Μάντεψε τί μιλάς: Κυπριακά, gibrislica, sanna, gurbetça, κυπριακή νοηματική ή արեւմտահայերեն

Των Κάλιας Ανδρέου και Άννας Μισιαούλη

Η έννοια της γλώσσας έχει δύο υποστάσεις. Σε ό,τι αφορά με το τι ομιλείται στην Κύπρο, λεξιλογικά, συντακτικά, μορφολογικά μοιάζει με το τι ομιλείται στην Ελλάδα και στην Τουρκία, και ταυτόχρονα αποκλίνει, έχοντας παραλλαγές, τις οποίες οι γλωσσολόγοι ονομάζουν γλωσσικές ποικιλίες.

Από κοινωνικής άποψης, το τι είναι γλώσσα και τι διάλεκτος διέπεται από μια άλλη οπτική. Κοινωνικά, πολιτιστικά και ιστορικά, γλώσσα είναι κάτι το οποίο έχει κύρος στην κοινωνία και η επίσημη γλώσσα αποτελεί ένα γλωσσικό σύστημα, το οποίο αποκτά επίσημη μορφή. Για τους γλωσσολόγους όλα είναι γλώσσες και όλα διάλεκτοι, όλα ποικιλίες. Κοινωνιολογικά, η «επιλογή» της επίσημης γλώσσας στην Κύπρο εκφράστηκε ως το «πολιτισμένο» και ταυτόχρονα κατέληξε ως ένα γλωσσικό τείχος μεταξύ της καθομιλουμένης και της lingua franca, μιας κοινής επικρατούσας γλωσσικής προσέγγισης, σύμβολο εκμοντερνισμού και ταυτόχρονα διχασμού ανάμεσα στις κοινότητες της Κύπρου.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, προνομιακή θέση στην κυπριακή περίπτωση δίνεται σε εκδοχές της Νεοελληνικής -αρχικά η καθαρεύουσα και μετά η δημοτική. Η επιθυμία των Ελληνοκυπρίων -ιδιαίτερα- να ταυτίζουν την ανωτερότητα με την εκμάθηση της κοινής Ελληνικής, δημιούργησε μια σχέση εξουσίας έναντι της κυπριακής εμπειρίας.
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε τα πράγματα να αλλάζουν από αυτή την άποψη. Αυτή την αλλαγή διερευνήσαμε με τον Δρα Αντρέα Παναγιώτου, κοινωνιολόγο και τον Δρα Σπύρο Αρμοστή, γλωσσολόγο.

 «Υπήρχε η άποψη ότι με το να μιλούν Νεοελληνικά έδιναν την εντύπωση του “πολιτισμένου ανθρώπου”»

Για τους Τ/κ η επιβίωση της Κυπριακής και η χρήση της είναι σαν μορφή αντίστασης

Σε συνάντησή μας με τον Δρα Αντρέα Παναγιώτου, κοινωνιολόγο, αναφέρθηκε ότι η ελληνοκυπριακή γλώσσα, διάλεκτος, εκδοχή ή ποικιλία, άρχισε να μπαίνει στα σχολεία «από το παράθυρο». Αν όχι επίσημα, ανεπίσημα κάποιοι καθηγητές άρχισαν να μιλούν με τους μαθητές στην τάξη στα ελληνοκυπριακά», ανέφερε, κάτι το οποίο παλαιότερα δεν γινόταν, καθώς ο δάσκαλος επέβαλλε στον μαθητή να μιλά ακόμα και προφορικά στην κοινή Νεοελληνική.

«Υπήρχε η άποψη ότι με το να μιλούν Νεοελληνικά έδιναν την εντύπωση του “πολιτισμένου ανθρώπου”», σημείωσε. Υπάρχει μια κόντρα ελληνικού – κυπριακού στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Για τους Ελληνοκυπρίους αυτός ο διαχωρισμός είναι σημαντικός και πλέον ταυτίστηκε με μια μορφή αντίστασης απέναντι στην αποστήθιση, στο «ξένο», απέναντι στο «ορθό» της εξουσίας. Άρα δημιουργήθηκαν δύο επίπεδα κατανόησης της πραγματικότητας.

