Συναντήσεις/ Ορίζοντας

Μέσα από τη λογοτεχνία τα ιστορικά γεγονότα εξανθρωπίζονται

Ο Αντώνης Γεωργίου συζητά με την Μάρω Δούκα που θα βρίσκετε στην Κύπρο προσκεκλημένη του Βιβλιοτρόπιου  σε Λεμεσό (11/3 στο Τεχνοδρόμιο) και Λευκωσία (12/3 στη Βιβλιοθήκη Πανεπιστήμιου Κύπρου)

 

«Τίποτα δε χαρίζεται» είναι ο τίτλος του προηγούμενου σας βιβλίου αλλά και της εκδήλωσης στην Κύπρο. Ο τίτλος αυτός πώς μπορεί να ιδωθεί σε σχέση με το δικό σας συγγραφικό έργο αλλά και τη ζωή σας;

Να πω ότι τίποτα δεν μου χαρίστηκε στη ζωή; Δεν είμαι τόσο επηρμένη. Και στη ζωή πολλά μου χαρίστηκαν και τη διαδρομή μου στο γράψιμο την αναπολώ με συγκίνηση. Αυτό  που έχει σημασία όμως είναι ότι από κανέναν δεν περίμενα ποτέ καμιά εύνοια, ήξερα από πολύ μικρή ότι αν εγώ δεν προσπαθήσω (και ας ακούγεται διδακτικό) τίποτα δεν θα μου χαριστεί. Διότι, μόνο αν εσύ προσπαθείς, μπορείς και να προσβλέπεις στη βοήθεια, στην καλοσύνη, στη γενναιοδωρία των άλλων…

Μια μπανάλ ερώτηση για να δούμε λίγο τις απαρχές: Πότε αρχίσατε να γράφετε και πότε αποφασίσατε ότι θα γίνετε συγγραφέας;

Άρχισα στα είκοσι πέντε μου περίπου να γράφω συστηματικά. Και αποφάσισα ότι θα μπορούσα, αν προσπαθήσω, να γίνω  συγγραφέας έπειτα από τα ενθαρρυντικά λόγια του Γιάννη Ρίτσου και του Στρατή Τσίρκα για το πρώτο μου γραπτό «Η πηγάδα». Αν και όσο το καλοσκέφτομαι, έτσι ή αλλιώς, αποφασισμένη ήμουν. Απλώς τα λόγια τούτων των μεγάλων και σπουδαίων για μένα υπήρξαν το εναρκτήριο λάκτισμα.

Ως άνθρωπος, το έχω πει πολλές φορές, μέσα από το διάβασμα αισθάνομαι ότι έγινα καλύτερος άνθρωπος. Με περισσότερη ενσυναίσθηση σε όσα μας περιβάλλουν.

Τι είναι για σας η συγγραφή; Γιατί γράφετε και για τι γράφετε;

Έπειτα από σαράντα έξι χρόνια η συγγραφή για μένα είναι τρόπος ζωής. Γράφω γιατί δεν θα μπορούσα να ζήσω αλλιώς, και γράφω για όλα όσα με απασχολούν ως άνθρωπο και με θέλγουν ως συγγραφέα… επιμένοντας κάθε φορά στον άλλο τρόπο…

Έρχεστε προσκεκλημένη μιας δραστήριας λέσχης ανάγνωσης και ξέρω πως έχετε διαβάσει πολύ. Τι οφείλετε ως συγγραφέας αλλά και ως άνθρωπος στα βιβλία που έχετε διαβάσει;

Ως  συγγραφέας οφείλω το ανεκτίμητο ότι αισθάνθηκα κάποτε την ανάγκη να γράψω κι εγώ, να αντιγράψω, να μιμηθώ, να πω κι εγώ με τον δικό μου τρόπο τα ίδια, να υποδυθώ κι εγώ τους ήρωες που θα ήμουν σε θέση να φανταστώ ή να επινοήσω. Ως άνθρωπος, το έχω πει πολλές φορές, μέσα από το διάβασμα αισθάνομαι ότι έγινα καλύτερος άνθρωπος. Με περισσότερη ενσυναίσθηση σε όσα μας περιβάλλουν.

