Ανοιχτός ορίζοντας

Κράμα εντοπιότητας – πολυπολιτισμικότητας

Ο Γκιουρκέντς Κορκμάζελ είναι ένας από τους σημαντικότερους Τ/κ ποιητές της γενιάς του. Γεννήθηκε το 1969 στο χωριό Σταυροκόννου της Πάφου κι έχει ήδη στο ενεργητικό του έξι ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων. Η ποίησή του συνιστά ένα κράμα εντοπιότητας και πολυπολιτισμικότητας, τα δε εκφραστικά του μέσα διακρίνονται για το μοντερνισμό και το ριζοσπαστισμό τους.

Ποιήματά του -δείγματα υψηλής αισθητικής στάθμης αλλά και ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ελέω θεματικής- έχουν μεταφραστεί, κατά καιρούς, από διαφόρους, κυρίως Ε/κ ποιητές και μελετητές. Ωστόσο, για πρώτη φορά έχουμε στα χέρια μας μια ανθολόγηση στα Ελληνικά του συνολικού έως τώρα ποιητικού του έργου. Κι αυτό μας γεμίζει με ικανοποίηση και χαρά. Γιατί αξίζει να γίνει κοινωνός του έργου του το ευρύ ελληνικό και ε/κ αναγνωστικό κοινό.

Στη σύντομη αυτή βιβλιοπαρουσίαση θα επικεντρωθώ στα κυπροκεντρικά, καθώς επίσης στα ερωτικά και τα αυτοαναφορικά ποιήματα του Κορκμάζελ. Σημειώνω μόνο πως στο βιβλίο περιλαμβάνονται γύρω στα 80 ποιήματα και από τις έξι συλλογές του ποιητή.

Το να ζεις στην Κύπρο, να γράφεις ποίηση, αλλά να μη γράφεις πολιτική ποίηση, συνιστά ελιτισμό και σνομπισμό περιωπής. Όμως ο Γκ. Κ. δεν είναι τέτοιος ποιητής, είναι βαθύτατα πολιτικός, οραματιστής, ιδεολόγος και εμπνευσμένος από τα λαϊκά κελεύσματα, δημιουργός: «Ένας σκουριασμένος ιστός χωρίς σημαία / είναι η σημαία μας…» λέει σ’ ένα συναφές ποίημά του. Για να προσθέσει λίγους στίχους παρακάτω: «…ρουφάμε και φτύνουμε το δηλητήριο του εθνικισμού» (σελ. 47).

Ο Γκ. Κ. αντλεί πικρά διδάγματα από τη σύγχρονη κυπριακή ιστορία, με τις πολλές τραγωδίες και τα ποτάμια αίματος που την συνθέτουν, αλλά ζυμώνει όλα αυτά τα στοιχεία με το εκρηκτικά ελπιδοφόρο μείγμα του οράματος για ένα καλύτερο μέλλον σε τούτο το νησί. Το όραμά του μοιάζει ωστόσο να συνοδεύεται και από μια κραυγή αγωνίας και συνάμα διαμαρτυρίας:

«Σαν τους ποιμένες που γέρνουν στα ραβδιά τους / Καθώς κοιτάζουν των αγρών το κυμάτισμα / Καθώς κοιτάζουν τη Μεσαορία / Έλα, ας πολλαπλασιάσουμε τη ζωή / πάνω στους νεκρούς μας, τόσο θρεπτικούς σαν την κοπριά» (σελ. 60).

Γιώργος Φράγκος

Απόσπασμα από εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου στη Λευκωσία στις 18 Δεκεμβρίου 2018

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΡΘΟΥΡΟΥ ΡΕΜΠΩ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Κορεσμένος, σχεδόν τύφλα από πικρό βουνίσιο κρασί, στάθηκε δίπλα
σ’ έναν κέδρο μεγάλο σαν τον ουρανό και κατέβασε το φερμουάρ του.
Κατέλαβε το ύψος και την απόσταση!
Από την καλοπληρωμένη του θέση ατένισε τις ασήμαντες κοιλάδες, τα
δάση που δεν είδαν ποτέ τη θάλασσα και τις γεμάτες βαρεμάρα πεδιάδες.
Δεν έχει τίποτα καινούριο να γράψει!
Με τη βαριεστημένη μελωδία συνοδεία αρχαίου μουσικού οργάνου,
κατούρησε κάτω στο «χάος των χιονισμένων βουνών», πάνω από την
εκκολαπτόμενη δημοκρατία μιας αγέννητης γενιάς…

 

ΧΩΡΙΣ ΣΗΜΑΙΑ

Στον Χρήστο

Ένας σκουριασμένος ιστός χωρίς σημαία
είναι η σημαία μας που χωλοί ρινόκεροι
έρχονται για να ξεκουραστούν
Ίσιος δεν είναι ούτε μπορεί να υψωθεί
αν δεν τον αγγίξεις

Για μας είναι αρκετός ένας μεγάλος χώρος σαν πετσέτα για να ξαπλωθείς
Με ή δίχως καπνό μαστουρώνουμε με κάθε τρόπο
και μαζί μ’ αυτόν τον παλιό πνευματικό δρόμο
ρουφάμε και φτύνουμε το δηλητήριο του εθνικισμού
μέσα από σγουρούς αφαλούς
πρόσφατα χωρισμένων γυναικών

