Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου
Η θεατρική συγγραφέας και πεζογράφος Μαρία Αβρααμίδου τιμήθηκε πρόσφατα από την Ενωση Λογοτεχνών Κύπρου με το «Βραβείο  Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη». Το βραβείο καθιερώθηκε  το 2009, στο όνομα του πρώτου προέδρου και αργότερα επίτιμου προέδρου της Eνωσης. Μιλάμε με τη Μαρία Αβρααμίδου για τη βράβευσή της, το γράψιμο, την ανάγκη της να γραφεί «με γνώμονα ό,τι ωραίο και ευαίσθητο και βαθύ» αποκόμισε από τα δικά της αναγνώσματα, αλλά και για την τηλεόραση, όπου έχει επίσης δουλέψει και για τη συγγραφή για τα παιδιά που είναι «το μέγα θαύμα της φύσης».

ΜΑΡΙΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ:

Δεν είναι διαφορετικά να γραφεί κανείς για παιδιά. Πρέπει μόνο να τα σέβεσαι

Πώς δεχτήκατε τη βράβευσή σας;

Κοιτάξετε, θέλω σε όλες τις ερωτήσεις σας να απαντήσω με βαθύτατη ειλικρίνεια, αποφεύγοντας  τα συνηθισμένα κλισέ, που τα απεχθάνομαι με όλη μου την  ψυχή. Oταν λοιπόν με πήρε τηλέφωνο ο κ. Χατζήπαπας, -νομίζω ήταν αρχές Μαρτίου- νόμισα πως δεν άκουσα καλά, θυμούμαι όμως καθαρά ότι τον ευχαρίστησα ευγενικά, χωρίς περαιτέρω σχόλια. Υστέρα όταν το συνειδητοποίησα, ένιωσα κάτι, ας πούμε σαν ένα βάρος και αναρωτήθηκα αν αξίζω αυτή την τιμή. Σκέφτηκα, «ο κυπριακός ελληνισμός της Αιγύπτου, οι Πιερίδες, ο Ν. Νικολαΐδης, αυτοί είναι ντοστογιεφσκικοί γίγαντες, σου κάνουν το χατίρι να σε τιμήσουν, αλλά εσύ το αξίζεις;». Ειλικρινά δεν το νομίζω και ευχαριστώ ταπεινά αυτούς που με σκέφτηκαν για τη βράβευση.

Το γεγονός ότι το βραβείο φέρει και το όνομα ενός από τους κορυφαίους Kυπρίους πεζογράφους, του Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη, το έκανε δηλαδή για σας πιο ιδιαίτερο;

Σίγουρα, γιατί υποσχέθηκα στον εαυτό μου, όσο αντέχουν οι δυνάμεις μου να  δουλεύω ασταμάτητα, όπως έκαναν αυτοί οι μεγάλοι μύστες, γιατί για μύστες της κυπριακής λογοτεχνίας πρόκειται. Να δημιουργώ, να στοχάζομαι, να βελτιώνομαι να πασκίζω να γίνω και εγώ παράδειγμα ζωής, ώστε φεύγοντας να αισθανθώ ότι κάτι πρόσφερα για τον πολιτισμό και την προκοπή αυτής της μικρής πατρίδας.

Νιώθετε περισσότερο πεζογράφος ή θεατρικός συγγραφέας;

Η αλήθεια είναι ότι νιώθω περισσότερο σαν θεατρική συγγραφεύς. Και σ’ αυτό τον τομέα χωρίς να θέλω να επαίρομαι, έχω ανοίξει καινούργιους δρόμους. Μίλησα χωρίς κραυγαλέες φωνές και ψευδοπατριωτισμούς για τον βαθύ καημό του ξεριζωμένου, που προσπαθεί να  επιβιώσει μέσα σε ένα άγνωστο περιβάλλον μακριά από εκείνα που βαθιά αγάπησε. Iσως να ήμουν “φιλολογική”, πέραν του δέοντος, χρησιμοποιώντας φράσεις και χαρακτήρες από την αρχαία τραγωδία,   μπορεί, γιατί πίστευα τότε και ακόμη πιστεύω ότι η ζωή, όπως μας προσφέρεται, είναι  ένας τραγικός κύκλος,  που ο άνθρωπος, παλεύει από τη γέννησή του να τον υπερβεί. Aξιος είναι ο άνθρωπος, που με κάθε τρόπο κατορθώνει να υπερβεί αυτό τον κύκλο, να σταθεί απ’ έξω και να αποχαιρετήσει όρθιος, κατά τον μέγα ποιητή, «την Αλεξάνδρεια που χάνει»