Τίποτε δεν χαρίζεται

μια συνάντηση με τη Μάρω Δούκα

Με τη συγγραφέα συνομιλεί ο Μαρίνος Πουργούρης.

Αποσπάσματα από το έργο της αποδίδει η Έλενα Χειλέτη.

Τετάρτη 11 Μαρτίου, 19:30

Κέντρο Λόγου και Τεχνών Τεχνοδρόμιο, Λεμεσός

Πέμπτη 12 Μαρτίου, 19:30

 «Κέντρο Πληροφόρησης – Βιβλιοθήκη «Στέλιος Ιωάννου» (Αίθουσα: LRC012), Πανεπιστήμιο Κύπρου,

Λευκωσία

Ξεχωρίζετε κάποιο από τα βιβλία σας για κάποιο δικό σας προσωπικό λόγο;

Το καθένα από τα βιβλία μου έχει τη δική του ξεχωριστή θέση μέσα μου. Ξεχωρίζω όμως την τριλογία μου («Αθώοι και φταίχτες», «Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ», «Έλα να πούμε ψέματα») ως την πιο ώριμη και φιλόδοξη, από μεριάς μου, μυθιστορηματική σύνδεση στις γραμμές του μύθου και της Ιστορίας.  Όπου η πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα, τα Χανιά, ανυψώνεται σε μυθιστορηματική περσόνα ταξιδεύοντας αιώνες πίσω στον χρόνο συνομιλώντας όμως πάντα με το παρόν…

Τα Χανιά, η Κρήτη, έχουν έντονη παρουσίαστα βιβλία σας. Πιστεύετε, υποθέτω, ότι η εντοπιότητα στη λογοτεχνία δεν περιορίζει αλλά διευρύνει τους ορίζοντές μας;

Οι όποιοι ορίζοντές μας στο γράψιμο διευρύνονται κυρίως από τον τρόπο μας, από τη φόρμα, από τη ματιά μας. Λένε μάλιστα οι ειδικοί ότι η εντοπιότητα συνήθως (ας σκεφτούμε τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία) ανοίγεται απρόσμενα και με «εξωτική» δυναμική προς το οικουμενικό, προς το παγκόσμιο…

Όπως αναφέρετε κάπου, με εξαίρεση το «Ένας σκούφος από πορφύρα», δεν γράφετε ιστορικό μυθιστόρημα, η Ιστορία όμως είναι έντονα παρούσα στο έργο σας.

Ενσωματώνω την Ιστορία, μέσα από τη ματιά και τον ψυχισμό των ηρώων (υπαρκτών και επινοημένων) στην καθημερινότητα της μυθιστορηματικής σύνθεσης… Κι έτσι, τολμώ να πω, τα ιστορικά γεγονότα εξανθρωπίζονται. Φωτίζονται οι συσκοτισμένες πτυχές τους, αναδεικνύεται αλλιώς, μέσα από τις επιπτώσεις τους στη ζωή των ανθρώπων που τα ζουν, η δυναμική, η τραγικότητα, η ειρωνεία, η σκληρότητα,  η χαιρεκακία της Ιστορίας…

 Η λογοτεχνία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα αυτά τα ιστορικά γεγονότα;

Πιστεύω πως ναι. Ακριβώς για τους λόγους που ήδη ανέφερα.

Ενσωματώνω την Ιστορία, μέσα από τη ματιά και τον ψυχισμό των ηρώων (υπαρκτών και επινοημένων) στην καθημερινότητα της μυθιστορηματικής σύνθεσης… Κι έτσι, τολμώ να πω, τα ιστορικά γεγονότα εξανθρωπίζονται.