 

ΑΤΕΛΕΣ

Για τον Edim

 

H παιδική μου ηλικία δε μου λείπει

καθώς επαναλαμβάνεται

με τα παιδιά μου-

αλλά, Μητέρα, θα ‘θέλα πίσω εκείνο το κομμάτι

που μου πήρε ο σουνετζής

το καλοκαίρι του 1976…

 

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΛΕΗΛΑΣΙΑΣ

Διαγουμίσαμε τα μαγαζιά τους.
Τ’ αγάλματα τους καταστρέψαμε.
Λογχίσαμε τα γουρούνια τους και τα κάψαμε
μαζί με τις παιδικές τους φωτογραφίες.
Καλύψαμε τα χαντάκια τους. Με μπουλντόζες ισοπεδώσαμε
και πάνω στα μνήματά τους χτίσαμε γήπεδα ποδοσφαίρου.
Γκρεμίσαμε πλίθινους τοίχους μες τις αναμνήσεις τους.
Κόψαμε τα δέντρα τους. Σκοτώσαμε και τη σκιά τους ακόμα.

Νομίσαμε πως ποτέ δε θα γυρίσουν
αλλά ήρθαν. Με τα κλειδιά της πόρτας μας στα χέρια τους…

 

ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ

Είμαι έδω-
σαν μπουκάλι από κρασί με το φελλό του
πεσμένο μέσα- αν κάποιος με σπρώξει
θα ανατραπώ και θα χυθώ

Εσύ και εκείνοι (ακόμα κι εκείνη) με αφήσατε
παγιδευμένο εδώ
εδώ, σ’ αυτό το στενό νησί
δίχως ειρήνη και αγάπη

Σήμερα, βρήκα ένα κέρμα στα σκατά μου
(ένα που είχα καταπιεί παιδί)
κι έφερα ένα ματσάκι βιολέτες·
ξόδεψέ το… είμαι τελειωμένος… σακάτης

Γάτες και σκυλιά μαζεύονται γύρω από τη θέρμη του κορμιού μου
χοντροί αρουραίοι, μύγες και στρατιώτες ζητάνε το μερτικό τους

 

Πρόσκληση

Στον Στέφανο

 

Γάμα τα σύνορα, τη μια και την άλλη πλευρά

δεν είναι χωρισμένο το νησί παρά μόνο στη σημασία του

μνημείο ανοησίας σ’ ένα σωρό από τενεκέδες και συρματοπλέγματα

 

Ο μελισσοφάγος είναι ένας ιπτάμενος ναός

Μια εσχάτη εκδήλωση της εδώ πίστης

 

Έλα ας πάρουμε το πρωινό μας από το δέντρο-

Σαν τους ποιμένες που γέρνουν στα ραβδιά τους

Καθώς κοιτάζουν των αγρών το κυμάτισμα

Καθώς κοιτάζουν τη Μεσαορία

 

Έλα ας πολλαπλασιάσουμε τη ζωή

πάνω στους νεκρούς μας, τόσο θρεπτικούς σαν την κοπριά

 

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία με ξεγέλασες στη μια πλευρά να μείνω
Από τις χωρισμένες σου αυλές
Καθήμενος στις ιερές χουρμαδιές από κάτω
Μαζί μ’ αυτούς που άσχημα μιλούν και
Που μ’ εθίσανε στο χασίσι
Αντί στο σπίτι κοιμήθηκα στο αρμένικο νεκροταφείο
Και ονειρεύτηκα την ίδια την Ισαβέλλα του Ιμπελέν·
Μ’ ένα ανοιξιάτικο στρώμα πεταμένο απ’ το εγκαταλελειμμένο πορνείο
Κι έναν 28ιντσο σκελετό ποδηλάτου μεταχειρισμένο,
αντάλλαξα την περηφάνια μου
Μπορεί οι γεροντότεροι ακόμα να μυρίζουν γιασεμί
Μα εγώ αισθάνομαι μονάχα τη στρατιωτική μυρωδιά του ιδρώτα
Και τις πληγές στους δρόμους σου
Στα σαπισμένα σου ποτάμια
Κι αν προσπαθούσα δε θα κατάφερνα να κατεβάσω στη γη έναν
ερωδιό με λαιμόκοψη,
πιο λευκό κι απ’ τις γεροντοκόρες σου
Λευκωσία, κράτησες για πολύ καιρό το όνομά μου στο στόμα σου
Καιρός να το φτύσεις…

 

ΣΤΑΥΡΟΚΟΝΝΟΥ 29 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Στη μητέρα και τον πατέρα μου

IΙΙ
Η γη αμερόληπτη και φιλόξενη
Για τον ουρανό δεν είμαστε πρόσφυγες
Με το γύρισμα της εποχής,
δέντρα ανθίζουν
και φρούτα καρπίζουν ακόμα
γυρίζουν και μας γελάνε
εκείνοι που φύγανε…

Μετάφραση ποιημάτων: Αγγελική Δημουλή