Του Δημήτρη Παλμύρη

Όταν στα τέλη του 2010 η αραβική άνοιξη πυροδοτούσε ένα κύμα εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, λίγοι τολμούσαν να καταδικάσουν τη δυτική εμπλοκή στις κοινωνικές αναταραχές στην περιοχή, ιδιαίτερα στις χώρες τις οποίες το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και η ΕΕ είχαν θέσει στο στόχαστρο. Ωστόσο, τα γεγονότα που ακολούθησαν και ιδιαίτερα οι εμφύλιοι πόλεμοι στη Λιβύη και τη Συρία, ήρθαν να επιβεβαιώσουν τον επικίνδυνο, για τους λαούς, χαρακτήρα της ξένης επέμβασης. Σήμερα, 9 χρόνια μετά τις επεμβάσεις της Δύσης, ο πόλεμος παραμένει το κυρίαρχο στοιχείο και στις δύο χώρες, ενώ οι πρόσφατες εξελίξεις στη Λιβύη αποδεικνύουν το ξεκάθαρο γεωπολιτικό και οικονομικό συμφέρον που κρυβόταν πίσω από τη βούληση των δυτικών. Ιδιαίτερα στη Λιβύη, η εξαγωγή «δημοκρατίας» υλοποιείται με την ξεκάθαρη εξαγωγή όπλων η οποία απροκάλυπτα εδώ και χρόνια σπάζει το εμπάργκο του ΟΗΕ. Σε αυτό, οι μεγάλες δυνάμεις μέχρι πολύ πρόσφατα φαίνεται να έδειχναν τουλάχιστον ανοχή, εάν όχι υπόγεια υποστήριξη.

Τον Γενάρη του 2011, ξεκίνησαν οι πρώτες διαμαρτυρίες κατά του καθεστώτος της Λιβύης του οποίου ηγείτο για δεκαετίες ο Μουαμάρ Καντάφι. Σε αυτές δόθηκε σχεδόν άμεσα εξωτερική στήριξη σε αντίθεση με άλλες προσπάθειες διαμαρτυριών και εξεγέρσεων σε φίλια για τη Δύση καθεστώτα της Μέσης Ανατολής που καταπνίγηκαν άμεσα και βίαια όπως η εξέγερση και οι διαμαρτυρίες στο Μπαχρέιν. Σε διάστημα λίγων εβδομάδων στις διαμαρτυρίες στη Λιβύη δόθηκε καθεστώς εξέγερσης και στις 19 Μαρτίου του 2011, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ αποφάσισαν να επέμβουν για να θέσουν τέρμα στην εξουσία του Καντάφι. Η αεροπορική υπεροχή που έδωσε στους ένοπλους αντικαθεστωτικούς το ΝΑΤΟ διασφάλισε πως ο ήδη εδώ και μήνες ηττημένος Καντάφι θα εκτελείτο εξωδικαστικά μετά από βασανιστήρια στις 20 Οκτωβρίου του 2011.


Το παιχνίδι του πετρελαίου

Ωστόσο, ο «τρομοκράτης» αυτός ηγέτης τον παλαιότερων δεκαετιών όπου συχνά πυκνά βρισκόταν σε σύγκρουση με τη Δύση, τα τελευταία χρόνια είχε μετατραπεί σε εταίρο. Μάλιστα, ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες είχαν κλείσει με τη Λιβύη σημαντικότατες συμφωνίες εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου της χώρας. Συγκεκριμένα, η εφημερίδα Ριζοσπάστης αναφέρει σε φύλλο ημερομηνίας 26/03/2011, δηλαδή λίγες μόνο μέρες μετά την επέμβαση, πως «τόσο η βρετανική BP όσο και η γαλλική Total είχαν (η πρώτη το 2007 και η δεύτερη το 2009 ως ανανέωση) εξασφαλίσει μακρόχρονα συμβόλαια εκμετάλλευσης του ενεργειακού πλούτου της Λιβύης. Ανάλογα συμβόλαια είχαν επίσης η ιταλική ENI, η ισπανική Repsol, οι αμερικανικές Εxxon Mobil, Chevron, Occidental Petroleum, Hess, Conoco Phillips, η κινεζική China National Petroleum Corp. (που απορροφά το 11% του λιβυκού πετρελαίου), η γερμανική RW DIA E». Οι σκέψεις του Καντάφι τις οποίες διατύπωνε και δημόσια σε συνεντεύξεις του να επαναδιαπραγματευτεί τα συμβόλαια αυτά με στόχο να ανοιχτεί στις αγορές των λεγόμενων χωρών του BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότιος Αφρική) ήταν αυτές που σφράγισαν τη μοίρα του.

