Συναντήσεις/ Ορίζοντας/ Φωτογραφία: Παύλος Βρυωνίδης

Λουίζα Παπαλοΐζου: Η μεγάλη κυπριακή εικόνα βρίσκεται σε στάση μετέωρου βηματισμού

 Ο Αντώνης Γεωργίου συναντάει την Λουίζα Παπαλοΐζου και μιλάνε για το Βουνί  (Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2020) το καινούργιο της βιβλίο


Κατεβάστε το  Dialogos App
Apple | Android | Huawei



 Σήμερα «οι γυναικείες φωνές» ακούγονται όλο και περισσότερ

 

Το Βουνί είναι το δεύτερο σου βιβλίο μετά τα Απειλούμενα Είδη (Εκδόσεις Αφή, 2010) που τιμήθηκαν με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη. Πόσα χρόνια δούλευες για το καινούργιο βιβλίο;

Από τις πρώτες σημειώσεις ως την έκδοση του βιβλίου πέρασαν δέκα χρόνια.

Τι ήταν αυτό που επιδίωκες γράφοντάς το τόσα χρόνια; Τι σε δυσκόλεψε περισσότερο;

Δεν έχω ιδέα πώς να εξηγήσω αυτά τα δέκα χρόνια που μου φαίνονται εξωφρενικά πολλά. Όσο για την επιδίωξη και τη δυσκολία νομίζω ήταν ταυτόσημες: η συνομιλία με το υλικό, η συνομιλία με τον τόπο και τον χρόνο, η μετουσίωση του υλικού σε γλώσσα.

ΒουνιΠώς αποφάσισες να ασχοληθείς με τη θεματολογία του βιβλίου; Τι ή ποιοι ήταν το έναυσμα;

Μια «κουβέντα» που ξεκίνησα με τον θείο Αντρέα -στον οποίο είναι αφιερωμένο το βιβλίο-υπήρξε το έναυσμα για να εστιάσω το βλέμμα στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Ήταν αυτός ο άνθρωπος που μου χάρισε το βιβλίο της Ρίτα Σεβέρη «The Swedes in Cyprus» – όπου ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τα κείμενα των Σουηδών αλλά και με το φωτογραφικό υλικό από τις ανασκαφές που διεξήγαγε η Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή στην Κύπρο κατά τα χρόνια 1927-1931. Σε μια φωτογραφία του βιβλίου με τέσσερις εργάτριες – η μία εκ των οποίων όπως έμαθα ήταν αδερφή της μητέρας του θείου μου- εντοπίζω την τεθλασμένη γραμμή αφήγησης της γυναικείας φωνής που συνέχει το μυθιστόρημα.

Η μεγάλη κυπριακή εικόνα δεν μπορεί να συντεθεί. Βρίσκεται σε στάση μετέωρου βηματισμού, ανάμεσα σε ένα ασφυκτικό εναγκαλισμό με το ενεργό τραύμα του παρελθόντος και τον φόβο του μέλλοντος

Διευκρινίζεις ότι έχουμε να κάνουμε με μυθοπλασία παρόλο που παρουσιάζεις πραγματικά πρόσωπα όπως οι Σουηδοί αρχαιολόγοι και ο τότε Βρετανός Κυβερνήτης. Πώς γίνεται μυθοπλασία η Ιστορία, ποια τα όρια, αν υπάρχουν, σε τέτοια περίπτωση;

Η διάκριση ανάμεσα στο «πραγματικό» και στο «επινοημένο» υπήρξε πηγή έμπνευσης αλλά και σταθερού προβληματισμού, θα έλεγα, κατά τη διάρκεια συγγραφής του βιβλίου, ακριβώς γιατί στο έργο τα όποια όρια αίρονται. Δεν ήταν μόνο οι Σουηδοί ή ο Στορς αλλά και οι Κυπραίοι π.χ. ο θείος Αντρέας ο οποίος μυθοποιείται μέσα από τη φωνή του Ξενή αλλά και ο ίδιος ο «τόπος». Επειδή όλα αυτά τα χρόνια επιδίωκα να μιλώ με ανθρώπους από τη συγκεκριμένη περιοχή -ουσιαστικά με την ευρύτερη οικογένεια και κύκλο του πατέρα μου- είχε διαδοθεί ότι γράφω την ιστορία του χωριού τους. Η δική μου πρόθεση όμως ήταν ξεκάθαρη από την αρχή: εκκινώντας από την όποια πραγματικότητα να την υπερβώ. Η ιδιότητα της λογοτεχνίας να κατασκευάζει τους δικούς της τόπους, και κατά συνέπεια τις δικές της αλήθειες, μέσα από τις οποίες θα διηθήσουμε άλλες -αντιμαχόμενες- αλήθειες (προσωπικές, κοινωνικές, Ιστορικές κτλ.) αποτελεί πιστεύω έναν από τους πιο διεισδυτικούς ρόλους της.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι στην κυπριακή διάλεκτο και νιώθω πως δεν θα μπορούσε να γραφτεί αλλιώς. Ποια είναι η σημασία της χρήσης της στο βιβλίο σου;