Η γλωσσική μορφή της Κύπρου ματαίωσε την ένωση με την Ελλάδα
Ο Μενέλαος Χριστοδούλου, μελετητής και σύμβολο της αντιπαράθεσης για το γλωσσικό (ως υποστηρικτής της κοινής Νεοελληνικής), είχε πει ότι «η γλωσσική μορφή της Κύπρου ματαίωσε την ένωση με την Ελλάδα», μας ανέφερε ο Δρ Παναγιώτου, ενώ πρόσθεσε ότι «οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να δουν στην επιβίωση της ελληνοκυπριακής ποικιλίας κάτι που έμεινε στην ε/κ κοινότητα. Τώρα δεν διαφαίνεται εύκολα, καθώς υπάρχουν τόσα άλλα που θα μπορούσε να εστιάσει κάποιος». Σημειώνεται ότι ο Μενέλαος Χριστοδούλου παραδέχτηκε με δυσφορία, αλλά και με βάση τα κριτήρια που έθεσε, ότι η Κυπριακή θα μπορούσε πια να θεωρηθεί («καταταγεί ως») γλώσσα: «Η γλωσσική μορφή της Κύπρου γράφεται διαφόρως, προφέρεται διαφόρως, ουδόλως ανάγεται εις την κοινήν, είναι ακατανόητος τοις άλλοις Έλλησιν, αντιδικεί προς την κοινήν, ουδόλως δέχεται την ρομανικήν μεταγραφήν της Ελληνικής γλώσσης, συνδέεται προς την Αγγλικήν γλώσσαν, υπεραίρεται, καλλιεργείται, διδάσκεται, εκφράζει την νέαν υπόστασιν των Κυπρίων, ώστε έχει επαρκή χαρακτηριστικά, ίνα καταταγή ως γλώσσα» (1993, Η σημερινή φάσις της Ελληνικής γλώσσης εν Κύπρω. Ελλάδα Φθόγγον Χέουσα, σελ. 79).

«Οι Τουρκοκύπριοι μάθαιναν πιο εύκολα Ελληνικά παρά Τουρκικά»
«Ιστορικά οι Τουρκοκύπριοι έτειναν να μαθαίνουν πιο εύκολα Ελληνικά παρά Τουρκικά. Ίσως αυτό έχει να κάνει με τη σχέση μειονότητας – πλειοψηφίας που επικρατεί στο μυαλό, παρά τις οποιεσδήποτε διακηρύξεις για πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων σε μια ενδεχόμενη λύση», αναφέρει ο Δρ Παναγιώτου.
Όπως σημειώνει, «στα σχολεία οι εκδοχές του προφορικού λόγου ανάμεσα στις δύο κοινότητες διαχωρίστηκαν γλωσσικά. Προηγουμένως, η κοινή, αυτό που αποκαλείται lingua franca, ήταν τα Κυπριακά. Δεν υπήρχε μια ενιαία εκδοχή. Για να είμαστε ακριβείς, πρέπει να πούμε ότι μια ενιαία εκδοχή συγκροτείται την περίοδο του ραδιοφώνου με το κυπριώτικο σκετς. Δηλαδή μέσα σε εκείνη την εικοσαετία 1955 – 1975 διαμορφώνεται ένα είδος κυπριακής εκδοχής. Όμως, προηγουμένως, μετακινούμενος από περιοχή σε περιοχή, ο καθημερινός Κύπριος μπορούσε να συνεννοηθεί, χρησιμοποιώντας μια φρασεολογία που περιελάμβανε λέξεις που ίσως σε άλλο χωριό να τονίζονταν διαφορετικά. Όμως λίγο – πολύ υπήρχε μια γλωσσική ποικιλία η οποία, μέχρι τον 18ο αιώνα, ήταν κάτι κοινό γαλλικό, κάτι κοινό ιταλικό, κάτι κοινό ελληνικό. Αυτή η κοινή δεν μεταφέρθηκε ποτέ στα σχολεία ενώ θα μπορούσε. Αντίθετα, οι Βρετανοί ακολουθώντας την αποικιακή λογική ενέταξαν τις δύο θρησκευτικές κοινότητες σε δύο διαφορετικά γλωσσικά σχολεία και έφερναν τα βιβλία από την Ελλάδα και την Τουρκία αντίστοιχα».