Ακόμη και σήμερα, στο μέσο του εμφυλίου πολέμου, η χώρα παράγει 1,3 εκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, γεγονός που έχει τεράστια σημασία για τις εξελίξεις. Τα πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας την κατατάσσουν στις πρώτες δέκα παγκοσμίως. Αλλά ακόμη και τα τεράστια υπόγεια αποθέματα νερού που διαθέτει η χώρα είναι τόσο σημαντικά που η βρετανική Guardian ανέφερε στις 27/05/2011 πως θα είναι τεράστιο δώρο για αυτόν που θα αποκτήσει το πάνω χέρι στον διαφαινόμενο -τότε- εμφύλιο.

Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε πως στην επέμβαση των δυτικών το 2011 στη Λιβύη, υπήρξαν διάφορες ταχύτητες. Για παράδειγμα, η αποφασιστικότητα της Γαλλίας να αναλάβει δράση κατά των δυνάμεων του Καντάφι φαίνεται να επηρέασε και τη δράση της Ιταλίας, η οποία αρχικά ήταν διστακτική. Θυμίζουμε πως μόλις το 2009 ο Καντάφι επισκεπτόταν την Ιταλία. Οι Financial Times αναφέρουν πως η Ρώμη τράβηξε σε ένα πόλεμο τον οποίο θα προτιμούσε να αποφύγει εάν δεν φοβόταν πως η επιρροή της Γαλλίας στους διαφαινόμενους νικητές θα μπορούσε να της στερήσει τον σημαντικό ρόλο της στα πετρελαϊκά αποθέματα της Λιβύης. Έτσι αναγνώρισε το λεγόμενο Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο των αντικαθεστωτικών. Διασφάλισε έτσι μόλις τον Σεπτέμβρη του 2011 πως η ΕΝΙ θα ξανάρχιζε την παραγωγή πετρελαίου στη χώρα και μάλιστα θα προϋπολόγιζε επενδύσεις μέχρι 8 δισεκατομμύρια ευρώ.

Στα μέσα Αυγούστου οι μετοχές της ΕΝΙ, της αυστριακής OMV και της γαλλικής TOTAL ανέβηκαν 3% εώς 5% παρά την πτώση της τιμής του πετρελαίου, καθώς όλοι έβλεπαν πως οι εταιρείες αυτές θα επαναδιεκδικούσαν το μερίδιό τους στην αγορά της Λιβύης. Αυτό ωστόσο δεν σήμαινε πως στο παιχνίδι δεν θα έμπαιναν και νέοι παίχτες. Ανάμεσά τους ήταν η εθνική πετρελαϊκή εταιρεία του Κατάρ VITOL. Το Ρόιτερς την ίδια περίοδο αναφέρει πως οι αμερικανικές εταιρείες ήταν πιο επιφυλακτικές περιμένοντας να δουν ποιες δυνάμεις από τα διάφορα αντάρτικα που δημιούργησε η ξένη εμπλοκή θα κυριαρχούσαν.

Χρηματοδοτώντας ενόπλους

Ήδη από τις πρώτες μέρες του λιβυκού εμφυλίου, η εμπλοκή των διαφόρων συμφερόντων στη χώρα διασφάλισε πως θα ενισχύονταν διάφορες ένοπλες δυνάμεις στο πλευρό του κάθε χορηγού τους. Για παράδειγμα, μετά την επίθεση της 11 Σεπτεμβρίου 2012 στην πρεσβεία των ΗΠΑ στη Βεγγάζη στην οποία σκοτώθηκε ο πρέσβης της χώρας, Κρίστοφερ Στίβενς, άρχισαν πλέον και στις ΗΠΑ να παραδέχονται πως μερικές από τις ένοπλες ομάδες που στήριξαν ενάντια στον Καντάφι είχαν σχέση με ακραία ισλαμικά κινήματα.