Θα συμφωνήσω μαζί σου, το δεύτερο μέρος δεν θα μπορούσε να γραφτεί αλλιώς.  Ξεκίνησε όμως αλλιώς. Η φωνή της Κόρης σε μια πρώιμη μορφή ήταν μια μικτή γλώσσα ανάμεσα στη νεοελληνική και την κυπριακή. Με την πάροδο του χρόνου όμως αντιλήφθηκα ότι έπρεπε να αντιμετωπίσω την κυπριακή μετωπικά. Επέστρεψα, όχι για να «μετατρέψω» αλλά με ελάχιστες εξαιρέσεις, για να ξαναγράψω το κείμενο. Από την αρχή αισθάνθηκα έναν ηλεκτρισμό. Η φωνή της Κόρης έγινε ήχος, ρυθμός, κραδασμός, κάτι πρωτόγνωρο για μένα. Κατά κάποιο τρόπο αντιλήφθηκα την έννοια της μητρικής γλώσσας. Είναι η γλώσσα που κουβαλά την προ-γλωσσική αίσθηση του χρόνου. Με αυτή την αίσθηση πορεύτηκα.

Οι γυναίκες συγγραφείς δεν ερμηνεύουν ή επανερμηνεύουν, με τα κείμενά τους, μόνο την πολλαπλότητα του γυναικείου υποκείμενου, αλλά την περιπλοκότητα και πολλαπλότητα του κόσμου που μας περιβάλλει.

Ποια πιστεύεις, είναι γενικότερα η σημασία της χρήσης της διαλέκτου στην ελληνόφωνη  κυπριακή λογοτεχνία;

Η χρήση της διαλέκτου είναι καθοριστικής σημασίας όταν προκύπτει μέσα από μια εις βάθος συνομιλία με το ίδιο το περιεχόμενο του κειμένου. Σε αυτές τις περιπτώσεις έχω την αίσθηση ότι μορφή και περιεχόμενο σμίγουν. Όλο αυτό το βιωμένο σύμπαν δηλαδή που κουβαλά η προφορική γλώσσα, αυτή καθεαυτή, γίνεται μέρος του περιεχομένου. Υπάρχουν σπουδαία τέτοια παραδείγματα στη διαλεκτική μας ποίηση. Ποιήματα που δεν θα μπορούσαν να γραφτούν στη νεοελληνική χωρίς να χαθεί σχεδόν το περιεχόμενό τους. Πέρα από αυτή τη διαπίστωση δεν πιστεύω ότι υπάρχουν προκαθορισμένες απαντήσεις για το ερώτημα που θέτεις. Οι απαντήσεις ποικίλουν όπως ποικίλουν τα κείμενα και οι συγγραφείς. Εξάλλου, προσωπικά, αυτή θεωρώ ότι είναι η ουσία της διμορφίας ή της πολυμορφίας της γλώσσας μου – η ελευθερία, δηλαδή, να αισθάνομαι και τη νεοελληνική και την κυπριακή και οποιαδήποτε ανάμειξη των δυο ως αδιαπραγμάτευτες μορφές της γλώσσας μου.

Δυνατή και καθαρή η φωνή της γυναίκας στο έργο σου – ιδιαίτερα με την Κόρη, μια νέα Κύπρια γυναίκα στις αρχές του εικοστού αιώνα. Πόσο ακούγονται αυτές οι γυναικείες φωνές στην κυπριακή λογοτεχνία;

Σήμερα «οι γυναικείες φωνές» ακούγονται όλο και περισσότερο – συνεχίζοντας θα έλεγε κανείς στον δρόμο που διάνοιξαν σπουδαίες συγγραφείς όπως η Ήβη Μελεάγρου, η Λίνα Σολωμονίδου, η Νίκη Μαραγκού αλλά και ποιήτριες όπως η Έλενα Τουμαζή-Ρεμπελίνα που διεκδίκησαν από τα πρώτα τους ποιήματα και συνεχίζουν να διεκδικούν τον ήχο της γυναικείας φωνής. Στις νεότερες γενιές υπάρχει σημαντική παρουσία γυναικών συγγραφέων εξού και μια πολυδιάστατη προσέγγιση της πολλαπλότητας των γυναικείων φωνών –και όχι μόνον- που αναπαριστώνται μέσω της λογοτεχνίας. Οι γυναίκες συγγραφείς – ένα ανομοιογενές σύνολο ούτως ή άλλως – δεν ερμηνεύουν ή επανερμηνεύουν, με τα κείμενά τους, μόνο την πολλαπλότητα του γυναικείου υποκείμενου, αλλά την περιπλοκότητα και πολλαπλότητα του κόσμου που μας περιβάλλει.

