση στη δικηγόρο Νικολέττα Χαραλαμπίδου 13 συμβάσεων σχετικά με την ετοιμασία νομοθετημάτων μέσα στα πλαίσια των συνομιλιών για επίλυση του Κυπριακού «παραπλανούν και στόχο έχουν να δικαιώσουν τις θέσεις του περί διασπάθισης δημοσίου χρήματος, χωρίς αυτές να είναι τεκμηριωμένες με οποιοδήποτε τρόπο», εξέφρασε σήμερα η Επίτροπος Νομοθεσίας και Επίτροπος Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδα Κουρσουμπά.

Από την πλευρά του, ο Γενικός Ελεγκτής Οδυσσέας Μιχαηλίδης επανάλαβε όλα όσα ανέφερε στη συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου στις 31.5.2018 περί διασπάθισης ενός ποσού της τάξης των €300.000 και ευνοϊκής μεταχείρισης μιας δικηγόρου που επιλέχθηκε με αδιαφανείς διαδικασίες, σημειώνοντας ότι μόλις ολοκληρωθεί η εξέταση του θέματος θα διαβιβάσει στον Γενικό Εισαγγελέα επιστολή με όλα τα εγειρόμενα θέματα.

Σε σημείωμα που κατέθεσε κατά τη σημερινή συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου η οποία συνέχισε τη συζήτηση του θέματος, η κα. Κουρσουμπά σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι η ουσία είναι ότι όλες οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν αφορούν νομικούς (είτε ιδιώτες, είτε της Νομικής Υπηρεσίας), τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στην Πρόταση του Υπουργείου Οικονομικών η οποία εγκρίθηκε με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου το 2015 και οι αμοιβές που δόθηκαν είναι σύμφωνες με την Πρόταση που εγκρίθηκε με τις Αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου του 2015 και 2016.
«Το ύψος των αμοιβών, όλων των δικηγόρων κι όχι μόνο των ιδιωτών, από μόνο του δεν συνεπάγεται και συμπέρασμα για διασπάθιση δημοσίου χρήματος, αφού το ύψος της αμοιβής συνδέεται πάντοτε με τη δυσκολία, τον όγκο, τον χρόνο και την εξειδίκευση που απαιτείται για τη συγκεκριμένη εργασία, τα οποία ο Γενικός Ελεγκτής δεν είναι ως εκ της θέσης του ικανός να κρίνει», όπως αναφέρει.

Σημειώνει επίσης το ότι, «ο Γενικός Ελεγκτής ασχολείται αποκλειστικά με τις συμβάσεις Συντονισμού και κατάρτισης κάποιων νομοθεσιών που αφορούν στην κα Χαραλαμπίδου. Δεν ασχολήθηκε με κανένα άλλο δικηγόρο, ούτε του ιδιωτικού τομέα ούτε της Νομικής Υπηρεσίας, ούτε και έκρινε σε σχέση με αυτούς κατά πόσο η αμοιβή τους ήταν υπέρογκη ή μη».

«Αυτό προφανώς, γίνεται στην προσπάθεια του να αποδείξει, ότι οι αναθέσεις στην κα Χαραλαμπίδου, δεν έγιναν στη βάση των γνώσεων, ικανοτήτων και πείρας της αλλά στη βάση διαπροσωπικών φιλικών μας σχέσεων, που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα, αποδίδοντας μου ευνοιοκρατική μεταχείριση της κας Χαραλαμπίδου», προσθέτει.

Η κα. Κουρσουμπά αναφέρει ότι «στην Πρόταση δεν αναφέρεται οποιοδήποτε χρονοδιάγραμμα, ακριβώς, διότι σύμφωνα με την ίδια την Πρόταση ολόκληρη η εργασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πρόοδο των διαπραγματεύσεων και όλα τα παραδοτέα υπόκεινται σε αρκετές αναθεωρήσεις, ανάλογα με τις συγκλίσεις που προκύπτουν από τις διαπραγματεύσεις».
Απορρίπτει τη θέση του Γ. Ελεγκτή ότι η αμοιβή της κα. Χαραλαμπίδου των 300,000 για τον συντονισμό και έλεγχο όλης της εργασίας για την κατάρτιση των νόμων τόσο σε επίπεδο Ε/Κ πλευράς όσο και σε δικοινοτικό επίπεδο για περίοδο δύο χρόνων ως υπέρογκη

Περαιτέρω, συνεχίζει, «ψευδής είναι και η αναφορά του Γενικού Ελεγκτή ότι, σύμφωνα με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η αμοιβή της συντονίστριας ήταν 75,000 ευρώ για έξι μήνες για ολόκληρη την εργασία που απαιτείτο, με την εξαγωγή του αυθαίρετου συμπεράσματος, αφού ολόκληρη η εργασία έπρεπε να ολοκληρωθεί σε έξι μήνες για 75,000 ευρώ, οι περαιτέρω ανανεώσεις του συμβολαίου λόγω του ότι δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία συνιστά διασπάθιση δημοσίου χρήματος».