Τα σχολεία δημιουργήθηκαν στη βάση του γλωσσικού ιδιώματος
Ερωτηθείς για το αν τα σχολεία δημιουργήθηκαν στη βάση του γλωσσικού ιδιώματος, ο κ. Παναγιώτου ανάφερε ότι σαφέστατα συνέβη κάτι τέτοιο και ότι η δικαιολογία που προβλήθηκε ήταν η θρησκευτική αρχή. Σημείωσε ότι η διασταύρωση θρησκείας – γλώσσας γενικότερα δεν συμπίπτουν και δεν είναι φαινόμενο που παρατηρείται μόνο στην Κύπρο, φέρνοντας ως παράδειγμα την Καππαδοκία με ορθόδοξους χριστιανούς, οι οποίοι μιλούσαν Τουρκικά. Για την περίπτωση της Κύπρου επικαλείται τον Κύρρη, ο οποίος αναφέρει σειρά από τουρκοκυπριακά χωριά των οποίων οι κάτοικοι αρνούνταν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο γιατί δεν καταλάβαιναν τη γλώσσα.

Ο Δρ Α. Παναγιώτου εξηγεί ότι το σχολείο ήταν μια περίπλοκη διαδικασία και σύμβολο εκμοντερνισμού, αλλά και σύμβολο διχασμού. Ακόμα και στη φαντασίωση ότι θα μορφωθούν τα παιδιά, δεν τους άρεσε.

Συμπληρώνει ότι το σχολείο για την Κύπρο υπήρξε ένας μηχανισμός που ελεγχόταν από «τα έξω». Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα έφερε την ανακοίνωση της Εθναρχίας το 1950, στην οποία αναφέρεται ότι τα βιβλία που έρχονται από την Ελλάδα είναι ανώτερα από οτιδήποτε έχει γραφτεί στην Κύπρο. Συνεπώς, αναφέρει ο Δρ Παναγιώτου, τα σχολεία είναι de facto χωρισμένα γλωσσικά. Δηλαδή στο ίδιο χωριό υπήρχαν δύο γλωσσικοί τοίχοι. Στον ένα γλωσσικό τοίχο απαγορευόταν να μεταφερθεί η καθομιλουμένη μέσα στη σχολική αίθουσα -«είναι βάρβαροι, εν χωρκάτικα» κ.λπ. Ταυτόχρονα, αρχίζει να οικοδομείται ένα γλωσσικό τείχος. «Ξαφνικά, οι γείτονες, ο Πέτρος και ο Αλή, διαπιστώνουν ότι υπάρχει μεταξύ τους κάποιος που ονομάζεται Αθανάσιος Διάκος ή Ομέρ Βρυώνης. Άρα τα σχολεία προχωρούν σε αυτή την κατεύθυνση διαχωρίζοντας τον πληθυσμό», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο Δρ. Α. Παναγιώτου επισημαίνει ότι είναι με βάση το σχολείο που έγινε πραγματικά και ο διαχωρισμός των κοινοτήτων και ότι ουσιαστικά αντανακλάται στο Σύνταγμα του ’60.
Το σχολείο, σημειώνει, «έφερε στην επιφάνεια μία κόντρα ελληνικού – κυπριακού στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Για την ε/κ κοινότητα αυτός ο διαχωρισμός είναι σημαντικός. Πλέον αυτός ο διαχωρισμός ταυτίστηκε και με μια μορφή αντίστασης των Ε/κ απέναντι στην επιβολή της αποστήθισης, του ξένου, του εθνικού ξένου. Απέναντι στο “ορθό” της εξουσίας. Άρα δημιουργήθηκαν και δύο επίπεδα της κατανόησης της πραγματικότητας. Για τους Τ/κ -αν και όταν τεθεί το θέμα- η επιβίωση της Κυπριακής και η χρήση της είναι σαν μορφή αντίστασης -ο Μενέλαος Χριστοδούλου είχε πει ότι η κυπριακή διάλεκτος ματαίωσε την ένωση με την Ελλάδα-. Άρα οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να δουν στην επιβίωση της κυπριακής γλώσσας – διαλέκτου – ποικιλίας κτλ, τη μορφή της κυπριακότητας, κάτι το οποίο έμεινε στην ε/κ κοινότητα».

