Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Ο Λογγίνος Παναγή μετά από τρεις ταινίες μικρού μήκους παρουσιάζει (σενάριο, σκηνοθεσία) την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους με τίτλο Clementine. Η ταινία «καταγράφει τις αντιθέσεις, το σουρεαλισμό, την κωμωδία και την τραγωδία πίσω από τη σύγχρονη κυπριακή ιστορία» και παρουσιάζεται στο 16ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες – Κύπρος 2018 που πραγματοποιείται από τις 19 μέχρι και τις 28 Απριλίου στο Θέατρο Ριάλτο και τον κινηματογράφο Ζήνα Πάλας.

Ο Λογγίνος Παναγή θεωρεί πως «παρατηρείται τα τελευταία δύο-τρία χρόνια μια άνθιση του κυπριακού κινηματογράφου» και για την περαιτέρω ανάπτυξή του προτείνει «περαιτέρω οικονομική στήριξη από το κράτος, κίνητρα για προσέλκυση ξένων παραγωγών και ενθάρρυνση των συμπαραγωγών, δημιουργία τεχνικών υποδομών και κινηματογραφική παιδεία».

Η ταινία παρουσιάζεται: Θέατρο Ριάλτο 21 Απρίλιου στις 18:00 και Ζήνα Πάλας 22 Απριλίου στις 18:00

ΛΟΓΓΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΗ

  • Clementine:Το τέλος της αθωότητας μετά από ένα πόλεμο
  • Η τέχνη του κινηματογράφου μπορεί να μας χαρίσει τη συλλογική φωνή που χρειαζόμαστε

Ποιο το θέμα της ταινίας σας, πώς το επιλέξατε;

Το θέμα είναι το τέλος της αθωότητας μετά από ένα πόλεμο. Γι’ αυτό και η ταινία ουσιαστικά χωρίζεται σε δύο μέρη: προ του πολέμου και μετά τον πόλεμο. Το πρώτο μέρος είναι εύθυμο, εξωστρεφές και ολίγον σουρεαλιστικό, ενώ το δεύτερο είναι γκρίζο και εσωστρεφές, «στοιχειωμένο» από το τραύμα του πολέμου. Επέλεξα αυτό το θέμα για να μιλήσω παραβολικά για τη δική μας κυπριακή πραγματικότητα, πριν και μετά την εισβολή.

Ποια είναι η Clementine;

Η Clementine είναι η όμορφη και αινιγματική ηρωίδα του φιλμ, κόρη μιας διάσημης ηθοποιού που έρχεται στο νησί για μια παράσταση της μητέρας της και βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με το φάσμα του πολέμου.

Στο δελτίο Tύπου του φεστιβάλ αναφέρεται «μια ταινία για ένα αγόρι, ένα κορίτσι, ένα βοσκό, ένα φωτογράφο, ένα διπλωμάτη, μια ηθοποιό. Μια ταινία για τον Μάρλον Μπράντο, τον Σαίξπηρ, για αγριόχορτα και τη θάλασσα». Πώς θα περιγράφατε εσείς την ταινία;

Είναι μια ταινία που καταγράφει τις αντιθέσεις, το σουρεαλισμό, την κωμωδία και την τραγωδία πίσω από τη σύγχρονη κυπριακή ιστορία. Με φόντο μία παράσταση του Οθέλλου, οι πιο πάνω χαρακτήρες συνδέονται κατά κάποιο τρόπο μεταξύ τους, πριν σπάσει τους δεσμούς τους ο πόλεμος. Ο βοσκός θαυμάζει τα γουέστερν και ονειρεύεται πως θα γίνει ο Μάρλον Μπράντο, ο φωτογράφος θέλει να φτιάξει ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από την άγρια φύση του νησιού, ο διπλωμάτης χρησιμοποιεί ατάκες από τον Σαίξπηρ για να σαγηνεύσει την ηθοποιό. Όπως συμβαίνει συχνά στις ταινίες, το αγόρι θα συναντήσει το κορίτσι, όμως ο πόλεμος θα μετατρέψει τα όνειρα σε εφιάλτες.

Παρά τις τεχνικές και οικονομικές δυσκολίες, καθώς η στήριξη του σινεμά είναι περιορισμένη, παρατηρείται τα τελευταία δύοτρία χρόνια μια άνθιση του κυπριακού κινηματογράφου. Αυτό οφείλεται στην επιμονή, στην αυταπάρνηση και βεβαίως στο ταλέντο των ανθρώπων που ασχολούνται με αυτή την περιέργως παραμελημένη στον τόπο μας- τέχνη

Πού γυρίστηκε η ταινία;

Η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Κύπρο και συγκεκριμένα στον Άγιο Θεόδωρο, στα Περβόλια, στο αεροδρόμιο της Λάρνακας, στον Άγιο Σωζόμενο, στο Καϊμακλί (κοντά στην πράσινη γραμμή), στο πάρκο της Αθαλάσσας, σε οικία στον Άγιο Ανδρέα και στο Θέατρο Αποθήκες του ΘΟΚ.

