Συναντήσεις/ Ορίζοντας

Πράγματα δικά μου αληθινά, για την αγάπη που μας δένει και ταυτόχρονα μας εγκλωβίζει.

Ο Αντώνης Γεωργίου συζητά με τη Μαρία Κυριάκου που σκηνοθετεί στον ΘΟΚ το έργο του Άντριου Μπόβελ Πράγματα δικά μου, αληθινά.

Το πώς αγαπάς και πώς το επικοινωνείς, είναι πανανθρώπινο

 

Από την οικογένεια Κόλεμαν και την Αργεντινή  στην οικογενεια Πράις  στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας. Ποια κοινά και ποιες διαφορές διακρίνατε σε αυτές τις οικογένειες και σε αυτά τα θεατρικά έργα;

Η δομή και οι σχέσεις της κάθε οικογένειας είναι διαφορετικές. Στους Κόλεμαν δεν υπήρχε πατέρας και επί της ουσίας, ούτε μάνα, οπότε η γιαγιά ήταν ο συνδετικός κρίκος που κρατούσε την οικογένεια μαζί. Επίσης η φτώχια και η απουσία της γονικής αγάπης και στήριξης, δεν επέτρεπαν στα παιδιά να αισθανθούν ασφάλεια για να μπορέσουν να δεθούν, να επικοινωνήσουν και να εξελίξουν τους δεσμούς τους. Η επιβίωση ήταν το ζητούμενο, οπότε κατά κάποιο τρόπο οι σχέσεις έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Η οικογένεια Πράις παρουσιάζεται ως μια πιο «αναγνωρίσιμη» οικογένεια. Με γονείς που στηρίζουν τα παιδιά τους, που δούλεψαν σκληρά για να τους δώσουν ευκαιρίες να σπουδάσουν και να γίνουν αυτό που λέμε «καλύτεροι άνθρωποι». Είναι μια οικογένεια πολύ αγαπημένη και οι σχέσεις που έχουν αναπτύξει είναι επικοδομητικές. Στους Κόλεμαν η αγάπη και η επικοινωνία ήταν πολυτέλεια. Στους Πράις είναι δεδομένο.

Το κοινό που έχουν τα δύο έργα είναι ότι γράφτηκαν με παρόμοιο τρόπο. Και τα δύο ήταν αποτέλεσμα δουλειάς ανάμεσα στον συγγραφέα και μια ομάδα ηθοποιών, που δούλεψαν μέσα από δημιουργικά εργαστήρια αυτοσχεδιασμού. Κοινό επίσης είναι η αμεσότητα του κειμένου, ο λόγος που ρέει αβίαστος, καθημερινός και μιλάει κατευθείαν στον θεατή χωρίς να φλυαρεί.

Πώς ένιωσες διαβάζοντας το έργο πρώτη φορά;

Συγκινήθηκα και γι’ αυτό είπα ναι στην πρόταση του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Αισθάνθηκα τους χαρακτήρες πολύ αληθινούς και ταυτίστηκα με κάποιους από αυτούς. Ένιωσα ότι η οικογένεια Πράις μοιάζει με τη δική μου οικογένεια και ότι οι σχέσεις που προκύπτουν μέσα από τις συγκρούσεις των χαρακτήρων ήταν πολύ οικείες σε μένα.

Ποια είναι τα «δικά και αληθινά» των ηρώων στο έργο;

Για τον κάθε χαρακτήρα είναι κάτι διαφορετικό αλλά κατά βάση η αγάπη που τους δένει και ταυτόχρονα τους εγκλωβίζει. Το έργο παρουσιάζει τις μετάβασεις των χαρακτήρων στην προσπάθειά τους να επαναπροσδιοριστούν.

Αισθάνθηκα τους χαρακτήρες πολύ αληθινούς και ταυτίστηκα με κάποιους από αυτούς. Ένιωσα ότι η οικογένεια Πράις μοιάζει με τη δική μου οικογένεια και ότι οι σχέσεις που προκύπτουν μέσα από τις συγκρούσεις των χαρακτήρων ήταν πολύ οικείες σε μένα.