 

«Σκόπιμα δολοφονήθηκε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση»
Κατέληξε ότι «η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που ξεκίνησε επί Τάσσου Παπαδόπουλου ήταν η πιο σημαντική προσπάθεια και σε καλή στιγμή. Δηλαδή την εποχή που άρχισε να διαχέεται η ηλεκτρονική επικοινωνία για να περάσει η κυπριακή εκπαίδευση σε ένα νέο στάδιο. Αυτή η μεταρρύθμιση την εποχή του Χριστόφια άρχισε να παίρνει μορφή. Για πρώτη φορά έγραφαν βιβλία Κύπριοι και διδάσκονταν. Ήταν η πρώτη φορά που σε αυτό το πλαίσιο ένας Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αναγνώρισε ότι έκαναν εγκλήματα οι Ε/κ εναντίον των Τ/κ (δημόσια, καθαρά). Ήταν ένα άλλο κλίμα, το οποίο σκόπιμα δολοφονήθηκε τουλάχιστον από την πλευρά που το απέρριπτε.
Προς το παρόν υπάρχει και ένα θέμα για το πώς θα ενταχθεί η Κυπριακή στην εκπαίδευση. Ήδη στις τάξεις μιλούν Κυπριακά, κάτι που δεν επιτρεπόταν παλαιότερα».

Σ. Αρμοστής: Για τη γλωσσολογία όλα είναι γλώσσες και όλα διάλεκτοι

Ένα καλό ερώτημα αφορά στο ποιοι είμαστε τελικά όλοι οι Κύπριοι. Αν το πάρουμε γλωσσικά, όπως ανέφερε ο Σπύρος Αρμοστής, γλωσσολόγος, με βάση αυτά που διδασκόμστε στην ελληνοκεντρική μας παιδεία «ξέρουμε τα πάντα για τα Ελληνικά, ξέρουμε ότι υπάρχουν και τα Τουρκικά που τα μιλούν οι Τουρκοκύπριοι και μέχρι εκεί».
Όπως σημείωσε ο Σπ. Αρμοστής, στην Κύπρο ομιλούνται δύο επίσημες γλωσσικές ποικιλίες, η εκάστοτε επίσημη της Ελλάδας, η κοινή Νέα Ελληνική και η δεύτερη επίσημη η Τουρκική, η επίσημη της Τουρκίας. Η κυπριακή Ελληνική και η κυπριακή Τουρκική θεωρούνται διάλεκτοι, ενώ τα κουρπέτικα/κουρπέτζια τώρα τα ανακαλύψαμε. Οι τρεις αναγνωρισμένες γλωσσικές ποικιλίες της Κύπρου είναι η δυτική αρμενική, η σάννα -κυπριακή αραβική- και η κυπριακή νοηματική.

Όπως ανέφερε ο Σπ. Αρμοστής, «τώρα τελευταία άρχισε να γίνεται πιο ορατή η σάννα, η κυπριακή αραβική -όπως την λέμε οι γλωσσολόγοι- λόγω διαφόρων παραγόντων. Άρχισαν να γίνονται ορατά και τα κουρπέτσια (κουρπέτικα), μια μυστική γλώσσα. Μυστική όχι επειδή δεν την ξέραμε, αλλά επειδή δεν μας την φανερώνουν οι ίδιοι οι Κουρπέτες. Οι Κουρπέτες είναι οι Τουρκοκύπριοι Ρομά. Λέω Τουρκοκύπριοι Ρομά, επειδή το σύνταγμα δεν τους αναγνώρισε ότι υπάρχουν, έστω σαν θρησκευτική ομάδα. Οι άνθρωποι είναι άλλου πολιτισμού, πολιτισμού Ρομά».

Τα καλαμαρίστικα είναι μια διάλεκτος
Τα καλαμαρίστικα, όπως ανέφερε ο Σπύρος Αρμοστής, είναι και αυτά μία διάλεκτος, γεγονός που «σοκάρει» πολλούς στο άκουσμα αυτής της διαπίστωσης. Όπως ανάφερε, «όλα είναι διάλεκτοι, ακόμα και οι πολύ επίσημες γλώσσες, και αυτές με πολύ κύρος κτλ. Οι γλωσσολόγοι λέμε ότι κάποιος που γεννήθηκε στην Κύπρο μιλά δύο διαλέκτους. Την ανεπίσημη της Κύπρου και την επίσημη της Ελλάδας. Είμαστε δυδιαλεκτικοί. Δεν είμαστε δίγλωσσοι. Μιλάμε δύο διαλέκτους. Και τα καλαμαρίστικα είναι μια διάλεκτος. Κάποιοι λένε ότι είμαστε διλεκτικοί. Άρα δεν προσδιορίζουμε τι είναι διάλεκτος ή γλώσσα».