Η ταινία κάνει πρεμιέρα στην Κύπρο στο Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες Κύπρου, τι νιώθετε γι’ αυτό;

Ανυπομονώ για την προβολή, τα σχόλια και τις αντιδράσεις, καθώς η ψυχή της ταινίας έχει να κάνει με την ιστορία αυτού του τόπου.

Πόσο εύκολο ήταν να γυριστεί; Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο;

Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν εν μέσω του καυτού καλοκαιριού του 2016, με τις μεγάλες πυρκαγιές, και αυτή ήταν η τεράστια δυσκολία μας. Έπρεπε να δημιουργήσουμε μέσα στους σαράντα βαθμούς, σε ξηρό και άνυδρο τοπίο. Το μακιγιάζ των ηθοποιών έλιωνε από τη ζέστη και όλοι μας βρισκόμασταν στα όρια της εξάντλησης από την υγρασία (παρά τα λίτρα νερού, τις ομπρέλες και τους ανεμιστήρες).

Παρατηρείτε κάποια εξέλιξη στο κυπριακό κινηματογράφο;

Παρά τις τεχνικές και οικονομικές δυσκολίες, καθώς η στήριξη του σινεμά είναι περιορισμένη, παρατηρείται τα τελευταία δύο τρία χρόνια μια άνθιση του κυπριακού κινηματογράφου. Αυτό οφείλεται στην επιμονή, στην αυταπάρνηση και βεβαίως στο ταλέντο των ανθρώπων που ασχολούνται με αυτή την -περιέργως παραμελημένη στον τόπο μας- τέχνη. Μια νεότερη γενιά αρχίζει να αρθρώνει τη δική της φωνή και τα αποτελέσματα είναι ομολογουμένως εντυπωσιακά. Οφείλουμε όλοι μας να αγκαλιάσουμε αυτή την προσπάθεια γιατί μόνο η τέχνη του κινηματογράφου μπορεί να μας χαρίσει τη συλλογική φωνή που τόσο χρειαζόμαστε σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς.

Τι θεωρείτε πως πρέπει να γίνει για την περαιτέρω ανάπτυξη της κινηματογραφικής τέχνης στην Κύπρο;

Τέσσερα πράγματα: Περαιτέρω οικονομική στήριξη από το κράτος, με σημαντική αύξηση των σχετικών κονδυλίων για τον κινηματογράφο. Ιδιωτική πρωτοβουλία, κίνητρα για προσέλκυση ξένων παραγωγών και ενθάρρυνση των συμπαραγωγών. Δημιουργία τεχνικών υποδομών και κινηματογραφικών στούντιο. Και το σημαντικότερο, κινηματογραφική παιδεία, με μαθήματα για το σινεμά στα σχολεία και με τη δημιουργία μιας πραγματικής σχολής κινηματογράφου.

Έχετε ασχοληθεί επίσης με τις ταινίες μικρού μήκους. Ποιες οι ιδιαιτερότητες αυτού του είδους, το προτιμάτε σαν είδος ή είναι πιο εύκολο να γυριστεί;

Η ταινία μικρού μήκους -κατά τη γνώμη μου κακώς- θεωρείται κάτι σαν «προπόνηση» για την μεγάλου μήκους, ενώ αποτελεί από μόνη της ένα ξεχωριστό δημιουργικό είδος. Είναι σαν το διήγημα απέναντι στο μυθιστόρημα. Σίγουρα, από τεχνική άποψη, είναι πιο εύκολα τα γυρίσματα. Ταυτόχρονα, ο σκηνοθέτης-δημιουργός έχει μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στο υλικό του. Ειδικά το είδος του ποιητικού κινηματογράφου που αγαπώ, μπορεί πραγματικά να μεγαλουργήσει στο φορμά του μικρού μήκους.

Πιστεύω πως με την ενδυνάμωση των δεσμών του φεστιβάλ πέρα από τα σύνορα της Κύπρου και με τη δημιουργία πιο εξειδικευμένων τμημάτων στο πρόγραμμα προβολών, οι «Κινηματογραφικές Μέρες» μπορούν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την ιδιαίτερη, προσωπική τους ταυτότητα.

Τι θα προτείνατε στους οργανωτές να προσέξουν για να κρατήσουν τα κινηματογραφικά φεστιβάλ της Κύπρου σε ένα υψηλό επίπεδο και να τα επεκτείνουν;

Η εξέλιξη του Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες είναι πολύ μεγάλη, ενώ και τα άλλα φεστιβάλ που οργανώνονται βοηθούν στην εμπέδωση της κινηματογραφικής παιδείας στον τόπο μας. Ταυτόχρονα, με αυτό τον τρόπο, πραγματοποιείται μια «ζύμωση» με δημιουργούς εντός και εκτός Κύπρου, που δημιουργεί ρεύματα, συνεργασίες και άλλες προοπτικές. Πιστεύω πως με την ενδυνάμωση των δεσμών του φεστιβάλ πέρα από τα σύνορα της Κύπρου και με τη δημιουργία πιο εξειδικευμένων τμημάτων στο πρόγραμμα προβολών, οι Κινηματογραφικές Μέρες μπορούν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την ιδιαίτερη, προσωπική τους ταυτότητα.