Ένα έργο αναφέρει το δελτίο τύπου «με θέμα τους οικογενειακούς δεσμούς και την αντοχή τους στο χρόνο». Κοιτάζοντας στην Κύπρο αντέχουν αυτοί οι δεσμοί και πότε γίνονται δεσμά;

Στην Κύπρο οι οικογενειακοί δεσμοί είναι πολύ ανθεκτικοί ακόμη, πράγμα πολύ όμορφο. Πολλές φορές όμως τα θέλω και οι προσδοκίες των γονιών εγκλωβίζουν τα παιδιά τους. Παρεξηγείται ότι επειδή αγαπώ και στηρίζω το παιδί μου, αυτό ισοδυναμεί με το παιδί να πρέπει να ακολουθήσει τις προσδοκίες μου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η αγάπη και η στήριξη δεν είναι το ζητούμενο, απλά ίσως να ήταν καλό τα παιδιά να μαθαίνουν από μικρή ηλικία να είναι αυτόνομα και να καλλιεργούν κριτική σκέψη, αντί να τα ταίζουμε μασημένη τροφή. Έτσι θα είναι πιο εύκολο μεγαλώνοντας να αποκτήσουν την ταυτοτητά τους με λιγότερες συγκρούσεις και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Αυτό βέβαια είναι κάτι που θέλει δουλειά και από τις δύο πλευρές. Η έντονη αλληλοεξάρτηση νομίζω είναι αυτό που προκαλεί τα δεσμά, οπότε και παιδιά και γονείς πρέπει να θέλουν να είναι πιο αυτόνομοι.

Διάβασα σε μια κριτική στη Αγγλία που παρουσιάζεται πως το έργο «είναι ένα «αποτύπωμα της ζωής» και όπως η ζωή έχει άπειρα θέματα με διαφορετικές ιστορίες». Ποια θέματα αγγίζει;

Το έργο μιλά για τον κύκλο της ζωής, για την ενηλικίωση, για την απομυθοποίηση των αγαπημένων μας ανθρώπων, για την αναζήτηση ταυτότητας, για τη συμβίωση, για την κοινωνική τάξη, για τον έρωτα και τον θάνατο. Όλα αυτά δηλαδή που μας συμβαινουν ενώ κυλάνε τα χρόνια.

Ποιο είναι όμως για σας το κυριότερο το οποίο αυτό το έργο θέτει ενώπιον μας; 

Την πορεία μας μέσα στο χρόνο και το αποτύπωμα που αφήνουμε μέσα από τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους.

 Ενώ συνεργάζεσαι στα έργα που σκηνοθετείς με καινούργια άτομα, ταυτόχρονα  έχεις και μια (άτυπα) δική σου ομάδα συντελεστών. Πόσο σημαντικό είναι για σένα η ύπαρξη «ομαδικού πνεύματος» σε μια παραγωγή;

Το πιο σημαντικό! Αν δεν υπάρχει ομάδα, δεν θα βγει η δουλειά όπως πρέπει. Για μένα η χημεία ανάμεσά μας και οι κοινοί κώδικες επικοινωνίας είναι η βάση για να μπορέσω να κτίσω αυτό που έχω στο μυαλό μου. Γι’ αυτό και συχνά δουλεύω με ηθοποιούς αλλά και δημιουργικούς συντελεστές που έχω ξανασυνεργαστεί γιατί με ξέρουν και τους ξέρω και έτσι επικοινωνούμε πιο γρήγορα και πιο επικοδομητικά. Όταν έχεις ένα γερό πυρήνα, ακόμα και τα καινούρια άτομα που έρχονται στην ομάδα, μπορούν πιο εύκολα να ενταχθούν και να επικοινωνήσουν δημιουργικά.