Όπως αναφέρει, «πουθενά στην Πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο δεν αναφέρεται ότι ολόκληρη η εργασία πρέπει να ολοκληρωθεί εντός έξι μηνών με απόλυτο τρόπο», προσθέτοντας ότι τα όσα ανέφερε ο Γενικός Ελεγκτής στην Επιτροπή στις 31/5/2018 και στο Σημείωμά του που κατέθεσε, είναι παραπλανητικά και αυθαίρετα.

Επισημαίνει ακόμη ότι, όλα τα κονδύλια αναφορικά με το συγκεκριμένο έργο αποδεσμεύονταν από το Υπουργείο Οικονομικών στη βάση ενημέρωσης ως προς την πορεία του έργου και στη συνέχεια αποδεσμεύονταν από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών.

«Όσον αφορά τη δική μου ευθύνη προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την οποία αναλαμβάνω πλήρως τον έχω ήδη ενημερώσει ότι αισθάνομαι ικανοποιημένη (1) για το ότι έχει διασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον και (2) για το ψηλό επίπεδο εργασίας που έχει επιτελεσθεί», αναφέρει περαιτέρω στο σημείωμα της.

Αναφέρει επίσης ότι «ουδεμία παρανομία υφίσταται ούτε και αποδέχομαι τις προφορικές ατεκμηρίωτες κατηγορίες του Γενικού Ελεγκτή για ευνοιοκρατική μεταχείριση οποιουδήποτε προσώπου και, ειδικότερα, της κας Χαραλαμπίδου, αφού το μόνο κριτήριο σε σχέση με όλες τις αναθέσεις παροχής νομικών υπηρεσιών, ανεξαρτήτως διαδικασίας που ακολουθείτο, ήταν αποκλειστικά η καλύτερη και ποιοτικότερη από κάθε άποψη παροχή τέτοιων υπηρεσιών από πρόσωπα κατάλληλα καταρτισμένα σε σχέση με το αντικείμενο των υπηρεσιών που θα παρέχοντο».

Ο Γενικός Ελεγκτής επανέλαβε όλα όσα είχε αναφέρει στην Επιτροπή στις 31.5.2018. περί διασπάθισης ποσού €300.000 που καταβλήθηκε σε μία δικηγόρο που επιλέχθηκε με αδιαφανείς διαδικασίες και έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης.

Απαντώντας στο επιχείρημα της κα. Κουρσουμπά ότι η εργασία της κας Χαραλαμπίδου δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί σε 6 μήνες, ανέφερε ότι στην πρόταση στο Υπουργικό Συμβούλιο που η ίδια ετοίμασε η ίδια κατέγραψε ότι «η διαδικασία αυτή θα πρέπει να ολοκληρωθεί, το αργότερο, εντός περιόδου έξι μηνών». Και όλα αυτά, ανέφερε, όλοι οι νόμοι που ήταν καταγεγραμμένοι στο παράρτημα της Πρότασης, που θα μπορούσαν και έπρεπε να γίνουν εντός 6 μηνών με αμοιβή €75.000, τελικά στοίχισαν €300.000.

Σε δηλώσεις του μετά το πέρας της συνεδρίας, ο βουλευτής του ΕΛΑΜ Λίνος Παπαγιάννης είπε ότι «η γυναίκα του κ. Πολυκάρπου που εκπροσωπεί τη ΚΙΣΑ και παριστάνει τον προστάτη των δήθεν ταλαιπωρημένων ανθρώπων λάμβανε για δύο χρόνια €342,000, με απλά μαθητικά κάτι περισσότερο από €480 την ημέρα» κάνοντας λόγο για κακοδιαχείριση.

Η συζήτηση του θέματος θα συνεχιστεί σε επόμενη συνεδρία της Επιτροπής.