Πότε αρχίσατε να γράφετε;

Από  πολύ νέα έγραφα. Hταν πάντα η φιλοδοξία, το όνειρό μου, όπως θέλετε πέστε το, να γράφω. Αλλά πάντα ήθελα να γράφω, με γνώμονα ό,τι ωραίο και ευαίσθητο και βαθύ αποκόμισα από εκείνη τη βαθιά έκσταση που ένιωθα, μελετώντας όλους τους μεγάλους δημιουργούς, Eλληνες και ξένους, αρχαίους και συγχρόνους. Για εκείνο που μπορώ να περηφανεύομαι, είναι ότι από πολύ μικρή διάβαζα, όχι ό,τι «έπεφτε στα χέρια μου»-  ο πατέρας μου , από τον οποίον κληρονόμησα την αγάπη μου για τα βιβλία, είχε πάντα πολύ καλά βιβλία στη βιβλιοθήκη. Θυμούμαι να ξενυχτώ πάνω από τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα, που μεγάλωσε  και  σημάδεψε με τα έργα της την παιδική ηλικία μου. Στα 12 μου χρόνια, πάλι με συνεπήρε ο Ντοστογιέφσκιναι, ναι ο Ντοστογιέφσκι- με εκείνους τους σκοτεινούς Δαιμονισμένους του, ο Τολστόι, ο Τουργκενιέφ, ο Ντίκενς- αχ, αυτός ο Ντίκενςοι Αμερικάνοι, ο Φώκνερ και ο Στάινμπεκ, αλλά και οι Eλληνες, ο Τερζάκης, ο Μυριβήλης, ο Βενέζης, αργότερα ο Τσίρκας αλλά πάνω από όλους και απ’ όλα ο μέγιστος των μεγίστων για μένα, ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Αλλά δεν θέλω να παρασυρθώ γιατί αν αρχίσω να μιλώ για αγαπημένους συγγραφείς δεν έχει τελειωμό.

Πιστεύω ότι η ζωή, όπως μας προσφέρεται, είναι ένας τραγικός κύκλος,  που ο άνθρωπος παλεύει να τον υπερβεί. Aξιος είναι ο άνθρωπος που κατορθώνει να υπερβεί αυτό τον κύκλο, να σταθεί απέξω και να αποχαιρετήσει όρθιος «την Αλεξάνδρεια που χάνει».

Ποια  ανάγκη  σάς οδήγησε στο γράψιμο;

Μα σας απάντησα, η ανάγκη να ξεφύγω από τον προσωπικό μου κύκλο της τραγωδίας. Eνα τραγικό μου βίωμα, με βύθιζε όλο και πιο βαθιά στην απελπισία και στην κατάθλιψη. Και τότε προσέτρεξαν σε βοήθειά μου οι ήρωες που πολύ αγάπησα και θαύμασα. Η βασίλισσα Εκάβη που της σκότωσαν  το μοναδικό εγγόνι που της απόμεινε και βγάζει εκείνη τη φοβερή  κραυγή, που είναι η κραυγή όλων των πονεμένων του κόσμου: «Γραύς, άπολις, άτεκνος, άθλιον θάπτω νεκρόν». Ο Αγαμέμνων, που βγάζει εκείνη τη σπαρακτική  φωνή: «Ωμοι πέπληγμαι καιρίαν πληγήν έσω…». Γράφοντας το πρώτο μου θεατρικό, τον Σκληρό Aγγελο, που ανεβάστηκε στο ΘΟΚ, το 1987, αλλά και τα άλλα που ακολούθησαν, με βοήθησε να αντλήσω από τον Πόνο και να τον μετατρέψω σε δημιουργία.