Η φωνή του συνδικαλιστή Χρίστου απέναντι στους Βρετανούς αποικιοκράτες αλλά και η διαφοροποίησή του σε σχέση με το όραμα της Ένωσης που είχε ευρεία απήχηση εκατό χρόνια πριν, παραμένει μοναχική και ανίσχυρη έναντι στην κυρίαρχη άποψη της τότε εποχής. Πώς αντηχεί σήμερα αυτή η φωνή;  

Μια μοναχική φωνή, ναι, δεν θα έλεγα όμως ανίσχυρη τουλάχιστον εντός της δράσης του έργου, γιατί είναι μέσω της φωνής αυτής που αρθρώνεται ο αντίλογος των ιδεών και των  εθνικών οραμάτων, διαφυλάσσοντας την πολυφωνία της αφήγησης. Όσο για το πώς αντηχεί σήμερα η φωνή αυτή, θα έλεγα ότι το έργο αφήνει το σήμερα εξολοκλήρου στα χέρια του αναγνώστη. Εξάλλου, είναι η σημερινή αναγνώστρια και ο σημερινός αναγνώστης που φέρνουν στο βιβλίο τη συντελεσμένη γνώση του μέλλοντος – αυτήν που εν πολλοίς οι πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες του έργου αγνοούν.

Η ιδιότητα της λογοτεχνίας να κατασκευάζει τις δικές της αλήθειες, μέσα από τις οποίες θα διηθήσουμε άλλες -αντιμαχόμενες- αλήθειες (προσωπικές, κοινωνικές, Ιστορικές κτλ.) αποτελεί πιστεύω έναν από τους πιο διεισδυτικούς ρόλους της

Έχω την εντύπωση ότι προτίμησες να αισθανθούμε την επίδραση της πολιτικής και να την παρατηρούμε σε λεπτομέρειες –όπως τα πολιτικά συνθήματα που αλλάζουν σε ένα τοίχο– να τη δούμε πώς υφαίνει τις σχέσεις των ανθρώπων και το μέλλον του τόπου, παρά να έχει κεντρικό ρόλο. Σε κριτικό του σημείωμα ο Αναστάσιος Πισσούριος αναφέρεται σε «μετέωρη πολιτική χροιά» και προσπάθεια «απώθησης του πολιτικού στοιχείου». Πώς σχολιάζεις τα πιο πάνω; Πόσο πολιτικό και πόσο πολιτικοποιημένο είναι το βιβλίο σου;

Η αναφορά σε προσπάθεια «απώθησης του πολιτικού στοιχείου» αποτελεί μια ενδιαφέρουσα ανάγνωση του τρόπου με τον οποίο δομείται κατά κάποιο τρόπο η αφήγηση του έργου, με μια καίρια όμως διαφοροποίηση: στο βιβλίο το «πολιτικό στοιχείο» ισούται με την «πολιτική». Ο Ξενής, η Κόρη, ο Σουηδός προσπαθούν απεγνωσμένα να αποσείσουν από πάνω τους την πολιτική, το βάρος της Ιστορίας, θα έλεγε κανείς, την πολιτικοποίηση ή εθνικοποίηση της Ιστορίας. Πασχίζουν να κρατήσουν τα ηνία της αφήγησης, να μην απωλέσουν τον έλεγχο (της ζωής τους), μπροστά σε αυτή την εφιαλτική σκιά, το σκότος,  που απειλεί να αφανίσει τους πάντες. Όσο για το πόσο πολιτικό ή πολιτικοποιημένο είναι το βιβλίο, νομίζω πρέπει πρώτα να ξεκινήσουμε από μια αποσαφήνιση των όρων (πιθανόν αυτό να ισχύει και για το πρώτο μέρος της απάντησης).

Η Αυγή Λίλλη, επίσης σε κριτική της για το βιβλίο, αναφέρει ότι «κατορθώνει να συνθέσει τη μεγάλη κυπριακή εικόνα». Τι συμπεριλαμβάνει για σένα αυτή η «κυπριακή εικόνα» και από τι συν-αποτελείται η ταυτότητα των Κύπριων, αυτή η «εύφλεκτη “κυπριακότητα”» κατά τη Λίλλη;

Η μεγάλη κυπριακή εικόνα δεν μπορεί να συντεθεί. Βρίσκεται σε στάση μετέωρου βηματισμού, ανάμεσα σε ένα ασφυκτικό εναγκαλισμό με το ενεργό τραύμα του παρελθόντος και τον φόβο του μέλλοντος. Όσο για την «εύφλεκτη κυπριακότητα» – δεν θα μπορούσε να με βρει πιο σύμφωνη. Όταν γράφεις νομίζω αισθάνεσαι αυτή την ευφλεκτότητα μέσα στους αρμούς των λέξεων. Λες και το ζητούμενο δεν είναι τι θα γράψεις, αλλά πώς θα καταφέρεις να το γράψεις χωρίς να παραδώσεις το κείμενο στις φλόγες.

 

 

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.