Στο «Τίποτα δεν χαρίζεται» μιλάτε κυρίως για μια παλαιότερη γενιά δημιουργώνΠαρακολουθείτε τους δημιουργούς του σήμερα; Πως αποτιμάτε την εποχή μας καλλιτεχνικά;

Ναι, στο πλαίσιο του δυνατού, παρακολουθώ τους νέους δημιουργούς του σήμερα. Και πολύ με συγκινούν. Δεν νομίζω όμως ότι νομιμοποιούμαι να αποτιμήσω την εποχή μας. Το μόνο που θα μπορούσα να πω είναι ότι κάθε εποχή έχει τα δικά της σταθμά, τις δικές της προσλαμβάνουσες, ίσως και τα δικά της αυτονόητα.

«Πύλη εισόδου» είναι το καινούργιο σας βιβλίο που διαφέρει από τα υπόλοιπα πολυπρόσωπα βιβλία σας αφού πρόκειται για έναν εσωτερικό μονόλογο. Πώς προέκυψε αυτό;

Χωρίς να το έχω αποφασίσει συνειδητά (ποτέ άλλωστε ο συγγραφέας δεν προαποφασίζει), ίσως και από την ανάγκη να ξεφύγω κάπως από τον μόχθο και την έρευνα της Τριλογίας,  ήθελα να γράψω κάτι απλό, καθημερινό, σύγχρονο… Άρχισα λοιπόν να ακολουθώ (παρακολουθώ) τον βηματισμό και τη ματιά μιας γυναίκας περίπου στην ηλικία μου, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ήθελα να μπλεχτώ πάλι με πραγματολογικά στοιχεία που θα έπρεπε να ερευνήσω.  Κι άρχισα να την επινοώ: Μια συνηθισμένη, εκ πρώτης όψεως  γυναίκα, χήρα, με τρεις κόρες, καλόβολη, με τα μυστικά και τις εμμονές της. Κι αυτή η γυναίκα, μέσα από τη δυναμική και τις ανάγκες της αφήγησης, αρχίζει να «διαχέεται» διαδραστικά, μέσω του fb, σε πολλά άλλα πρόσωπα, ώσπου  γίνεται το καθρέφτισμα, η τοιχογραφία της εποχής.

Πείτε μας λίγο περισσότερο για την ηρωίδα σας την Αφεντούλα, πόσο μοιάζει με τις προηγούμενες ηρωίδες σας;

Ως Αφεντούλα που περιδιαβάζει «παραπαίοντας» στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε δεν μοιάζει με τις προηγούμενες (κεντρικές) ηρωίδες μου, ως Αφεντούλα όμως που προϋποθέτει την «επιστήθια» φίλη της Αίθρα θα μπορούσε να καθρεφτίζει σαν αντανάκλαση τον τύπο της χειραφετημένης γυναίκας που προσπαθεί, όπως και άλλες ηρωίδες μου, να υπάρξει συνειδητά και υπεύθυνα στην εποχή της.

Ποια η δική σας σχέση με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ποια η γνώμη σας για αυτά; Είναι Πύλη εισόδου και πού; Στον κόσμο;  Ή Πύλη εξόδου από αυτόν όπως κάποιοι διατείνονται;

Θα πρέπει να τονίσω, το υπαινίχτηκα ήδη, ότι το fb στο βιβλίο, χρησιμοποιείται, ως όχημα, μέσον, σύμβαση. Είναι η ΦΟΡΜΑ στην υπηρεσία της αφήγησης προκειμένου να αποτυπωθεί διαδραστικά, μ’ έναν άλλο τρόπο, συμβατό και με τα δεδομένα της εποχής, το «πολυτάραχο» της καθησυχαστικής στασιμότητας του καιρού μας με τις κλονισμένες βεβαιότητες… Ωστόσο προσωπική σχέση με το διαδίκτυο δεν είχα… Πρώτα έγραψα το βιβλίο κι έπειτα έγινα μέλος στο fb για να «μάθω» πώς περίπου λειτουργεί. Κι αυτό που εντέλει έμαθα δεν διέφερε και πολύ από αυτό που είχα φανταστεί… Όσο για τη γνώμη μου σχετικά με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα έλεγα ότι δεν διαφέρει από τη γνώμη μου για κάθε νέο μέσο. Εφόσον, όλα εξαρτώνται από μας, από τον τρόπο μας. Θα αφεθούμε άκριτα στα λογής μέσα ή θα τα χρησιμοποιήσουμε και θα τα αξιοποιήσουμε με γνώμονα τις ανάγκες μας; Αν ναι, το fb θα μπορούσε όντως να είναι πύλη εισόδου στον κόσμο… Στο βιβλίο πάντως Πύλη εισόδου είναι και η περιδιάβαση στην πόλη και το παράθυρο με το βλέμμα προς τα έξω και η αναζήτηση του εαυτού μέσα από  αναμνήσεις,  μνήμες,  βιώματα.