Θέατρο ΘΟΚ, Νέα Σκηνή

Κάθε Παρασκευή-Σάββατο, 20:30 και Κυριακή, 18:00

 Πόσο μοιάζουν αυτοί οι δεσμοί με τους οικογενειακούς δεσμούς;

Δεν είμαι σίγουρη αν μοιάζουν ακριβώς γιατί αν και υπάρχει η καθημερινη τριβή, ξέρουμε ότι σε δύο μήνες αυτό θα τελειώσει. Σίγουρα υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά, πρέπει δηλαδη να εμπιστευτείς, να μοιραστείς προσωπικές σου στιγμές, να εκτεθείς απέναντι στον άλλο και να δημιουργήσεις μαζί του. Αυτό σε φέρνει πολύ κοντά, όμως πέρα από την προσδοκία ενός καλού αποτελέσματος, οι σχεσεις αυτές δεν είναι δεσμευτικές. Υπάρχει επίσης ιεραρχία, δεν είναι ακριβώς δημοκρατική διαδικασία διότι στο τέλος της μέρας όλοι καλούνται να ακολουθήσουν το όραμα ενός ανθρώπου. Οπότε δεν θα το σύγκρινα ακριβώς με οικογενειακούς δεσμούς, αν και υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά όπως άλλωστε σε όλους τους εργασιακούς χώρους, που οι άνθρωποι εργάζονται ομαδικά.

Ένα έργο από την «μακρινή» Αυστραλία και όμως μας αφορά. Πως συμβαίνει αυτό;

Γιατί μιλά για πράγματα οικουμενικά, με τα οποία μπορούμε όλοι μας να ταυτιστούμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Το πώς αγαπάς και πώς το επικοινωνείς, είναι πανανθρώπινο.

Τι θεωρείς εσύ αυτό τον καιρό κάτι τόσο δικό σου και αληθινό;

Μεγαλώνοντας ξεκαθαρίζουν πολλά πράγματα στη ζωή μου. Ξέρω ποια είμαι και πώς θέλω να ζω, έχω φιλίες που αντέχουν στον χρόνο και είμαι ευγνώμων γι’ αυτές, έχω την αγάπη και την στήριξη της οικογένειάς μου και επιπλέον έχω το θέατρο που με γεμίζει κυριολεκτικά, με προκαλεί και με κρατά πάντα σε εγρήγορση. Όλα αυτά είναι πράγματα πολύ αληθινά για μένα.

Ακολουθεί κάτι καινούργιο; Πόσο εύκολο να είσαι (parttime) σκηνοθέτης και να εργάζεσαι παράλληλα σε ένα άλλο τομέα; 

Έχω μεγάλη ανάγκη να αφήσω για λίγο τα έτοιμα έργα και να ξαναπάω πίσω, εκεί που άρχισα, στο θέατρο της επινόησης. Να μπω στην πρόβα με κάποιες αρχικές ιδέες και να δημιουργήσω μια παράσταση από το μηδέν. Οπότε ελπιζω η επόμενη μου δουλειά να είναι αυτό.

Δεν θα χρησιμοποιούσα τον όρο part time, γιατί όταν σκηνοθετώ είμαι εκεί full time. Η αλήθεια είναι πως είμαι τυχερή που έχω και μια σταθερή δουλειά από την οποία μπορώ να φεύγω για ένα δίμηνο και να επιστρέφω μετά που ολοκληρώνεται ένα πρότζεκτ. Έτσι κι αλλιώς η σκηνοθεσία είναι μια δουλειά που χρειάζεται έμπνευση και διάλειμμα για να καθαρίζει το μυαλό και να επιλέγεις σωστά το επόμενο.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ: Μετάφραση: Βάιος Λιαπής, Σκηνοθεσία: Μαρία Κυριάκου, Σκηνικά-Κοστούμια: Κωνσταντίνα Ανδρέου, Μουσική-Ηχητικός σχεδιασμός: Πάνος Μπάρτζης, Σχεδιασμός φωτισμών: Σταύρος Τάρταρης, Βοηθός σκηνοθέτιδας: Άντρια Ζένιου
Παίζουν: Πόπη Αβραάμ, Βασίλης Βασιλάκης, Γιώργης Βασιλόπουλος, Γιώργος Κυριάκου, Χριστίνα Παπαδοπούλου, Νιόβη Χαραλάμπους.