Ερωτηθείς για το αν ισχύει το ίδιο για όλες τις εθνοτικές ομάδες της Κύπρου, ο ίδιος απάντησε ότι «όλοι μιλάμε τουλάχιστον δύο γλωσσικές ποικιλίες. Η ποικιλία που μιλούν οι Μαρωνίτες του Κορμακίτη δεν ανήκει στην Ελληνική γιατί στα τα άλλα τρία χωριά των Μαρωνιτών δεν μιλούν καν τη γλώσσα. Το τι μιλούσαν δεν το γνωρίζουμε, καθώς δεν έχουμε γραπτά ιστορικά ντοκουμέντα. Πολύ πιθανόν να μιλούσαν και αυτοί τη σάννα ή κάτι παρόμοιο. Αυτοί είναι δίγλωσσοι και δυδιαλεκτικοί, το ίδιο και οι Αρμενοκύπριοι».

Τι είναι γλώσσα και τι διάλεκτος
Όπως ανέφερε ο Σπύρος Αρμοστής «έχει δύο υποστάσεις η έννοια της γλώσσας. Δηλαδή, αν έρθει ένας εξωγήινος και θέλει να καταλάβει τι μιλάμε, θα δει ότι στην Αθήνα μιλούν κάτι, στην Κύπρο μιλούν κάτι άλλο, που αν ερευνηθεί θα συμπεράνει ότι λεξιλογικά, συντακτικά, μορφολογικά μοιάζει με αυτό της Ελλάδας, αλλά αποκλίνει κιόλας πολύ. Στην Κρήτη το ίδιο και στην κάτω Ιταλία. Άρα βγαίνει μια ελληνική γλώσσα που διασπάται σε αυτές τις κατηγορίες. Αυτή είναι η δομική προσέγγιση. Αν το πιάσει κάποιος εκτός κοινωνίας και το ερευνήσει, θα βρει ότι η ελληνική γλώσσα αποτελείται από πολλές παραλλαγές. Οι γλωσσολόγοι τις ονομάζουμε γλωσσικές ποικιλίες».

Ο όρος ποικιλία για τη γλωσσολογία δεν έχει κοινωνικό περιεχόμενο, είναι ένα γλωσσικό σύστημα, όπως ανέφερε. «Έχει το δικό του λεξιλόγιο, τη δική του γραμματική. Κοινωνικά, γλώσσα είναι κάτι το οποίο έχει συγκεκριμένες λειτουργίες. Μπορεί να έχει τη λειτουργία της επίσημης γλώσσας, να αναγνωρίζεται δηλαδή από το κράτος, μπορεί να είναι η γλώσσα της εκπαίδευσης, να είναι εθνική γλώσσα. Δηλαδή να είναι μια γλώσσα σύμβολο για την εθνοτική μου ταυτότητα, δηλαδή μπορεί να είμαι πολίτης ενός κράτους, αλλά εθνοτικά να νιώθω ότι είμαι Μαρωνίτης, για παράδειγμα, ή ότι είμαι Αρμενοκύπριος και έχω τη δική μου γλώσσα», κατέληξε.

 

Κουρπέτικα/κουρπέτσια
Τα κουρπέτσια, ή αλλιώς κουρπέτικα, ήταν μέχρι σήμερα ένας μυστικός λεκτικός τρόπος επικοινωνίας. Σταμάτησε να είναι μυστικός όταν η γλωσσολόγος Χρύσω Πελεκανή, η οποία διδάσκει Τούρκικα στο σχολείο Αγίου Αντωνίου στη Λεμεσό, όπου βρίσκονται πολλοί Ρομά, ήρθε κοντά τους, την αποδέχθηκαν και τυχαία τους άκουσε να μιλούν. Όπως ανέφερε ο Σπύρος Αρμοστής, τα κουρπέτσια τα κρατούν μόνο μεταξύ τους. Δεν θέλουν δημόσια να δείχνουν ότι είναι Ρομά, για το στίγμα που μπορεί να φέρει. Μοιάζουν με ρομανές, μια γλώσσα που μιλούν άλλοι Ρομά σε άλλους τόπους.