Στις 5/12/2012 οι New York Times γράφουν πως οι ΗΠΑ ενέκριναν την αποστολή όπλων από το Κατάρ στη Λιβύη τα οποία κατέληξαν σε ισλαμιστές μαχητές. Παρομοίως, τους διάφορους ισλαμιστές εξόπλιζαν με την άδεια των ΗΠΑ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Καθώς οι ΗΠΑ ήθελαν να αποφύγουν την εμπλοκή του στρατού ξηράς τους στον πόλεμο στη Λιβυή είχαν επιτρέψει στα δύο αυτά κράτη να υλοποιούν μεγάλο μέρος της μεταφοράς αμερικανικών όπλων στους εμπόλεμους. Από νωρίς οι ΗΠΑ γνώριζαν τι σημαίνει αυτό. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως τα Εμιράτα και το Κατάρ μέχρι σήμερα στηρίζουν διαφορετικά στρατόπεδα στον λιβυκό εμφύλιο.

Οι πωλήσεις όπλων όμως προς τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα δεν σταμάτησαν με την ανατροπή του Καντάφι. Από τότε μέχρι σήμερα και την εκ νέου κορύφωση του πολέμου αυτές συνεχίζονται. Η τελευταία έκθεση του ΟΗΕ αναφέρει πως τουλάχιστον η Ιορδανία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Τουρκία παραβιάζουν απροκάλυπτα το εμπάργκο όπλων του. Ακόμη μόλις αυτό το καλοκαίρι η Γαλλία προσπάθησε να δικαιολογήσει την εύρεση γαλλικών όπλων στο οπλοστάσιο του Στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, αποκαλύπτοντας με τους ισχυρισμούς της τη δράση γαλλικών ένοπλων δυνάμεων στη χώρα. Την ίδια ώρα γίνονται αναφορές για μισθοφόρους από διάφορες χώρες που διασφαλίζουν πετρελαϊκά συμφέροντα, ενώ δεν έλειψαν και οι βίαιες στρατολογήσεις προσφύγων και μεταναστών.

Τα αντιμαχόμενα συμφέροντα

Από την ώρα που οι διάφορες ένοπλες φράξιες που δημιούργησαν τα διαπλεκόμενα ξένα συμφέροντα στη Λιβύη ανέλαβαν την εξουσία στη χώρα, ο νέος εμφύλιος ήταν αναπόφευκτος. Προς την κατεύθυνση αυτή ευνοούσε ιδιαίτερα το γεγονός πως όποιος ξένος σπόνσορας πόνταρε στην ομάδα ενόπλων που θα νικούσε, θα διασφάλιζε μεγαλύτερο μερίδιο στην πετρελαϊκή αγορά. Ο κοινοβουλευτισμός, που δεν λειτούργησε πότε, κατέρρευσε το 2014.

Η εξωτερική εμπλοκή ήταν καθοριστική. Χώρες όπως η Ιταλία επιδιώκουν την εξεύρεση λύσης πρωτίστως για να διασφαλίσουν τα συμβόλαιά τους, ενώ άλλες επιδιώκουν νέες ισορροπίες. Για μεγάλο διάστημα η Ιταλία φαινόταν να στηρίζει την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας που είχε έδρα την Τρίπολη. Αυτή, αν και διεθνώς αναγνωρισμένη, ελέγχει μικρό τμήμα της χώρας. Στηρίζεται από τη μουσουλμανική αδελφότητα και άλλα ισλαμικά κινήματα. Στο εξωτερικό την στηρίζουν το Κατάρ και η Τουρκία. Από την άλλη βρίσκονται οι δυνάμεις που έχουν προσφέρει τη στήριξή τους στον Στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ που έχει τη στήριξη των Εμιράτων, της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και όπως όλα δείχνουν τις «συμπάθειες» της Ρωσίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ.

Η πρόσφατη απόφαση της Τουρκίας να προχωρήσει σε πιο ενεργή στήριξη της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας (ΚΕΣ) προκάλεσε την άμεση αντίδραση όσων στήριζαν τον Χαφτάρ ο οποίος προέλαυνε για την Τρίπολη. Τα γεγονότα αυτά έφεραν για ακόμη μια φορά τις πλευρές σε μία διεθνή διάσκεψη. Ωστόσο είναι φανερό πως και σε αυτήν -σήμερα στο Βερολίνο- θα κυριαρχήσει αυτό που κυριαρχούσε από το 2011: Τα ενεργειακά συμφέροντα των ξένων δυνάμεων.