Λόγος [ουσιαστικά] κοινωνικός και ταυτοχρόνως λόγος υπαρξιακός ανθρώπινος 

 

Την κραυγή της πεταλούδας ποιος θα την πει;

[ ] Και είπαμε, και είπαμε, και είπαμε,
μα ξύδι τα νερά κι οι στοχασμοί,
ναρκοπέδια οι έρωτες
και οι παρεκτροπές,
ταριχευμένα λελέκια οι υποσχέσεις.

Και είπαμε, και είπαμε, και είπαμε,
μα πλάνη το χιόνι,
πλάνη και η λευκότης,
πώς αντέχει το άσπρο τόσο φως;

Πλάνη και το γαλάζιο,
πλάνη και το δάκρυ,
πώς αντέχει το μάτι
τόσο μαύρο στον ουρανό;

Μα πλάνη και η θάλασσα,
πλάνη και ο αφρός,
πώς αντέχεις εσύ
τόσα πτώματα μικρών παιδιών;
(«Της εσχατιάς»)

Τρίτη ποιητική συλλογή και συνολικά έκτο βιβλίο του Ανδρέα Μαλόρη που είναι διαρθρωμένη σε 15 ενότητες με 3 ανά ενότητα ποιητικές σημειώσεις/ [συμπερασματική] συνόψιση αλλά και ουσιαστική προσθήκη όσων επιχειρεί ο ποιητής να εκθέσει: Οι οιμωγές πίσω από το βουνό/ κόπασαν/ και οι ποιητές/ που κατρακύλησαν εκεί,/ πνίγηκαν στα σημεία στίξης. Λόγος [ουσιαστικά] κοινωνικός και ταυτοχρόνως λόγος υπαρξιακός ανθρώπινος που ’ρχεται να διερωτηθεί για όσα πολλά συμβαίνουν μέσα κι έξω, από και για τον άνθρωπο. Ως αντίβαρο στη δυστοπία της εποχής ο Μαλόρης επικαλείται τη φύση. Προστρέχοντας στη χλωρίδα και την πανίδα, σύμμαχο του σύμπαντος κόσμου, στήνει τους στίχους, τις μεταφορές, τις μετωνυμίες του πάνω στα χνάρια μιας νέας Δημιουργίας: Τα πουλιά να πυρπολούν στα νερά/ ενθουσιασμούς/ και τα ψάρια να καμακώνουν στον αέρα/ παρακαταθήκες προγόνων… Και αλλού: οι ορμές του ωκεανού/ επιστρέφουν στους φυσητήρες/ των φαλαινών… Ή: Κάποια κυρία ευέξαπτη Χλωροφύλλη/ παραδίδει το διάταγμα έξωσης/ στην αθωότητα μιας αυλής./ Ελλείψει επιχειρημάτων/ η μοχθηρία της μούχλας/ θα πεις./ Για πόσο όμως εσύ/ θα αναδιπλώνεσαι βουβός,/ δίπλα σ’ αυτό το γιασεμί/ που εκλιπαρεί;

Οι στίχοι ολοζώντανοι αποκαλύπτουν το αδιέξοδο. Δίχως διδακτισμό και στόφα ο Μαλόρης αναδεικνύει, με τον πιο μεστό και συνεσταλμένο τόνο, το πρόβλημα επιζητώντας διέξοδο κι ελπίδα (θα υπάρχει πάντα αυτό που αγνοώ˙// και όσο αγνοώ ελπίζω.): οι ανάγκες σου σε χάδια όλο και λιγοστεύουν, Λίγο ακόμα/ και οι νύκτες που αρνήθηκες/ παμψηφεί θα σε διαγράψουν, Οι νότες που άφησα πίσω/ με πολτοποίησαν στις ράγες, Στο σακίδιο θα βαραίνουν/ μόνο όσα σου ξέφυγαν…

Πεπτωκότες άγγελοι, δοσίλογοι έρωτες, κορμιά ανόητα, είδωλα του αναπόφευκτου, πλαστογραφημένη ηδονή σε αθανασία, οδοφράγματα, αλαλαγμοί αρένας (από το ύψος ενός drone), δακρυγόνα των εύκολων συγκινήσεων, μια γραμμή που τρεκλίζει, κατακόμβες πόνου, είναι τα υλικά που πραγματεύεται στους στίχους του. Καθαρά, δίχως υπερβολή στο μαύρο του σύγχρονου κόσμου. Σχεδόν ανάλαφρα μέσα στο σώμα της ποίησης πραγματεύεται τα εργαλεία της νέας κρίσης αναζητώντας διέξοδο επίμονα ρήματα, τις νεοσύλλεκτες λέξεις και τις απαγγελίες ποιημάτων.

Από τις ουσιαστικότερες/σημαντικότερες ποιητικές καταθέσεις που έρχονται να αντιπαρατεθούν με τον πολιτικό κυνισμό των Γκουαντάναμο και της δοσοληψίας στη λογική:

Γιατί πάντα εσύ βγαίνεις δυνατή;

Δε θυμάμαι να σου δόθηκα εγώ ποτέ!

(Φωνάζει το αίσθημα στη λογική)

Κώστας Κρεμμύδας