Σάννα
Η σάννα, η κυπριακή αραβική, πριν το 2008 θεωρείτο διάλεκτος της Αραβικής. Το 2008 αναγνωρίστηκε ως μειονοτική γλώσσα της Κύπρου. Όπως ανέφερε ο Σπύρος Αρμοστής, γραπτά στη σάννα υπάρχουν τις τελευταίες δεκαετίες και ξεκίνησαν ήδη οι ομιλητές να θέλουν να την καταγράψουν. Έτσι άρχισαν να γράφουν λεξικά για να μπορούν να τη διατηρήσουν. Τα λεξικά τα έγραψαν με το σύστημα γραφής που ήξεραν, το ελληνικό, αυτοσχεδίασαν για να καλυφθούν κάποιοι φθόγγοι που δεν υπάρχουν στα Ελληνικά και στο ενδιάμεσο ακολουθήθηκε η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά τις μειονοτικές γλώσσες. Έτσι, οδηγηθήκαμε να ασχοληθούμε με κάποιες από τις μειονοτικές γλώσσες, όπως την κυπριακή αραβική και τη δυτική αρμενική. Η δυτική αρμενική αναγνωρίστηκε το 2002 και το 2008 αναγνωρίστηκε η κυπριακή αραβική, η σάννα.

 

Κυπριακή νοηματική
Η γλώσσα των κωφών είναι κανονική γλώσσα όπως είναι και η φωνούμενη γλώσσα, που αντί για ήχους χρησιμοποιεί νοήματα. Ομιλείται σε ένα πεδίο μπροστά από το πρόσωπο και με τα νοήματα φτιάχνονται κομμάτια λέξεων, καταλήξεων κτλ. Είναι μια κανονική γλώσσα και κατακτάται σαν μητρική. Είναι μια φυσική γλώσσα. Και αυτή αναγνωρίστηκε επίσημα το 2006 με νόμο «ως οπτικός κώδικας επικοινωνίας που χρησιμοποιείται είτε ως το μοναδικό είτε επιπρόσθετο της ομιλίας μέσο επικοινωνίας μεταξύ κωφών και άλλων ατόμων». Της αναγνώρισης προηγήθηκε η καταγραφή της κυπριακής νοηματικής γλώσσας σε βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή και προέκυψαν τρία προϊόντα, η παραδοσιακού τύπου γραμματική της Κυπριακής Νοηματικής Γλώσσας, η Επικοινωνιακή Γραμματική και το Εννοιολογικό Λεξικό της.

Δυτική Αρμενική
Οι Αρμενοκύπριοι μιλούν μια από τις δύο επίσημες αρμενικές γλώσσες, όπως ανέφερε ο Σπύρος Αρμοστής. «Υπάρχει η δυτική αρμενική και η ανατολική αρμενική», είπε, ενώ πρόσθεσε ότι «η ανατολική αρμενική είναι του κράτους της Αρμενίας και έχει περισσότερες επιρροές από Ρωσικά κτλ, ενώ η δυτική αρμενική προϋπήρχε της ανατολικής, παράχθηκε λογοτεχνία, οπότε την μιλούσαν και την έγραφαν για αιώνες εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι αυτή η γλώσσα την οποία έχουμε στην Κύπρο. Είναι η γλώσσα της διασποράς των Αρμενίων παγκόσμια. Σαν επίσημη όμως στο αρμενικό κράτος είναι η ανατολική αρμενική. Οι Αρμένιοι στην Κύπρο μιλούν μια επίσημη γλώσσα που διαφέρει από την επίσημη της Αρμενίας. Άρα δεν είναι διάλεκτος η δυτική αρμενική. Έχουν βιβλία διδασκαλίας. Η σάννα ήταν μια προφορική γλώσσα προφορικής παράδοσης. Παραδιδόταν προφορικά από τη μια γενιά στην άλλη. Η δυτική αρμενική είχε αιώνες κρίσης. Είχε το δικό της αλφάβητο, συστηματοποιήθηκε, έχει τη γραμματική της, τα βιβλία διδασκαλίας της, οπότε είναι πιο εύκολο να την διδάξεις».