Ποιος ο ρόλος ή ο σκοπός της λογοτεχνίας και της τέχνης σήμερα, με τον ρατσισμό, την ξενοφοβία αλλά και τη λιτότητα στην Ευρώπη και τους πρόσφυγες να πνίγονται στα παράλιά της; Και ποια είναι, πιστεύετε, η ευθύνη του καθενός μας ως πολίτη;

Η λογοτεχνία και η τέχνη γενικότερα, όχι μόνο στις δύσκολες μέρες μας αλλά και στις δύσκολες περασμένες εποχές, ρόλο και σκοπό έχει και είχε, πέρα από τη συγκίνηση, την πνευματική καλλιέργεια και την αισθητική απόλαυση να ευαισθητοποιεί τον πολίτη, να τον βοηθάει να καταλάβει ότι το πρόβλημα του άλλου ανά πάσα στιγμή μπορεί να γίνει και δικό του πρόβλημα και ότι πρωτίστως οφείλει για το δικό του το καλό να στέκεται πάντα με αλληλεγγύη και ενεργητική συμπάθεια δίπλα στους μετανάστες, τους πρόσφυγες, τους αδύναμους κοινωνικά. Με όποιο τρόπο μπορεί. Και προπαντός με την ανοχή και την ευγένειά του.

Η αριστερά για μένα δεν είναι δόγμα. Είναι βλέμμα, θέση απέναντι στη ζωή

Έχοντας υπόψη τις ιδεολογικές σας πεποιθήσεις να ρωτήσω πιο συγκεκριμένα ποιος είναι ο ρόλος της αριστεράς σήμερα, στον κόσμο που ζούμε;

Η αριστερά για μένα δεν είναι δόγμα. Είναι βλέμμα, θέση απέναντι στη ζωή. Ο ρόλος της θα έλεγα ότι ορίζεται ιστορικά από τις εκάστοτε κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Και αυτόν τον ρόλο θα όφειλαν να τον αναζητούν διαρκώς οι πολιτικοί και οι θεωρητικοί της αριστεράς, όχι εγώ. Εγώ, ακόμη και να το ήθελα, δεν μπορώ.

Διάβασα σε μια συνέντευξη σας και το εξής: «Η δική μου αριστερά, και δεν ευφυολογώ, δεν είναι παράταξη. Είναι κάτι πολύ προσωπικό και ταυτοχρόνως πολύ πλατύ, απέραντο». Θα θέλατε να μας πείτε περισσότερα γι’ αυτό το κάτι; Τι είναι για σας η Αριστερά και τι τη διαχωρίζει από τη Δεξιά;

Στο πρώτο σκέλος της ερώτησής σας έχω, πιστεύω, τοποθετηθεί. Σε ό,τι τώρα θα μπορούσε να διαχωρίζει την Αριστερά από την Δεξιά κατά μήκος όλου του χρόνου, πολύ απλά θα έλεγα ότι ενώ η Αριστερά είναι με τους φτωχούς η δεξιά ισχυρίζεται ότι υπηρετώντας τους πλουσίους εξασφαλίζει κάτι και για τους φτωχούς…Να το πω και αλλιώς: Άλλο το «αριστερά / δεξιά» ως εφαρμοσμένες πολιτικές, και άλλο το «αριστερά / δεξιά» ως σύστημα προσωπικών αξιών…