Νιώθετε να έχετε κάποιες επιρροές είτε από έργα είτε από συγγραφείς, είτε από ανθρώπους;

Ο επαρκής αναγνώστης θα αναγνωρίσει πολύ εύκολα τη μεγάλη επίδραση που είχα από τον Αντόν Τσέχωφ. Μου πήγαινε πάρα πολύ αυτή η μελαγχολική αλλά και ταυτόχρονα τόσο τρυφερά ποιητική ατμόσφαιρα των έργων του. Ο Αντόν Τσέχωφ, όπως και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, είναι μεγάλοι ποιητές χωρίς να γραφούν ποίηση. Απλώς η ποιητικότητα διατρέχει όλο το έργο τους. Ανατρέξτε στο τέλος του Θείου Βάνια και στο τέλος της Φόνισσας του Παπαδιαμάντη και αν δεν είναι  Καθαρή, Μεγάλη, Ποίηση, τι άλλο μπορεί να είναι;

Ποια έργα σας ξεχωρίζετε και γιατί;

Τον Σκληρό Aγγελο, για προσωπικούς λόγους.

Ο Σκληρός Aγγελος παρουσιάστηκε και στην ΕΡΤ, δεν είναι;

Ναι, και με πάρα πολύ κάλους Eλλαδίτες ηθοποιούς.

Eχετε γράψει νεανικές νουβέλες, όπως και παιδικό θέατρο. Είναι αλλιώς να γραφεί κανείς για παιδιά;

Εδώ επιτρέψετε να παραθέσω μερικές σκέψεις μου για τα παιδιά, που έκανα φτάνοντας σ’ αυτή την ηλικία. Γεννήθηκα το 1939 -υπάρχουν ακόμη αυτές οι ηλικίες! Τα παιδιά είναι το μέγα θαύμα της φύσης. Ανατρέχω στον αινιγματικό φιλόσοφο, που για μένα δεν είναι καθόλου αινιγματικός, τον Ηράκλειτο. «Αιών παις εστί παίζων πεσσεύων. Παιδός η βασιληίη». Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει χαρούμενα πεσσούς. Το σύμπαν όλο διέπεται από την  παιδική αθωότητα.  Ο Ηράκλειτος έκλαιγε όταν έβλεπε τους ανθρώπους. Πιστεύω ότι όταν έβλεπε τα παιδιά τούς συμπεριφερόταν με πολύ σεβασμό και μπορεί να  τους χαμογελούσε τρυφερά. Oχι δεν είναι διαφορετικά να γραφεί κανείς για παιδιά. Πρέπει μόνο να τα σέβεσαι.

Eχετε δουλέψει και στην τηλεόραση, έχετε γράψει σκετς, σενάρια για τηλεταινίες κ.ά.. Ποια η γνώμη σας για την τηλεόραση, την οποία πολλοί απαξιώνουν;

Ναι, έχω δουλέψει στην τηλεόραση, έχω κάνει παραγωγές πάμπολλες, «ων ουκ  έστι αριθμός». Μου λέτε ότι πολλοί απαξιώνουν το γράψιμο για την τηλεόραση. Κάπου διάβασα ότι ο Μαρκές ξεκίνησε την καριέρα του γράφοντας σίριαλ για την τηλεόραση. Μάλιστα, ο νομπελίστας Μαρκές- προς Θεού, μην νομίσετε ότι πασκίζω  να συγκριθώ με αυτόν τον μεγάλο συγγραφέα, εκείνο που θέλω να πω είναι ότι γράφοντας για την τηλεόραση είναι πολύ δημιουργικό. Eχεις ένα ολόκληρο κόσμο εντελώς στην αρχή αποδομημένο και αν είσαι άξιος μπορείς να δημιουργήσεις ένα άλλο συναρπαστικό κόσμο ή και ακόμη μεταφέροντας ένα λογοτεχνικό έργο, να το κάνεις γνωστό και αγαπητό στο πλατύ κοινό.

Παρακολουθείτε θέατρο νεότερων συγγραφέων;

Ναι, οπωσδήποτε παρακολουθώ θέατρο νέων συγγραφέων, να αναφέρω εδώ τον Γιώργο Τριλλίδη και την Κωνσταντία Σωτηρίου, χαίρομαι πάρα πολύ που βλέπω τα έργα των νέων και μαθαίνω απ’ αυτούς.