* Ένα βιβλίο μνήμης και προτάσεων

Το βιβλίο της Κρίστιαν Αργυρίδου Χρίστου «Λεμεσός η θάλασσα και η παπαρούνα», που εκδόθηκε το 2016, χαρακτηρίζεται πρώτα απ’ όλα από μια αφηγηματική άνεση, προσόν που η συγγραφέας έδειξε από πολύ νωρίς πως κατέχει, από τον καιρό της έκθεσης «Διαγώνισμα», των γυμνασιακών της χρόνων, την οποίαν ορθά αναδημοσιεύει στην έκδοση. Έρχεται σαν συμπλήρωμα στη μακροσκελή εισαγωγή της στην οποίαν καταπιάνεται με γειτονιές, καταστάσεις, κτίσματα, πρόσωπα, μνήμες και εντυπώσεις, δημιουργώντας την οικιστική και ανθρώπινη πινακοθήκη μιας εποχής.

Κοιτάζοντας και μόνο τις ωραίες φωτογραφίες που διανθίζουν τις 335 σελίδες του βιβλίου, διαπιστώνει κανείς πόσο μακρινή ήταν εκείνη η εποχή, όχι με τη διάσταση του χρόνου -μηδαμινή άλλωστε σε σημασία μέσα στη ροή των αιώνων αλλά και των δεκαετιών- και τη μετατροπή της Λεμεσού από μια «κωμόπολη» -με ευρωπαϊκά μέτρα, όσο κι αν η προοδευτικότητά της ήταν πρωτοποριακή για την Κύπρο- στη σημερινή μοντέρνα και νευραλγική μητρόπολη. Η φωτογραφία της παραλίας του 1911 του Φώσκολο κοντά στο παλιό λιμάνι (σελίδα 43) με τις ψαρόβαρκες και τα σπίτια να τα βρέχει η θάλασσα είναι ενδεικτική.

Το βιβλίο διαχέεται από ευαισθησία, όχι απλώς επειδή η συγγραφέας είναι, όπως λένε συνήθως, γυναίκα (γιατί η ευαισθησία είναι προσόν γενικά του πολιτισμένου ανθρώπου), αλλά και υπευθυνότητα, που αποτελούν τα δυο βασικά στοιχεία που συγκεντρώνει αυτή η «κατάθεσή» της στο χρόνο και στα χρονικά της Λεμεσού. Η ζωγραφιά της (σελίδα 175), με μια γειτονιά της Αγίας Τριάδας με τα ζεστά κεραμιδί χρώματα των μικροαστικών σπιτιών, με φόντο τον όγκο της εκκλησίας και στο βάθος τη θάλασσα, αποτελεί μια επιπλέον συμπαθητική και πειστική μαρτυρία.

Τα δυο αυτά στοιχεία, της ευαισθησίας και της υπευθυνότητας, τα παντρεύει στο δίπτυχο «ναι στη διατήρηση όχι στην κατεδάφιση», που πολύ και δικαίως το προβάλλει. Η ανάπλαση του περίγυρου του Κάστρου, της Χαβούζας και αρκετές άλλες περιπτώσεις, τις οποίες παρουσιάζει και φωτογραφικά, δείχνουν το σεβασμό προς το παρελθόν και την ιστορική σημασία που έχει.

Ταυτόχρονα, όμως, τα αποτελέσματα αποδεικνύουν πως οι κατασκευές αυτές διαθέτουν και μια ανεπανάληπτη γοητεία, φαινόμενο γενικό, βέβαια, όχι μόνο κυπριακό. Η σημασία του όποιου σημαντικού παλαιού, η αξιοποίησή του και η νοσταλγία που αναδίδει, είναι μια επιπλέον αξία στην οποίαν εμμένει και επιμένει το βιβλίο.

Ο Κώστας Σερέζης σε προσωπική επιστολή του προς τη συγγραφέα αναφέρει τα εξής πολύ ενδιαφέροντα:
«Το βιβλίο σας “Λεμεσός, η θάλασσα και η παπαρούνα” αποτελεί μια παλίμψηστη μαρτυρία για μια πόλη, που είναι η γενέθλια για σας, που είναι ο χώρος των αείμνηστων παιδικών χρόνων, τόσο που μια παιδική αμφίεση και μόνο αποτέλεσε μέρος του τίτλου του βιβλίου σας. Μόνο με τη λέξη “αείμνηστων” μπορώ να αποδώσω την έννοια μιας περιόδου ζωής, την οποίαν θυμόμαστε συνήθως μέσα από ένα ρομαντικό και ανέμελο περιτύλιγμα, ακόμη κι αν ήταν δύσκολη και η οποία πέρασε ανεπιστρεπτί.

Η γενέθλια πόλη, όμως, εκτός των αναμνήσεων είναι και ο χώρος ο οποίος συγκέντρωσε την αγάπη, τη φροντίδα, τα οράματα, που όλα μαζί δεν έμειναν στην περιοχή της μνήμης, την οποίαν νοσταλγικά περιγράφετε αλλά αποτέλεσαν και την αφορμή για προτάσεις, για την ανάπλαση, τη διάσωση, τη βελτίωση και την ανάδειξή της στις νέες εποχές που μας έρχονται. Προβάλλετε τη γενέθλια πόλη σαν μήτρα σαν την πόλη μητέρα και το κάνετε με την ίδια αγάπη που θα επιδεικνύατε για τη φυσιολογική σας μητέρα».

Πολύ εύστοχες οι επισημάνσεις του κ. Σερέζη και δεν είναι οι μόνες που οδηγούν στο χαρακτηρισμό της μαρτυρίας της συγγραφέως ως «παλίμψηστης», γιατί κοντά στα κεφάλαια που γράφτηκαν ειδικά γι’ αυτή την έκδοση, περιλαμβάνονται και κείμενα με εισηγήσεις και προβληματισμούς που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς στον Τύπο, σε έντυπα διαφόρων αποχρώσεων, κι αυτό έχει σημασία, αναδεικνύοντας και κάτι άλλο. Την ανεπιτήδευτη και όχι αφ’ υψηλού συμβολή της συγγραφέως, εκ του αφανούς ή όχι, στις προσπάθειες του Ανδρέα Χρίστου, στην επιτυχή θητεία του ως δημάρχου της πόλης. Η συζυγική ιδιότητα προσέφερε χαρακτηριστικά ανυστερόβουλης χρησιμότητας και πειστικής επιχειρηματολογίας.

Στο βιβλίο η μια διάσταση επικαλύπτει, συμπληρώνει ή επεκτείνει την άλλη, είτε προηγείται είτε είναι μεταγενέστερη. Αποτελεί μια δεξαμενή από την οποίαν ένας μελετητής μπορεί να αντλήσει ποικίλες πληροφορίες τώρα και στο μέλλον ή να πάρει στοιχεία για προτάσεις αστικής αξιοποίησης, οι οποίες συνδυάζουν τη σοβαρότητα του έμπειρου αρχιτέκτονα αλλά και τη γνησιότητα του δημόσιου προσώπου που έχει βιώσει ανθρώπους, δυσκολίες και προβλήματα.

Ο φιλαναγνώστης